Τα Παπούτσια ενός Τρελού
Προσθέστε υπότιτλο εδώ

                                                                             (Η)

Έβαλα το κλειδί στην πόρτα, αυτή άνοιξε απαλά, ένα αχνό φως με υποδέχτηκε μες στο σπίτι, κεριά και αρώματα από λεβάντα και βανίλια κυριαρχούσαν στον χώρο μαζί με μια απόλυτη ηρεμία, στάθηκα λίγο ακίνητος χωρίς να έχω κλείσει την πόρτα και ένιωσα προστατευμένος, ζεστός, ήσυχος.

Το νερό που ακουγόταν αχνά σχεδόν μέσα από το ντους μου χάρισε στο πρόσωπο ένα χαμόγελο ευτυχίας ενώ χάρισε μουσική από ζωή μέσα στο άδειο σπίτι.

Στο μυαλό μου έφερα αμέσως την εικόνα ενός όμορφου, οικείου σώματος που το αγκάλιαζε το νερό.

Άνοιξα όσο πιο απαλά μπορούσα την πόρτα του μπάνιου, μια ζεστή ομίχλη από το ζεστό νερό είχε γεμίσει τον χώρο, ενώ το γνώριμο κορμί λικνιζόταν μέσα από το θαμπό γυάλινο προστατευτικό.

Έδειξε να μην με έχει ακούσει, έτσι χωρίς να δηλώσω την παρουσία μου και χαλάσω την όμορφη ατμόσφαιρα της σιωπηλής ενοχής έφυγα το ίδιο σιγά όπως είχα μπει.

Τα παπούτσια μου με είχαν κουράσει πολύ σήμερα, με έναν αναστεναγμό ανακούφισης τα έβγαλα και τα πέταξα λίγο πιο πέρα, τα κοίταξα αφηρημένα για λίγα δευτερόλεπτα αναποφάσιστος για το τι ακριβώς ήθελα να κάνω.

Το νερό μέσα στο ντους ακουγόταν ακόμα, μάλλον είχα ακόμα λίγη ώρα ώστε να καταφέρω να κρατήσω κρυφή την παρουσία μου.

Έβαλα ένα Μαρτίνι με πάγο και κάθισα στον καναπέ απέναντι από το τζάκι, που δεν πρέπει να ήταν αναμμένο πάνω από μισή ώρα.

Τα κούτσουρα ακόμα δεν είχαν αρπάξει καλά ενώ μικρά κλαράκια βρισκόντουσαν δεξιά και αριστερά καμένα και μισοσβησμένα, οι φλόγες είχαν ξεκινήσει να αγκαλιάζουν τα ξύλα καθώς χόρευαν γύρω τους ένα χορό ερωτικό αλλά και καταστροφικό μαζί. Προσπαθούσαν με κόλπα και αισθησιακά λικνίσματα να ξεγελάσουν το ξύλο αλλά αυτό ήδη γοητευμένο από την ζέστη του χορού δεν είχε άλλη υπομονή, δεν άντεχε άλλο να παίζουν μαζί του, ήθελε να καεί, να πέσει πάνω του η φωτιά και να το ταξιδέψει στα ουράνια και μετά ας μείνει μόνο η στάχτη του που θα μαρτυρά αυτήν την αγάπη, αυτόν τον σύντομο έρωτα που έζησε.

Οι ήχοι, οι τριγμοί από τα κούτσουρα που καίγονταν σε ανατρίχιαζαν αλλά ήταν μαγικοί, ανόθευτοι ήχοι, ήχοι της φύσης.

Μια γουλιά ακόμα από το ποτό που είχα στα χέρια μου και είχα ήδη χαθεί μέσα στις φλόγες.

Τα μάτια μου ένιωθαν και ζούσαν την φλόγα, την θερμότητα.

Τα είχα μισοκλείσει λίγο μπας και μπορέσω ώστε να δω τις παραισθήσεις που γεννιούνται.

Τι ομορφιά, τι αγριάδα, τι πρωτόγονες που έμοιαζαν όλες αυτές οι μορφές μέσα σε αυτήν την κόλαση της φωτιάς.

Πέρναγαν μπρος από τα μάτια μου χορεύοντας, αιωρούμενες καταστροφικά πάνω σε αυτό που τις γένναγε, ενώ αν κοίταζες πιο βαθιά, κόκκινα, κατακόκκινα βράχια χώριζαν δυο θεϊκές μορφές.

Η φλόγα λίγο, λίγο με σύμμαχό τον χρόνο έσκαψε το ξύλο, οι μορφές σπάσανε τα βράχια στα δυο και ενώθηκαν, και μόλις ενώθηκαν πήγαν πιο ψηλά, όλο και πιο ψηλά προς τον ουρανό, η μια βοηθώντας την άλλη ενώ από κάτω ο θρυμματισμένος κόκκινος βράχος πλέον γινόταν στάχτη μπροστά στην δύναμη του κρυστάλλινου αυτού έρωτα.

Άκουσα την φωνή της να φωνάζει το όνομα μου. Κοίταξα γύρω μου και την είδα να στέκεται στην πόρτα και να με κοιτάζει με αυτήν την ματιά που με είχε κοιτάξει και την πρώτη μέρα που την γνώρισα.

Ήταν φανερό ότι ακόμα η φλόγα υπήρχε μέσα της.

«Σ' αρέσει η φωτιά;» Με ρώτησε.

Της έγνεψα χαμογελώντας ενώ το πρόσωπο της φωτιζόταν από την φλόγα που έβγαινε από το τζάκι.

Με πλησίασε με ένα φιλί στα χείλη, τα βρεγμένα μαλλιά της έπεσαν στο πρόσωπο μου και η νοτισμένη σάρκα της ανατρίχιασε το κορμί μου.

Τα πάντα ξαφνικά χάθηκαν, εκτός από αυτήν.

Μέσα σε όλο αυτό το σπίτι υπήρχε μόνο αυτή, η φλόγα που καίει.

Με τύλιξε δίχως ενοχή και χωρίς προειδοποίηση.

Οι βράχοι κύλισαν, έσπασαν, μια θάλασσα ανοίχτηκε μπρος καταγάλανη, φωτεινή.

Ο ορίζοντας πλέον φαινόταν ολοκάθαρος, η γη απέναντι φάνταζε η γη της επαγγελίας.

Το καράβι περίμενε στο λιμάνι για να μας πάρει να μας πάει εκεί.

Μπάρκο, βίρα τις άγκυρες, μπουνάτσα ο καιρός, φύγαμε.