Τα Παπούτσια ενός Τρελού
Προσθέστε υπότιτλο εδώ

                                                    Η ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΕΝΟΣ ΗΡΩΑ

                                                                  ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Θα πρέπει να είχε χαράξει η νέα μέρα, ήμουν σίγουρος για αυτό, γιατί δεν μπορούσα να αμφισβητήσω την φωνή, του βραχνού κόκορα, που μου το επιβεβαίωνε με συχνότητα λεπτού. Είχα ξυπνήσει, ωστόσο καθόμουν ξαπλωμένος κάτω από τις βαριές κουβέρτες, απολαμβάνοντας την ζεστή αίσθηση τους. Χαμογέλασα ασυναίσθητα, με την επιμονή του πετεινού, καθώς συνέχιζε να ξελαρυγγιάζεται. Έχω την εντύπωση πως έχει πλησιάσει το παράθυρο μου, λες και ο μόνος στόχος του είναι να με κάνει να σηκωθώ. Άνοιξα τα μάτια μου, από την προηγούμενη δεν είχα κλείσει τα παραθυρόφυλλα και έτσι έβλεπα πως μόλις είχε ξεκινήσει να φωτίζει η μέρα. Άλλη μια επίμονη στριγκλιά ακούστηκε, κούνησα το κεφάλι μου με απελπισία, αποδεχόμενος ωστόσο τη διαταγή, ότι ήταν ώρα να σηκωθώ.

Έσυρα τα πόδια μου από την κρεβατοκάμαρα προς τον διάδρομο που οδηγούσε στο σαλόνι. Πρέπει να με είδε και σώπασε! Η ησυχία αυτή μου έδωσε την ευκαιρία να ακούσω χαρούμενα κελαηδίσματα που υμνούσαν το ξημέρωμα, σε πλήρη αντίθεση με την βραχνάδα του ζωντανού ξυπνητηριού μου. Μόνο ο Joe Cocker θα μπορούσε να τον συναγωνιστεί, στο My Fathers Son.

Περπάτησα μέχρι την μεγάλη τζαμαρία του σαλονιού, που έβλεπε κατευθείαν στην ανατολή. Ο ήλιος ήταν πελώριος, το χρώμα του βαθύ, θυμωμένο, κόκκινο, Ταξίδευε πάνω στο ουρανό, έδειχνε τρανός, μαγευτικός βασιλιάς, αγέρωχος. Σκέφτηκα πως χιλιάδες χρόνια πριν τον λατρεύαμε σαν θεό, τον υμνούσαμε σε κάθε ευκαιρία, ανελλιπώς, κάθε μέρα που ξεκινούσε την πορεία του στο στερέωμα. Τώρα πια τον συνηθίσαμε, τον εξηγήσαμε, του δώσαμε υλική υπόσταση εξωραΐζοντας τον. Τον παρατήρησα για λίγο ακόμα, χωρίς να υπάρχει κάποια άλλη σκέψη μέσα στο μυαλό, μόνο προσπαθούσα να τον προσεγγίσω λίγο πιο πολύ, αφού απέμεναν ελάχιστα λεπτά για να γίνει τόσο λαμπρός ώστε να μην μπορώ πια να τον αντικρίζω κατάματα.

«Ακόμα ένας εγκλωβισμένος ήρωας, μέσα στο σύμπαν του. Και εμείς;»

Χαμογέλασα για ακόμα μια φορά μέσα στην μέρα.

Ανατολή και δύση, οι δύο μοναδικές στιγμές που κάνουν αυτόν το γίγαντα προσιτό.

Οι μοναχοί στο Άγιο Όρος ακολουθούν ένα διαφορετικό ωράριο από το δικό μας. Ένα αόρατο ρολόι που λειτουργεί σύμφωνα με αυτήν ακριβώς τη διαδρομή. Ξυπνάνε όταν ξυπνάει και κοιμούνται όταν κοιμάται. Κάτι με κάνει να πιστεύω πως οι άνθρωποι εκεί μπορεί να ξέρουν κάτι παραπάνω.

Πλυμένος, ξυρισμένος και με τον ήλιο να έχει φωτίσει τα πάντα βγήκα από το σπίτι. Ήταν η εποχή που ακόμα η δροσιά σε έκανε να αισθάνεσαι μαγκωμένος. Κοίταξα τον κόκορα, τον βασιλιά της αυλής μου, που έκανε την καθημερινή του περιπολία, πάνω σε ένα άρμα καθαρά δικής του εμπνεύσεως. Ο Σαμ είχε πάψει από καιρό να τον φοβάται και ο φωνακλάς κόκορας ανέβαινε πάνω στο καβούκι του εποπτεύοντας τα ανάκτορά του.

«Ε, βασιλιά κόκορα, άσε τον Σαμ ήσυχο». Του φώναξα από την βεράντα. Με κοίταξε, υπεροπτικά. Το κόκκινο λειρί του σειόταν σε κάθε βήμα του Σαμ, που τον έφερνε όλο και πιο κοντά στα μαρούλια που είχαν φυτρώσει στον κήπο.

Το κρύο με ανάγκασε να γυρίσω γρήγορα μέσα στο σπίτι, αφήνοντας τη χελώνα με τον κόκορα να παίζουν με την ησυχία τους.

Έκλεισα την πόρτα πίσω μου καθώς το κορμί μου ριγούσε. Η ζέστη που έβγαινε από τη ξυλόσομπα μετέτρεπε τον χώρο σε μια πολύ φιλόξενη εστία. Έτριψα τις δυο παλάμες μου γρήγορα, ενώ είχα αποφασίσει από ώρα πριν να ετοιμάσω έναν ζεστό, αχνιστό, ελληνικό καφέ. Στο πικάπ έπαιζε το California Dreamin, των The Mamas and the Papas. Με το ζεστό φλιτζάνι στα χέρια και με τη θέρμη του χώρου να με έχει απελευθερώσει, κάθισα να ξεκινήσω το βιβλίο που από καιρό είχα στον μυαλό μου να γράψω. Το είχε σχεδιάσει σαν ένα μανιφέστο, που θα αποτελούσε την απόδειξη ότι η ψυχή μου θα προσπαθούσε να αποδράσει από την έρημό της.

Με απόλυτη προσοχή τακτοποίησα τα λευκά χαρτιά δεξιά, ενώ στα αριστερά μου άφησα κενό χώρο για τα φύλλα που θα είχα γράψει. Διευθέτησα τα πράγματα του γραφείου με τη σειρά που ήθελα να τα βλέπω, άφησα τον καφέ μου πάνω σε ένα περίτεχνο ξύλινο σουβέρ, φερμένο από τη μακρινή Ινδία και κάθισα απέναντι από την παλιά γραφομηχανή μου.

Τα δάχτυλά μου είχαν ήδη πάρει θέση, έτοιμα να ξεκινήσουν να πληκτρολογούν γράμματα. Ωστόσο έμεναν μετέωρα. Τράβηξα το βλέμμα μου από το χαρτί αφήνοντας το να περιπλανηθεί μέσα στο σαλόνι. Στάθηκε, τυχαία ηθελημένα δεν ξέρω, πάνω σε έναν μικρό πίνακα, που είχα αγοράσει για λίγες ρουπίες, από ένα παζάρι στην Ινδία.

Δεν το έλεγες και το πιο εντυπωσιακό έργο τέχνης, αλλά για κάποιον λόγο με είχε συγκινήσει και ακόμα με άγγιζε βαθιά μέσα μου.

Ακούμπησα απαλά με τα δάχτυλά μου τα γράμματα της γραφομηχανής και ξεκίνησα να γράφω κάτι αόριστο, η όψη του πίνακα με ανάγκασε να σταματήσω. Έβγαλα το χαρτί με τα ελάχιστα γράμματα και πέρασα ένα καινούργιο λευκό. Ήταν παράξενη η αίσθηση. Πρώτη φορά ένιωθα πως ο πίνακας αυτός μπορούσε να περιέχει δύναμη μέσα στα χρώματα και την αναπαράστασή.

Κάθισα να τον παρατηρώ, υπνωτισμένος και μαγεμένος μαζί. Βούτηξε η σκέψη μου μέσα σε μια θάλασσα γαλάζια, που χανόταν στα βάθη του ορίζοντα. Μέσα σε ένα μικρό πλοιάριο με πανιά λευκά, σαν σαΐτες, από αυτά που υπάρχουν σε αφθονία στις θάλασσες της Ινδίας. Να ταξιδεύει ανέμελα, χωρίς προορισμό, στο βάθος του καμβά.

Με κάποιο μαγικό τρόπο η αναπαράσταση με πήρε μαζί της, με παρέσυρε στο ταξίδι της.

Ήμουν σίγουρος πως έβλεπα μέσα στη βάρκα τον εαυτό μου, να κρατάει κάποιο από τα πανιά.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Χάθηκα μέσα στη σκέψη, στον πίνακα, στο όνειρο, στο γαλάζιο.

Αισθάνθηκα σαν ένας απ' αυτούς τους παράτολμους εξερευνητές, έτοιμος να ταξιδέψω σε μέρη και χώρες που δεν είχα φανταστεί ποτέ.

Μαγεμένος γύρισα το βλέμμα μου στον ορίζοντα, προσπαθώντας να δω τα όρια της θάλασσας. Έμοιαζε απέραντη.

Μέσα στην βάρκα δεν ήμουν μόνος, υπήρχαν ακόμα δυο άντρες. Δεν είχαμε ανταλλάξει ακόμα κουβέντα. Γελούσαν τα μάτια και τα πρόσωπά τους κάθε φορά που αντικρίζαμε κάτι ξεχωριστό, όπως τα δελφίνια που από ώρα ακολουθούσαν την ρότα της βάρκας μας.

Αναρωτήθηκα αν είχαν βρεθεί σε αυτό το πλοιάριο όπως εγώ, αν ήταν άνθρωποι σαν εμένα, που ήθελαν να εξερευνήσουν, που ήθελαν να επαναστατήσουν, να αφήσουν έντονα τα ίχνη τους στον κόσμο που ζούσαν ή ήταν απλά ένα όμορφο σκηνοθετικό πλάνο της φαντασίας μου. Δεν μόχθησα να το εξακριβώσω, αυτή ήταν η μαγεία, βρισκόμουν άλλου.

Έριξα ένα νοσταλγικό, ακαθόριστο βλέμμα για τον τόπο που άφηνα. Είχα αποφασίσει πως θα συνέχιζα το παράδοξο αυτό ταξίδι.

Τα ίχνη του κοψίματος που έκανε το μονοκάταρτο πλοιάριο στο γαλάζιο υγρό στοιχείο ήταν η μοναδική εικόνα που καθόριζε την κίνηση μας. γύρω μας μόνο θάλασσα.

Βλέποντας αυτόν το λευκό, αφρώδη κυματισμό να σβήνει όσο μακραίναμε, αναρωτήθηκα αν σβήνει με τον ίδιο τρόπο, όπως στη θάλασσα, η πορεία που κάνει το καΐκι της ύπαρξής μας στο απέραντο γαλάζιο που λέγεται ζωή. Ένας από τους συντρόφους μου λες και άκουσε αυτές τις σκέψεις μου απάντησε χωρίς δισταγμό.

«Ανάλογα με την ταχύτητα και την ένταση που σκίζεις τη θάλασσα διαμορφώνεται το κύμα και αυτό με την σειρά του καταλήγει σε μια γη για να γράψει τα ίχνη του».

Ξαφνιάστηκα από την απάντηση, ωστόσο την ίδια στιγμή ακόμα μια ερώτηση βγήκε από τα χείλη μου.

«Δηλαδή η γη είναι ένα μεγάλο βιβλίο που καταγράφει τα πάντα;»

Με ένα κούνημα του κεφαλιού του και με μια κίνηση του χεριού του, που άγγιξε το στήθος του, μου έδωσε να καταλάβω πως όλα είναι γραμμένα πάνω στη γη και την καρδιά.

Στάθηκα μια στιγμή, παρατήρησα το πρόσωπο αυτού του ανθρώπου, πόσο γνώριμο. Ικανοποιημένος ωστόσο από την απάντηση χαμογέλασα και άνοιξα τα χέρια μου, πήρα μια βαθιά ανάσα και η αλμύρα, ο καθαρός αέρας με πλημμύρισαν, ανοίγοντας διάπλατα και την ψυχή μου.

Η ώρα είχε περάσει, ήδη νύχτωνε και ο ουρανός χρωματιζόταν με τις αποχρώσεις του μοβ και του γκρι. Ένα μακρινό νησί φάνηκε στα δεξιά μας, χωρίς να χρειαστεί να μιλήσουμε, αποφασίσαμε πως ήταν το ιδανικό μέρος για να ξεκουραστούμε.

Μόλις πια το φως της ημέρας δεν έφτανε για να δούμε πέρα από την μύτη μας, καταφέραμε να βγούμε στην στεριά και να προλάβουμε να ανάψουμε φωτιά που θα μας κρατούσα ζεστούς αλλά και θα έψηνε το φαγητό μας.

Μου έκανε εντύπωση πως μια ψητή πατάτα, λίγα λαχανικά και μια κούπα κρασί ήταν ικανά για να σπάσει ο πάγος ανάμεσα σε άγνωστους. Ωστόσο κάτι ακόμα που μου έκανε εντύπωση ήταν που κανείς δεν ρώτησε τον άλλον με ποιο τρόπο βρέθηκε σε αυτήν την βάρκα. Η φυσική περιέργεια του ανθρώπου είχε εξαφανιστεί.

Την ώρα του φαγητού μιλήσαμε για πολλά και είπε ο καθένας την άποψη του του γι' άλλα τόσα! Φιλοσοφούσαμε και γνωριζόμασταν καλύτερα, όμως όταν η συζήτηση έφτασε στο θαύμα που λέγεται φύση, εκεί η κουβέντα πήρε φωτιά.

Ένας από τους συνταξιδιώτες μου αποφάσισε να μας αφηγηθεί μια απίστευτη εμπειρία που έζησε σε μια από τις πολλές ζούγκλες που υπάρχουν στην Ινδία. Φάνηκε ενδιαφέρουσα και περιμέναμε με ανυπομονησία να ξεκινήσει την αφήγηση.

«Το χωρίο μου, το Ραιχγκάρ, βρίσκεται πολύ κοντά στην ζούγκλα και δεν είναι λίγες οι φορές που πηγαίνω μέσα σε αυτήν για να παρατηρήσω τα πουλιά, αλλά και κάποια από τα υπόλοιπα ζώα που μου κάνουν την τιμή να εμφανιστούν. κάθε φορά που πηγαίνω έχω έναν στόχο, να καταφέρω αποβάλω από το μυαλό μου την εικόνα που έχουμε γι' αυτά. Ψάχνω να βρω την τεχνική που θα με έκανε να τα δω, σαν να τα έβλεπα για πρώτη φορά, να βρω τον τρόπο να αποδράσω από την παγιωμένη οπτική. Ωστόσο με δυσκολεύει τόσο πολύ αυτή η προσπάθεια που στο τέλος, πάντα παραιτούμαι.

»Η μονοτονία όλων των εικόνων καθημερινά μας κάνει να βλέπουμε τους γείτονες της ζωής μας αδιάφορα. Αδυνατούμε να δούμε την μοναδικότητα τους, την ομορφιά τους. Όμως εκείνη την ημέρα συνέβη αυτό που περίμενα να μου συμβεί. Απαγκιστρώθηκα από αυτήν τη συνηθισμένη εικόνα.

»Περπατούσα μέσα στη ζούγκλα για πολλές ώρες σχεδόν μηχανικά, χωρίς κάποιο σκοπό ή στόχο. Ήμουν απόλυτα σίγουρος πως ήξερα καλά τα μονοπάτια της και αυτό αποδείχθηκε λάθος καθώς κατάφερα να χαθώ. Πανικοβλήθηκα, φοβήθηκα πως δεν θα βγω από μέσα της, και όσο περισσότερο πάσχιζα να βρω τον δρόμο της επιστροφής, τόσο πιο πολύ χανόμουνα μέσα στα σπλάχνα της.

»Άξαφνα και ενώ ήμουν εντελώς απελπισμένος, ένιωσα δύο λαμπερά μάτια να με παρατηρούν. Έμοιαζε σαν η ίδια η φύση να με κοιτούσε. Σκέφτηκα φοβισμένος πως ήρθε το τέλος μου και ακριβώς εκείνη τη στιγμή συνέβη το θαύμα. Οι αισθήσεις μου κατάφεραν να πετάξουν το πέπλο της συνήθειας και μπορούσα πια να προσεγγίζω τα πάντα σαν να ήταν άγνωστα.

»Η μόνη λογική εξήγηση που δίνω σε αυτήν την απρόσμενη αλλαγή που συντελέστηκε ήταν πως το αίσθημα της επιβίωσης ανάγκασε το μυαλό μου να βλέπει τα πράγματα με άλλα μάτια, ίσως με τα μάτια του αρχέγονου.

Όσο περπατούσα και χωνόμουν βαθιά μέσα στη ζούγκλα, τόσο αυτή η λαμπερή ματιά που με ακολουθούσε γινόταν πιο έντονη. Όλα παρέμεναν άγνωστα γύρω μου. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή, την άκουγα να χτυπάει τρομοκρατημένη, ένα γεγονός που εξέπληξε αφού δεν ένιωθα καθόλου τρομαγμένος. Ένιωθα πως εγώ και η καρδία μου βρισκόμασταν σε ξεχωριστά σώματα.

»Ακριβώς τη στιγμή που σκεφτόμουν όλα αυτά, μέσα από τις φυλλωσιές πετάχτηκε μια τεράστια τίγρη. Θα πρέπει να είχε το διπλάσιο μέγεθος από αυτές που είχα δει στον ζωολογικό κήπο. Σε κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να το έχω βάλει στα πόδια, μήπως έχω έστω και μια πιθανότητα να σωθώ. Όμως τα πόδια μου είχαν κοκαλώσει,

»Η τίγρη είχε καθίσει και με ζύγιζε με το βλέμμα της, εγώ στεκόμουν ακίνητος απέναντί της, αναμένοντας το μοιραίο μέχρι την στιγμή που ένα μικρό τιγράκι πετάχτηκε παιχνιδιάρικα από εκεί που μόλις είχε βγει η μάνα του. Με αυτή την νέα εικόνα στα μάτια το αίμα μου στην κυριολεξία πάγωσε. Ήξερα πως μια μαμά τίγρη θα προστάτευε το μικρό της από μια απειλή με οποιοδήποτε κόστος, κατανοούσα, δεν ήμουν αφελής πως στην προκειμένη περίπτωση η απειλή ήμουν εγώ.

»Δεν μπορούσα να σκεφτώ κάποια λύση, αλλά δεν υπήρχε και κάποια διαφυγή. Απελπισμένος πήρα την απόφαση να μην κάνω καμία βιαστική κίνηση. Την ίδια στιγμή είδα τη μαμά τίγρη να είναι έτοιμη να επιτεθεί. Το μικρό αιλουροειδές αιφνιδίασε με μια κίνηση αιφνιδίασε εμένα και την μητέρα του καθώς έτρεξε κοντά μου ανέμελο και ξεκίνησε να παίζει με τα κορδόνια των παπουτσιών μου. Τι το ήθελε; Η μητέρα του μ' ένα γρύλισμα προειδοποίησης, που εμένα μου έκοψε τα γόνατα, προσπάθησε να το φωνάξει πίσω, όμως ο κιτρινόμαυρος τινέιτζερ την αγνόησε επιδεικτικά.

»Βρήκα το θάρρος, ίσως από αμηχανία ή από υπέρμετρη ηλιθιότητα και έσκυψα κοντά του.

»Η μητέρα αυτόματα έκανε δύο με τρία απειλητικά βήματα προς το μέρος μου. Για πρώτη φορά στη ζωή μου δε λειτούργησα με το μυαλό παρά μόνο με το ένστικτο. Ανέκτησα αμέσως την ψυχραιμία μου και άπλωσα το χέρι να χαϊδέψω το μικρό, παίζοντας μαζί του.

»Η μητέρα κοντοστάθηκε, ίσως να φοβήθηκε για το μικρό της όμως έδειξε να παίρνει με καλό μάτι τον νέο φίλο του γιου της. Μας παρακολούθησε για αρκετή ώρα όσο παίζαμε και λίγο αργότερα, μ' έναν δυνατό ήχο, σαν νιαούρισμα, κάλεσε τον μικρό πίσω.

Όμως πλέον είχε δύο παιδιά που δεν την άκουγαν, τον μικρό και εμένα.

»Την κοίταξα και με κοίταξε μ' ένα βλέμμα συγκατάβασης, στη συνέχεια γύρισε προς τα δυτικά και ξεμάκρυνε. Το τιγράκι την ακολούθησε για λίγο, αλλά αφού έκανε μερικά βήματα γύρισε προς το μέρος μου, με κοίταξε με το γαλάζιο βλέμμα του και μ' ένα γλυκό νιαούρισμα με κάλεσε μαζί τους. Δεν το σκέφτηκα καθόλου, άλλωστε δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω και με αρκετή δόση αφέλειας τους ακολούθησα. »Το μικρό πότε πότε έφευγε από τα πόδια της μαμάς του, ερχόταν κοντά μου, με πείραζε και έτσι έβρισκα και εγώ την ευκαιρία να παίζω μαζί του.

»Μετά από αρκετή ώρα περιπλάνησης και παιχνιδιού καταφέραμε να βγούμε σ' ένα τεράστιο ξέφωτο, όπου υπήρχε ένα μεγάλο μονοπάτι, από εκείνα που ανοίγουν στη ζούγκλα οι άνθρωποι για να μπορούν να τη διασχίζουν χωρίς να έχουν το φόβο των άγριων ζώων.

»Μ' ένα δυνατό γρύλισμα προς το μέρος μου η μητέρα του μικρού τίγρη μού έδωσε να καταλάβω πως εδώ τελείωνε η κοινή μας διαδρομή. Το τιγράκι - που του είχα δώσει το όνομα Blueeyes - ήρθε κοντά μου και με την τραχιά γλωσσίτσα του έγλυψε τις παλάμες μου. Μετά, χάθηκε μες στις πυκνές φυλλωσιές τρέχοντας. "Ευχαριστώ" φώναξα στη μαμά τίγρη.

Γύρισε. Την είδα, νομίζω, να χαμογελάει και να κουνάει προς τα κάτω το κεφάλι, σαν να μου ανταπέδιδε το ευχαριστώ. Ύστερα χάθηκε και αυτή μέσα στα δέντρα, σαν να μην υπήρξε ποτέ.

»Το μονοπάτι όπου με είχαν οδηγήσει οι δύο τίγρεις με έβγαλε από τη ζούγκλα μέσα σε λίγα λεπτά. Όλη τη διάρκεια της διαδρομής σκεφτόμουν πως η μαμά του Blueeyes με είχε βοηθήσει ηθελημένα. Ήμουν σίγουρος πως είχε καταλάβει ότι είχα χαθεί και πως δεν είχα καμία πρόθεση να πειράξω κανέναν και τίποτα. Οι δυο τίγρης είχαν την αντίληψη να κατανοήσουν πως ήμουν απλά ένα ζώο σαν αυτά και πως βρισκόμουν σε δύσκολη θέση. Με βοήθησαν και μόνο αυτή την εξήγηση μπορώ να δώσω γι' αυτή την παράξενη ιστορία που βίωσα».

Αποσβολωμένος, με ένα αίσθημα καλώς εννοούμενης ζήλιας άκουσα την πανέμορφη ιστορία. Ήταν πραγματικά μια εμπειρία μοναδική, που θα ήθελα να την είχα ζήσει και εγώ. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα το φίλο μου, τον Σαμ. Μπορεί να ήταν μια πολύ απλή και συνηθισμένη χελώνα, όμως πότε πότε καθόμουν απέναντί του και του μιλούσα με τις ώρες. Ίσως να ακουστεί παράξενο, αλλά και αυτός έδειχνε να με καταλαβαίνει απόλυτα.

Μετά από αυτήν τη διήγηση δε μιλήσαμε για τίποτε άλλο. Ήταν προφανές πως θεωρήσαμε και οι τρεις πως έπρεπε να σκεφτούμε αυτή την ιστορία.

Σταθήκαμε μπροστά στη φωτιά και ακούγαμε τα ξύλα που έτριζαν μες στην αγκαλιά της.

Αυτό που σκεφτόμουν εγώ γι' αυτήν τη διήγηση είναι πως τα παιδιά - όπως το τιγράκι - βλέπουν όλο τον κόσμο με απόλυτη αθωότητα, ακόμα και τον ίδιο τον εχθρό τους.

Αναρωτήθηκα φωναχτά μήπως κάποτε, σε κάποια άλλη εποχή, η αρχέγονη γνώση και μνήμη όλων των πλασμάτων δεν είχε εχθρούς και ζούσαν όλοι μαζί, αρμονικά. Χαμογέλασαν και οι δύο συνταξιδιώτες μου, όμως είχε περάσει η ώρα και αποφασίσαμε να συζητήσουμε πάνω σε αυτό το θέμα κάποια άλλη στιγμή. Ξαπλώσαμε και χωρίς να το καταλάβουμε μας πήρε ο ύπνος, κοιτάζοντας τον έναστρο ουρανό που απλωνόταν από πάνω μας. Η αυριανή ημέρα πλησίαζε.