ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ 58a
Προσθέστε υπότιτλο εδώ

 A

Βρισκόμουν στο σπίτι, μετά την δουλειά, περίπου στις έξι το απόγευμα, προσπαθώντας να μαγειρέψω μια υπέροχη συνταγή, που βρήκα στο διαδίκτυο. Μου έκανε και εμένα εντύπωση γιατί την χαρακτήριζα υπέροχη. Εν' τω μεταξύ, τον ίδιο ακριβώς χαρακτηρισμό, είχα αναφέρει και στην Άννα στο τηλέφωνο, όταν με ρώτησε τι φαγητό έφτιαχνα. Ήταν καλεσμένη μου, μια μικρή ηρωίδα, όπως η ίδια και οι φίλοι μας την χαρακτήριζαν, αφού είχε το προνόμιο, να δοκιμάζει κάθε πειραματισμό μου πάνω στην μαγειρική. Με ρώτησε, δυο τρεις φορές, με ποιο τρόπο γνώριζα ότι ήταν υπέροχη αυτή η συνταγή και η αλήθεια ήταν πως δεν είχα ούτε ένα πειστικό επιχείρημα να της δώσω, πέραν της καταπληκτικής μαγειρικής μου δεινότητας. Μια παύση και πνιχτά γέλια στην άλλη πλευρά του ακουστικού, με έκαναν να μετακινηθώ αμήχανα στον καναπέ μου. Σε περιμένω στις εννέα και μισή, ακριβώς. Της είπα, δήθεν αυστηρά, για να της τονίσω πως και αυτή, στα ραντεβού της, δεν ήταν Αγγλίδα.

Το ψητό μοσχαράκι, με σάλτσα από κόκκινο κρασί, γαρνιρισμένο με πατάτες, ψημένες σε μαύρη μπίρα, που συνοδεύονταν από μια παράξενη σάλτσα, με βάση την μουστάρδα και το σαφράν με είχαν ξεσηκώσει. Για πρώτο πιάτο ετοίμαζα μια σαλάτα, με ψιλοκομμένη ντομάτα, πιπεριά τσίλι, φρέσκο κρεμμύδι, μαϊντανό και μαρούλι. Όλα, το επιβεβαιώνω αυτό, θα ήταν ψιλοκομμένα, αν την ώρα που δημιουργούσα δεν χτυπούσε το τηλέφωνο.

«Ακαδημίας, πενήντα οκτώ». Αυτή ήταν η τελευταία κουβέντα και η διεύθυνση που μου έδωσαν, προκειμένου να παρευρεθώ σε μια ομιλία, με ένα θέμα, που το ξέχασα, ακριβώς την στιγμή που το ανέφεραν.

Τους εξήγησα, πολύ ευγενικά, ότι δεν θα μπορούσα να παρευρεθώ. Χρησιμοποίησα την ίδια λέξη που μου είχαν πει, γιατί δεν είχα άλλη εύκαιρη και κομψή, για να τους πω ότι πίστευα πως θα έχανα τον χρόνο μου. Ωστόσο, την ίδια στιγμή που έκλεινα το τηλέφωνο και ήμουν έτοιμος να ψιλοκόψω τα φύλλα από τα μαρούλια με τον μαϊντανό, κάτι με έκανε να σκέφτομαι συνεχώς αυτό το τηλεφώνημα. Έπρεπε να το παραδεχθώ πως υπήρχε κάτι παράδοξο σε όλο αυτό, κάτι που με γυρνούσε πίσω στον χρόνο.

Δεν με ενδιέφερε καθόλου μια ακόμα ομιλία, βαριόμουν ειλικρινά να πάω και δεν είχα ανακαλύψει, έστω και έναν, ηλίθιο λόγο, για να ξεσηκωθώ από το σπίτι μου και να ακούσω κάποιον να μιλάει, για θέματα που δεν με αφορούσαν. Παρόλα αυτά η διεύθυνση καρφώθηκε στο μυαλό μου.

Ακαδημίας, πενήντα οκτώ.

Ένα από τα αγαπημένα μου χόμπι, πέραν από το να προσπαθώ να φέρω σε σύγχυση τους γευστικούς κάλυκες της Άννας, ήταν να περιφέρομαι, άσκοπα, μέσα στον βαθύ αστικό ιστό και να ανακαλύπτω. Το τι, δεν με ενδιέφερε. Μπορεί να ήταν μια κορεάτικη ταινία, που πολύ αργότερα θα έπαιρνε και όσκαρ. Ένα ταχυφαγείο με γεύσεις από κάποια άγνωστη χώρα. Ειλικρινά, μια φορά, έψαξα την χώρα στο Google, για να βεβαιωθώ ότι υπήρχε. Street food from Curaçao! Μέχρι εκείνη την ημέρα ήξερα το λικέρ Blue Curaçao, για την νέα χώρα, έμαθα εκείνη την ημέρα, όπως την ίδια ακριβώς στιγμή δοκίμαζα και ένα από τα πολλά, πρόχειρα σνακ, που φτιάχνουν οι καντίνες, σε αυτήν την νησιωτική χώρα της Καραϊβικής. Το θεώρησα καταπληκτικό που πρώτα γεύτηκα και μετά έμαθα ότι υπήρχε η χώρα!

Εννέα και μισή ακριβώς, αν είναι δυνατόν, άκουσα το κουδούνι της εξώπορτας να χτυπάει. Αγχώθηκα και εκνευρίστηκα, δεν είχα ετοιμάσει ακόμα την σαλάτα.

Η Άννα ανέβαινε τα σκαλιά, ενώ εγώ είχα αφήσει την πόρτα ορθάνοιχτη για να περάσει μόνη της μέσα.

Με επέπληξε με δυνατή φωνή, για να ακούσουν όλοι όσοι βρίσκονταν στην πολυκατοικία.

«Ωραίους τρόπους έχεις Αλέξη!»

Κλείσε την πόρτα, φώναξα μέσα από την κουζίνα και άκουσα την φωνή μου να αντηχεί σε όλα τα διαμερίσματα, μέχρι τον πέμπτο. Μπήκε γελώντας, ενώ προσπαθούσα να κόψω την σαλάτα καθώς την ίδια στιγμή, απέφευγα με μαεστρία τα δάχτυλα μου.

«Έχεις αργήσει!» Μου είπε γελώντας. Δεν είχε σταματήσει να γελάει και ομολογώ πως σήμερα με είχε του χεριού της.

Της εξήγησα, στα γρήγορα, τον λόγο που είχα μείνει πίσω στις παρασκευές μου και της υποσχέθηκα, πως μόλις καθόμασταν για να φάμε, θα της έλεγα, λεπτομερώς, τις σκέψεις μου. Όλη εκείνη την ώρα, που τελείωνα το πιάτο με την σαλάτα, βάζοντας μια πινελιά από μια βινεγκρέτ από μπαλσάμικο, λάδι, μέλι, ξύσμα πορτοκαλιού και μια ιδέα από τριμμένο φιστίκι Αιγίνης, είχα περιηγηθεί, νοερώς, στην Αθήνα και ήμουν έτοιμος για να της αποκαλύψω την ιστορία για εκείνη την μυστήρια διεύθυνση. Όσο το σκεφτόμουν ένας φόβος με έσφιγγε. Ποιος μου είχε τηλεφωνήσει από εκεί μέσα; Δεν ήταν βέβαιο ότι το τηλεφώνημα έγινε μέσα από εκείνο το μέρος, αλλά και μόνο που σε καλούσαν σε αυτό το, παράδοξο να το πω; κτίριο ...

Έβαλα τα τελευταία πιάτα, άνοιξα ένα μπουκάλι κρασί, από ποικιλία αμπελιών Μαλαγουζιά, που ήταν το αγαπημένο της Άννας και ήμασταν πλέον έτοιμοι για να γευτούμε την υπέροχη συνταγή και να της αποκαλύψω την ιστορία για την Ακαδημίας, 58a.

Τελειώσαμε το φαγητό μας και με μια κίνηση βγαλμένη από τις σελίδες του Σαβουάρ Βιβρ, που την σχολίασα αναλόγως, πήρε μια φέτα ψωμί και καθάρισε όλο το πιάτο από την σάλτσα. Ύστερα άφησε, με μια λεπτεπίλεπτη κίνηση, την πετσέτα της πάνω στο τραπέζι και μια μικρή αμφισβήτηση φάνηκε να γεννιέται κάπου βαθιά μέσα της.

«Τι συμβαίνει». Την ρώτησα. Μου απάντησε, θρασύτατα μπορώ να πω, πως δεν περίμενε ότι θα της άρεσε τόσο πολύ το πιάτο που της ετοίμασα.

«Η αλήθεια είναι ότι με εξέπληξες ευχάριστα, ξεπέρασες τον εαυτό σου, κάτι που βέβαια δεν ήταν και πολύ δύσκολο!» Την ευχαρίστησα για τα καλά της λόγια και της επέστησα την προσοχή πως το πιάτο της θα το γυρνούσα, εύκολα, στο ντουλάπι. Δεν χρειαζόταν καν πλύσιμο. Γέλασε χαιρέκακα και της ανταπέδωσα με τον ίδιο τρόπο. Ωστόσο στο μυαλό μου γυρνούσε ακόμα σε εκείνη η ομιλία, στο κέντρο της Αθήνας.

«Νιώθω την ανάγκη να σου μιλήσω για κάτι». Της αποκάλυψα. Με κοίταξε με απορία, ήταν από τις ελάχιστες φορές που της μιλούσα σοβαρά. Της έκανα νόημα να περάσει στο σαλόνι, σήκωσα το τραπέζι και κάθισα κοντά της στον καναπέ. Έβαλα μουσική και της γέμισα το ποτήρι.

«Τι έχει γίνει, φέρεσαι λίγο περίεργα. Δηλαδή, να σου πω την αλήθεια, αν δεν σε ήξερα, θα πίστευα πως δεν είσαι εσύ, αλλά ένας άλλος που μου κάνει πλάκα. Ρε μου κάνεις πλάκα;»

«Με κάλεσαν σε μια ομιλία». Χαμογέλασε. Ήταν βέβαιη πλέον πως της έκανα πλάκα και ξεκίνησε να ασχολείται με το κινητό της, προσπαθώντας να μεταφέρει την εμπειρία της σε όλη την παρέα. Προς τιμήν της και αρκετά γρήγορα, πρόσεξε πως δεν της ανταπέδωσα το χαμόγελο. Κούνησε το δάχτυλο της προς το πρόσωπο μου και πήρε το σοβαρό της ύφος.

«Και είναι τόσο σοβαρό αυτό;» Ρώτησε αφήνοντας το κινητό της στο τραπέζι. Δεν της απάντησα. Είχε επιτέλους καταλάβει πως δεν αστειευόμουν καθόλου.

Αναρωτήθηκα μήπως υπερέβαλα. Ίσως ότι είχα δει και ζήσει εκείνες τις ημέρες, να ήταν κάτι που συνέβη μόνο στην φαντασία μου. Και η αλήθεια ήταν πως όλα έμοιαζαν τόσο μακρινά, σαν να τα είχα ζήσει σε κάποιο όνειρο, το οποίο τώρα είχε ξεθωριάσει στο υποσυνείδητο μου.

Το ρολόι στον τοίχο έδειχνε δώδεκα και δέκα, ήπια μια γουλιά από το κρασί μου, έχοντας αποφασίσει να μην αποκαλύψω τους φόβους μου.

«Θα μου απαντήσεις ή θες να περάσω σε ανακριτικές μεθόδους».

«Το μοσχαράκι κρατούσε την γεύση του κόκκινου κρασιού ή μόνο στην σάλτσα το ένιωσες». Έσμιξε τα φρύδια της και τα μάτια της έγιναν σαν της γάτας, έτοιμης να επιτεθεί στο θήραμα της.

«Λες ένα πιο έντονο κρασί να έκανε καλύτερα την δουλεία του; Το πιστεύεις ή είναι μόνο δική μου αίσθηση».

«Άκου να δεις Αλέξη μου. Είναι μαύρα μεσάνυχτα, βλέπω στο πρόσωπο σου ότι κάτι σοβαρό σε απασχολεί και εμένα δεν με ξεγελάς. Ωστόσο τώρα μου λες βλακείες, και ναι, πράγματι, αν έβαζες ένα καλύτερο κρασί θα είχες πετύχει μια καλύτερη γεύση. Βέβαια πρέπει να παραδεχθώ, πως για τις δικές σου ικανότητες, μια χαρά ήταν το μοσχαράκι και αν έχεις αποφασίσει να μου σπάσεις τα νεύρα, σου ομολογώ ότι το έχεις καταφέρει. Πρέπει όμως να παραδεχθείς, ότι εσύ ξεκίνησες αυτήν την συζήτηση φίλε μου και νομίζω πως δικαιούμαι μια απάντηση.

»Α! και γέμισε ξανά το ποτήρι μου». Την κοίταξα σχεδόν έκπληκτος και πολύ περήφανος, που με μια μόνο ανάσα, η Άννα, είχε καταφέρει να τελειώσει αυτήν την επικών διαστάσεων φράση. Ένιωσα πως ίσως θα έπρεπε να την έχω χειροκροτήσει, αλλά το ένστικτο της αυτοσυντήρησης με συγκράτησε.

«Η αλήθεια είναι πως δικαιούσαι μια απάντηση αλλά δεν ξέρω αν πρέπει να την δώσω. Δεν θα ήθελα να σε μπλέξω με αυτό».

«Το ποιο; Ρε Αλέξη μίλα, σκας γάιδαρο».

«Μου αρέσει που αυτοσαρκάζεσαι». Είδα μέσα στα μάτια της, λέξεις που θα έβαζαν σε σοβαρό κίνδυνο την φιλία μας. Αποφάσισα πως τίποτε δεν άξιζε για να διακινδυνεύσω κάτι τέτοιο.

«Λοιπόν;» Η Άννα με πλησίασε και με κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Για μια στιγμή πάγωσε και στην αμέσως επόμενη τραβήχτηκε μακριά.

«Δεν μπορεί; Μετά από τόσα χρόνια;» Ξεροκατάπια. Δεν υπήρχαν λόγια. Η σιωπή έφερε μια παράξενη ατμόσφαιρα μέσα στο σαλόνι. Την παρακολουθούσα μέχρι την στιγμή που βγήκε από το σαλόνι. Δεν μπήκα στην διαδικασία να την ρωτήσω που πήγαινε. Θα την δικαιολογούσα απόλυτα αν έφευγε και ξαναρχόταν μετά από δέκα χρόνια. Άκουσα να γεμίζει το ποτήρι της με κρασί, που είχα αφήσει στην κουζίνα και λίγο μετά ήρθε και κάθισε απέναντι μου στον καναπέ.

«Δεν έφυγες;»

«Είσαι βλαμμένος; Δεν αφήνεις έναν άνθρωπο, που φτιάχνει τέτοιο μοσχάρι, με φτηνό κόκκινο κρασί».

«Με λες τσιγκούνη;» Την είδα που το σκεφτόταν λίγο.

«Τα υπόλοιπα επίθετα που σκέφθηκα σε κάνουν να δείχνεις χειρότερος. Ναι είσαι λίγο τσιγκουνάκος».

«Σε ευχαριστώ για το υποκοριστικό».

«Λέγε τώρα».

Η προστακτική σαν να με πάγωσε. Η μνήμη μετά από τόσα χρόνια δεν βοηθούσε σίγουρα. Ούτε τα πόσα χρόνια ακριβώς δεν θυμόμουν. Από εκείνη την, ηθελημένα, λησμονημένη εποχή, είχαν απομείνει μόνο εικόνες, σκόρπιες, δίχως αρχή και τέλος, σπαράγματα μιας ιστορίας που πλήγωνε με τον πιο δυνατό τρόπο. Στην ψυχή μου υπήρχε ένα κόμπιασμα ή κάτι παρεμφερές που δεν μπορούσα να το παρομοιάσω με μια λέξη ή τουλάχιστον να την εφεύρω. Ούτε καν το μούδιασμα, που νιώθεις, όταν μια ανάμνηση είναι τόσο δυνατή, δεν ήταν δυνατό να περιγράψει εκείνες τις ημέρες.

΄΄Πόσες ήταν;΄΄Αναρωτήθηκα αλλά απάντηση δεν υπήρχε. Κοιτούσα το κόκκινο κρασί, σαν υγρό διαμάντι, να ταλαντεύετε σε κάθε σπασμό των μυών του χεριού μου. Υπήρχα, αυτό ήταν μια πραγματικότητα. Οι παλμοί αποδείκνυαν ότι υπήρχε μέσα μου ζωή. Ωστόσο άδειος, από τότε άδειος, όσο και να προσπαθούσα να τυφλώσω, να ξεγελάσω, την ίδια μου την ύπαρξη, πως όλα πάνε καλά. Είχα πρόβλημα με τα νούμερα. Πάντα; Όχι! Μετά από τότε είχα πρόβλημα να θυμάμαι νούμερα. Χρονολογίες, πράξεις, ημέρες, διάστημα, το πέρασμα του χρόνου. Όλα ίδια, ανακατεμένα, χωρίς τακτοποίηση.

Στο πικάπ έπαιζε το Shadow της Lindsey Stirling. Πάντα βινύλιο, στο σπίτι υπήρχαν μόνο δίσκοι βινυλίου. Αυτός ο αρχαΐζων ήχος της βελόνας, που ακουμπούσε τον δίσκο, η επαφή των πραγμάτων, των σωμάτων, των χειλιών με έκανε να αισθάνομαι ρομαντικός. Αν ήμουν;

Είδα τις άκρες των παπουτσιών μου να κινούνται, το πλακόστρωτο ήταν γνωστό, ξεχαρβαλωμένο πεζοδρόμιο γεμάτο από λεκέδες από καφέ, μαύρα στίγματα από τσίχλες που είχαν γίνει ένα με την τσιμεντένια πλάκα, ρωγμές, που αποδείκνυαν πως ο χρόνος είναι ανελέητος ακόμα και για τα σκληρά και άψυχα αντικείμενα. Ακόμα και για τους ανθρώπους με τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά. Σκληροί και άψυχοι!

Η κίνηση στην εγγύς λεωφόρο δεν ήταν μεγάλη, δυο τρία αυτοκίνητα κάθε τόσο, απλά για να σηματοδοτούν την ύπαρξη της. Μια αρτηρία της πόλης, που χτυπά. Παλμός, μια απόδειξη, ανατάραξη του κρασιού στο κρυστάλλινο ποτήρι.

Κάποιος μου έπιανε το χέρι, το αγκάλιαζε. Αν και το ένιωθα ιδρωμένο πάνω μου δεν με πείραζε. Αντίθετα ήθελα να ιδρώσει περισσότερο, πάνω στην δική μου παλάμη, ο δικός μου ιδρώτας να ενωθεί με τον δικό της, αν ήταν δυνατό να είναι τόσο σφιγμένα που ...

Πρέπει να ήταν σούρουπο, έπεφτε ο ήλιος. Ποιος ήλιος; Που ήταν ο ήλιος μέσα σε μια πόλη; Έπαιζε κρυφτό μέσα από ψηλά κτίρια, από γωνίες και πίσω από λευκά σύννεφα. Ένα παιχνίδι. Που είσαι, βγες, θα σε βρω, μια τρεχάλα και φτου ξελεφτεριααά. Γέλια μέσα στα αυτιά μου, στις μνήμες μου, που ήταν έτοιμες για να εκραγούν.

Ανηφορίζαμε, όχι καμιά τρελή κλίση αλλά εγώ είχα φουσκώσει. Άτιμο πράγμα το τσιγάρο. Μια κόρνα και κάποιες ανάρμοστες εκφράσεις μου τράβηξαν την προσοχή. Ο ένας από τους δυο είχε βγει ο μισός έξω από το παράθυρο και έσκουζε, ο άλλος χαμένος, κρυμμένος πίσω από το τζάμι του αυτοκινήτου να προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί.

«Δεν με βλέπεις ρε μαλάκααααα!!!!» Τόσα πολλά φωνήεν σε μια λέξη. Τενόρος ο κύριος. Ίσως να τον ενέπνευσε η τοποθεσία, ακριβώς έξω από το θέατρο Ολύμπια ή Μαρία Κάλας.

Δεν υπήρξε απάντηση από τον υψίφωνο. Ο τενόρος, σίγουρος για την ορθότητα των λόγων του, αφού κανείς δεν του απαντούσε στα επιχειρήματα του, συνέχισε σε όλη την πορεία, μέχρι να απομακρυνθεί από το σημείο, να βγάζει στεντόρειες κραυγές.

Ένα γέλιο, ανέκφραστα πρόσωπα και το επεισόδιο θεωρήθηκε λήξαν. Ακόμα και ο άλλος οδηγός πάτησε γκάζι και έφυγε χωρίς να τοποθετηθεί στο φλέγον ζήτημα.

Λίγα συγχρονισμένα βήματα ακόμα, σαν μπαλαρίνες από την λίμνη των κύκνων, με έφεραν αντιμέτωπο με μια πόρτα και έναν δράκο. Έκανα ένα ή δυο βήματα πίσω.

«Τι θέλει αυτό το πράγμα εδώ;» Ρώτησα με απορία.

Ο ήλιος είχε πέσει πίσω από από το Φιλοπάππου. Το χέρι με είχε αφήσει, χωρίς να το καταλάβω με είχε αφήσει. Μια ανησυχία με πλημμύρισε, κοίταξα δεξιά και αριστερά μα δεν την είδα πουθενά. Οι περαστικοί με κοιτούσαν, με απέφευγαν, στην θέση τους και εγώ το ίδιο θα έκανα.

Άγγιξα την παλάμη μου για να νιώσω τον ιδρώτα, το χέρι μου ήταν στεγνό.

Ένιωσα ένα χάδι στον ώμο και ένα ταρακούνημα.

«ΕΕ!!! Είσαι μαζί μας; Γη καλεί Αλέξη». Η Άννα με κοιτούσε περίπου ανήσυχη, όχι ακριβώς, ίσως γιατί είχε καταλάβει τι είχε συμβεί.

«Πριν έντεκα χρόνια». Της είπα. Είχα επαναφέρει κάτι από τότε στην μνήμη μου.

«Τόσο άσχημα;»

«Δεν μπορώ να πω αυτήν την λέξη, δεν ταιριάζει».

«Δηλαδή, δεν ήταν άσχημα;»

«Έχουν περάσει τόσα χρόνια. Δεν θυμάμαι την αίσθηση».

«Και πως θυμάσαι εκείνη την περίοδο;» Δεν της απάντησα. Πριν λίγα δευτερόλεπτα της είχα πει πως δεν θυμόμουν. Την κοίταξα νευριασμένος, γιατί με ρωτούσε η Άννα τόσο επιτακτικά;

«Εγώ θυμάμαι, ότι τότε έμοιαζες ευτυχισμένος, απόλυτα ευτυχισμένος».

Η μνήμη μου για ακόμα μια φορά προσπάθησε να συνδέσει κομμάτια εκείνης της εποχής. Ένα παζλ χιλιάδων κομματιών, σκορπισμένα στο πάτωμα.

Στεκόμουν, μόνος, μέσα σε εκείνο το δωμάτιο, κοιτάζοντας τα πολύχρωμα κομμάτια. Έμοιαζαν λες και πριν λίγα δευτερόλεπτα είχε θρυμματιστεί κάτι ιδιαίτερα πολύτιμο και εύθραυστο. Το δωμάτιο ήταν απόλυτα τετράγωνο, δεν υπήρχε ούτε μια εσοχή που να σπάει το απόλυτο. Το ξύλινο πάτωμα ήταν γυαλισμένο, καφέ ανοικτό και οι τοίχοι, μια απόχρωση σκληρού λευκού. Από ένα παράθυρο, λίγο πιο ψηλά από εκεί που θα έπρεπε να βρίσκεται, εισχωρούσε ένα ζεστό φως. Δεν υπήρχαν έπιπλα, αλλά δεν υπήρχε ούτε πόρτα! Γύρισα το βλέμμα μου τριακόσιες εξήντα μοίρες, ώσπου γύρισε στο ίδιο σημείο από όπου είχε ξεκινήσει. Με κάποιο τρόπο είχα μπει σε αυτό το δωμάτιο, αλλά δεν ήξερα το πως. Από το ταβάνι κρεμόντουσαν κάτι σκουριασμένες αλυσίδες. Είχαν μια ανεπαίσθητη ταλάντωση, χωρίς να είναι φανερή η αιτία αυτής. Γονάτισα και χωρίς να αγγίξω τα κομμάτια, προσπάθησα να αποφασίσω, από που θα ήταν λογικό να ξεκινήσω.

Η πόρτα, με τον δράκο, ήταν ακόμα απέναντι μου ή για να ακριβολογώ, βρισκόμουν εγώ ακόμα απέναντι της. Ακούμπησα πάνω στο κιγκλίδωμα του πεζοδρομίου και σήκωσα το βλέμμα για να παρατηρήσω το παράδοξα μακρόστενο κτίριο. Ακόμα ένας δράκος, πολύ πιο μεγάλος, στεκόταν στην μετόπη του μπαλκονιού, πάνω από την πόρτα και τον φεγγίτη με τα σκουριασμένα κάγκελα. Έμοιαζε να εκτελεί χρέη ακοίμητου φρουρού. Τα φτερά του ήταν ανοιγμένα, σαν να ήταν έτοιμος να εφορμήσει στον ανεπιθύμητο επισκέπτη, που θα είχε το θράσος να τολμήσει να αγγίξει την πόρτα. Μια καστρόπορτα που φάνταζε απόρθητη. Δεν θα μου προξενούσε καμιά έκπληξη, αν τυχών, την στιγμή που θα έπαιρνα την απόφαση να πλησιάσω, με έλουζε με φωτιά, που θα έβγαινε από τα σωθικά του.

Το χέρι που με αγκάλιαζε μου έλειπε ακόμη, η αίσθηση ασφάλεια που μου χάριζε, τώρα που απουσίαζε, είχε μεταλλαχτεί σε κάτι πιο σκοτεινό, που πολλοί το ονομάζουν φόβο. Δεν είχα την ίδια λέξη μέσα στο μυαλό μου και για ακόμα μια φορά αντιλήφθηκα πως προσπαθούσα να ανακαλύψω ένα καινούργιο λεξιλόγιο, ώστε να μπορώ να περιγράψω συναισθήματα.

Είχε νυχτώσει, τα φώτα της πόλης απλωνόντουσαν, προσπαθώντας να διώξουν το σκοτάδι, που πλημμύριζε τις γωνιές της. Οι κεντρικοί λεωφόροι λουζόντουσαν σε ένα κίτρινο, αρρωστημένο φως, ενώ τα κάθετα στενά τους, έμοιαζαν σαν πύλες, που οδηγούσαν σε έναν κόσμο σκοτεινό, με ήχους και σιλουέτες που προσπαθούσαν να περάσουν απαρατήρητες.

Το στόμα μου είχε στεγνώσει και η αναπνοή μου είχε σταθεροποιηθεί σε ένα αργό τέμπο, σαν να προσπαθούσα να θέσω τον εαυτό μου σε έναν καταναγκαστικό διαλογισμό.

Η προηγούμενη ανησυχία με είχε εγκαταλείψει. Οι περαστικοί με προσπερνούσαν, δίχως να μου δίνουν ιδιαίτερη σημασία. Εκεί, στο κιγκλίδωμα που στεκόμουν, περνούσα, μάλλον, απαρατήρητος. Δεν μπορώ να θυμηθώ πόσες ώρες έμεινα εκεί, απέναντι από την καστρόπορτα να κοιτάζω. Ούτε μια κίνηση, ούτε ένα ανεπαίσθητο σάλεμα δεν μου έδωσε την αίσθηση, ότι αυτό το παράταιρο οίκημα, μόλις τεσσάρων μέτρων πλάτους, χωμένο στην κυριολεξία ανάμεσα σε μοντέρνα κτίρια, λες και κάποιος φοβήθηκε να το αγγίξει στο πέρασμα των αιώνων, μην τυχών και διαταράξει κάτι που κοιμόταν μέσα, έδειχνε σημάδια ζωής. Ακόμα και ο λαμπτήρας του δρόμου. που τρεμόπαιζε έτοιμος να σβήσει, συνωμοτούσε σε όλη την απόκοσμη ατμόσφαιρα, που είχε σταθεί μέσα σε αυτά τα τέσσερα μέτρα.

«Απόλυτα ευτυχισμένος». Είπα στον αέρα, καθώς έβαζα ένα ένα τα κομμάτια του παζλ στην σειρά. Η πόρτα δεν θα εμφανιζόταν αν δεν το ολοκλήρωνα.

«Έμοιαζα πράγματι έτσι;» Ρώτησα την Άννα για να επιβεβαιώσω. Μου κούνησε ελάχιστα το κεφάλι, καθώς εκείνη την στιγμή είχε φέρει το ποτήρι στα χείλη της. Από αιώνες πριν ... υπερβολή; όχι για εμένα, η Άννα μου άρεσε. Τα χείλη της είχαν το χρώμα ώριμων κερασιών, που συνδυάζονταν απόλυτα με το μελαχρινό δέρμα της και τα μελιά μάτια της. Τα μαλλιά της, έπεφταν πάνω στους ώμους της απαλά, φυσικά. Το καστανό χρώμα τους με μάγευε, με μαγνήτιζε, σε βαθμό που θα μπορούσα να τα αγγίζω για μια ολόκληρη ζωή και να είμαι ολοκληρωμένος με αυτό. Το γνώριζε; Όχι! Το γνώριζα;;

«Πότε δεν μίλησες σε κανέναν για ότι συνέβη τότε. Κάποια στιγμή ... πριν έντεκα χρόνια. Πράγματι τόσα ήταν! Απομακρύνθηκες από όλους, διακριτικά. Μόνο ίσως, εμένα;»

«Μόνο εσένα». Κοιτούσα μέσα στα μάτια της και αυτή μέσα στα δικά μου. Μια αιώνια στιγμή. One moment to eternity. Η μουσική του Stephen Melillo, γέμισε τα κενά που που είχαν αφήσει τα λόγια και οι σκιές, που ίσως δεν με είχαν εγκαταλείψει ποτέ, που ήρθαν πάλι και στάθηκαν εμπρός μου.

Β

Μέρες μετά από εκείνη την συνάντηση με την Άννα και το μοσχάρι με σάλτσα κόκκινου κρασιού, είχα κλειστεί στον εαυτό μου. Στην συζήτηση εκείνης της βραδιάς δεν ειπώθηκαν πολλά. Βασικά δεν ειπώθηκε τίποτα ουσιαστικό, αφού δεν μπορούσα ... δεν ήθελα, να θυμηθώ εκείνες τις ημέρες. Εκείνες τις δέκα ημέρες που με οδήγησαν σε μια πραγματικότητα εντελώς διαφορετική, παράδοξη, ξένη. Σε έναν άλλο κόσμο, που κανείς άλλος δεν έχει δει ή δεν έχει τολμήσει να μιλήσει. Ποιος ήμουν εγώ για να τον αποκαλύψω; Ένα επισκέπτης; Ένας ονειροπόλος; Γιατί μου δόθηκε αυτή η ευκαιρία, να αντικρίσω πέρα από την πραγματικότητα, πέρα από την αλήθεια(;) του κόσμου μας; Γιατί να είμαι εγώ ο μόνος εκλεκτός;

Οι ερωτήσεις έπεφταν σαν κοσμική βροχή μέσα στο κεφάλι μου και εγώ, ανίκανος να μπορώ να εφεύρω κάποια πειστική απάντηση.

Η Άννα με καλούσε στο τηλέφωνο κάθε μέρα και πολλές φορές δυο φορές την ημέρα. Πάντα το έκανε, όμως τώρα, ο τόνος της φωνής της είχε κάτι διαφορετικό, είχε αλλάξει. Εκείνο το ΄΄Μόνο εσένα΄΄, πρέπει να την οδήγησε στο να σκεφτεί, γιατί μόνο αυτή.

Ωστόσο αυτήν την φράση έπρεπε να την σκεφτώ και εγώ. Γιατί απέφευγα, επανειλημμένος, να απαντήσω στην ίδια μου την ερώτηση, το γνώριζα; Κάθε φορά δαγκωνόμουν, συνήθως το κάτω χείλος. κρυβόμουν από ποιον; Από όλους, από τον εαυτό μου, από την Άννα, από τις σκιές; Από αυτές δεν τα κατάφερα!

Η μέρα της ομιλίας πλησίαζε και η δικαιολογία, που θα έπειθε τον εαυτό μου, για να μην βρεθεί ξανά έξω από αυτό το κτίριο απουσίαζε. Καθόμουν στην πολυθρόνα την οποία την είχα στρέψει προς το παράθυρο παρατηρώντας τον ουρανό. Με ένα ποτήρι στο ένα χέρι και στο άλλο, θα έπρεπε, να υπήρχε ένα τσιγάρο, που ο καπνός του θα ανέβαινε προς το ταβάνι, σχηματίζοντας παράξενες, κυανές, σιλουέτες. Δεν είχα την τύχη να τις δω να ξανασχηματίζονται, η απόφαση να κόψω το τσιγάρο ήταν αδιαπραγμάτευτη.

Τα παγάκια, δημιουργούσαν έναν μυστηριώδη ήχο, σε κάθε επαφή τους με το κρύσταλλο, κάθε φορά που ανακινούσα το ποτήρι, για να το κατευθύνω στα χείλη μου. Πικρή, παγωμένη γεύση, γέμιζε το στόμα μου. Ο ουρανός είχε γκριζάρει και αν δεν υπήρχαν τα φώτα της πόλης, ίσως να έβλεπα και τα άστρα, που σίγουρα βρισκόντουσαν στο στερέωμα. Οφθαλμαπάτη! Πόσα καλύπτονται από το φως; Είναι παράξενο αν το σκεφτείς. Υπάρχουν πράγματα που το φως τα αποκρύπτει, τα κάνει αόρατα. Ο δίσκος βινυλίου έπαιζε το Crystal skies του Nigel Stanford. Μια γουλιά ακόμα και θα ζαλιζόμουν, το ήξερα, το ένιωθα. Αισθάνθηκα κάτι να περιφέρεται στον χώρο. Μια σκιά, μέσα στο σκοτάδι του δωματίου. Χαμογέλασα γιατί ήμουν βέβαιος πως ήταν η ψυχή μου ή η συνείδηση μου.

«Δεν γαμιέται». Είπα λίγο δυνατά, χωρίς λόγο και κατέβασα όλο το ποτό, το τέταρτο, που βρισκόταν μέσα στο ποτήρι. Το κάψιμο στο στόμα μου και στον φάρυγγα, ανέβασε τους παλμούς μου και την ίδια στιγμή όλα γύριζαν γλυκά μέσα στο κεφάλι μου. Είχα καταφέρει να αναστρέψω την πραγματικότητα! Ένιωσα ελάχιστα περήφανος γι' αυτό που έκανα στον εαυτό μου αλλά ήταν πια αργά. Το παράθυρο, αν και παρέμενε στην αρχική του θέση, νομίζω πως έγερνε, λίγο στα δεξιά. Αν ήταν πίνακας θα σηκωνόμουν να τον ισιώσω. Αν και το να σηκωθώ σε αυτήν την κατάσταση, μάλλον δεν ήταν πολύ καλή ιδέα. Το άφησα έτσι, γερμένο, έγειρα το κεφάλι μου μήπως και το ισιώσω με αυτό τον τρόπο, μάταιος κόπος και ένα πόνος στον σβέρκο, που μέσα στην θολούρα μου, ήξερα πως την άλλη μέρα αυτός θα συνέχιζε να βρίσκεται εκεί. Το μόνο παρήγορο, τα αστέρια, που τα έβλεπα να πέφτουν από τον ουρανό και εγώ σε σύγχυση, να κάνω συνεχόμενες ευχές, που δεν θα πραγματοποιόντουσαν ποτέ.

Ένα κουδούνισμα, μου θύμισε κάτι, το οποίο ξέχασα στο δεύτερο κουδούνισμα του τηλεφώνου. Η αλλαγμένη φωνή ήταν στην άλλη γραμμή του ακουστικού.

«Τι ώρα είναι;» Ρώτησα. Εφτά το απόγευμα!

«Να περάσω;» Είχα γίνει λιώμα στις εφτά το απόγευμα;

«Δεν ... έχω πιει». Μου το επιβεβαίωσε και η ίδια εφτά χιλιόμετρα μακριά και με ένα ακουστικό στο αυτί.

«Το ακούω». Μου είπε. Αναρωτήθηκα αν ακούγεται και γέλασα μόνος μου.

«Έρχομαι!» Δεν απάντησα, ένας μακρόσυρτος ήχος με ανάγκασε να τραβήξω το ακουστικό από το αυτί μου και να το αφήσω στην βάση του.

«Φίλε, πρέπει γρήγορα να συνέλθεις». Πριν φύγω για την κουζίνα, μπας και καταφέρω να φτιάξω κανέναν καφέ, κοίταξα τον ουρανό. Τι είχε αλλάξει; Τόσες χιλιάδες ευχές, τόσα αστέρια πεταμένα, κάπου στην λήθη, γιατί ποιος θυμάται εκείνη την στιγμή, που ένα αστέρι έπεφτε και έκανε μια ευχή;

«Η Άννα είναι καθ' οδών, να μια ευχή που πραγματοποιήθηκε, σχετικά γρήγορα!» Και μόνο στην σκέψη ότι ερχόταν, είχα ήδη συνέλθει αρκετά, σε σημείο που θα μπορούσα να της πω, ότι υπερέβαλε όταν είπε πως με είχε ακούσει μεθυσμένο.

 Κάθισα σε μια πολυθρόνα, με έναν καφέ στο χέρι, κοιτώντας σαν χαμένος, το σκοτάδι που έπεφτε έξω και ανασύροντας από την μνήμη μου αναμνήσεις. Την Άννα την γνώριζα από το σχολείο. Είχαν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια, από την ημέρα εκείνη που μπήκα στην τάξη, ενώ δίπλα μου στεκόταν ο γυμνασιάρχης και με παρουσίαζε στους μελλοντικούς συμμαθητές μου. Είχαμε έρθει γύρω στα μέσα Οκτωβρίου με τους γονείς μου στην πρωτεύουσα, αφήνοντας την επαρχία πίσω μας. Νέες ευκαιρίες, έλεγε ο πατέρας μου λόγο της δουλειά του που ήθελε να επεκταθεί. Σιωπηλή η μητέρα μου, κλεισμένη, εθελοντικά, από εκείνη την ημέρα, στο διαμέρισμα. Με συχνές εξόδους, που αφορούσαν τον μπακάλη, τον μανάβη και τον αρτοποιό. Τα έβαζε με όλους. Πότε της έφταιγε το ψωμί, που σαν το ζυμωτό που να βρεις και τι ξέρουν αυτοί από ψωμί. Πότε με τον μανάβη, που οι ντομάτες δεν είχαν μυρωδιά, αλλά στο χωρίο την κόβεις κατευθείαν από το φυτό και γενικά σε κάθε τέτοια έξοδο είχε να λέει. Με τον καιρό τα έμαθε τα κατατόπια και έκανε και φιλίες. Εγώ ακόμα να στέκομαι δίπλα στον γυμνασιάρχη, για εβδομάδες και να προσπαθώ να δω φιλικά εκείνα τα πρόσωπα που με κοίταζαν αδιάφορα ως εχθρικά. Έπαιζα άμυνα με όλους και αυτοί από μακριά να κοιτάνε τον ξένο που έπιανε τον ζωτικό τους χώρο. Νευριασμένος, όσο δεν πάει, έκανα δυο εβδομάδες να μιλήσω στον πατέρα μου, μια εβδομάδα στην μητέρα μου και σχεδόν ένα μήνα για να τα βρω με τον εαυτό μου. Μοναδική όαση στο σχολείο, όχι στην τάξη, η Άννα με τα χαρούμενα μελιά μάτια της, που δεν με κοίταζαν ποτέ.

Θαυμαστής εκ του μακρόθεν, την χάζευα στα διαλείμματα, σιωπηλός, καθισμένος σε ένα τσιμεντένιο σκαλί, προσπαθώντας να βρω, έξυπνους τρόπους για να την πλησιάσω. Είχα ανακαλύψει κάποια πανούργα σχέδια, που ποτέ δεν έβαλα σε εφαρμογή, γιατί λίγο μετά καταλάβαινα πόσο ανόητα ήταν, σε σημείο που απορούσα και εγώ ο ίδιος με την αφέλεια, που πάντα έχει ένα αγόρι στην δευτέρα γυμνασίου.

Ο κρύος καφές με συνέφερε, έφερα το κεφάλι να πέσει πίσω, έκλεισα τα μάτια για να ελέγξω την κίνηση και ένα δυνατό κρακ, προερχόμενο από τον αυχένα, με ανακούφισε.

Κατάφερα να της μιλήσω σε μια σχολική θεατρική παράσταση, αυτή έπαιζε την Κλυταιμνήστρα, εγώ ήμουν θεατής. Σε όλη την παράσταση δεν πήρα τα μάτια μου από πάνω της. Μάλλον πρέπει να με κατάλαβε, δεν ήταν και πολύ δύσκολο και μόλις τελείωσε το θεατρικό με πλησίασε.

΄΄Σου άρεσα;΄΄Με ρώτησε πονηρά. Εγώ αδαής, απάντησα πως έπαιξε υπέροχα την μητέρα της Ιφιγένειας και πως ήταν επιβεβλημένο να ακολουθήσει τον δρόμο της υποκριτικής. Άλλα τι άλλον δηλαδή. Με ευχαρίστησε και έφυγε κουμπωμένη, εγώ έμεινα πίσω, να σιχτιρίζω τον εαυτό μου, για την τεράστια βλακεία που είχα κάνει. Πέρασε σχεδόν όλη η σχολική χρονιά, μέχρι να καταφέρω να της μιλήσω, πέρα των συγκαταβατικών χαμόγελων που δίναμε ο ένας στον άλλον και ένα σιωπηρό, καλημέρα τι κάνεις, όταν βρισκόμασταν πιο κοντά.

«Θες να πάμε για ένα καφέ;» Τόλμησα και είπα.

Γελούσα μόνος μου στην πολυθρόνα, καθώς θυμόμουνα κάθε τρελό χτύπο της καρδιάς μου, μέχρι να μου απαντήσει. Αυτά τα δευτερόλεπτα αναμονής ήταν τόσο βασανιστικά που ανακουφίστηκα όταν άκουσα πως μου απαντούσε ... Δεν μπορώ;!

Τα γέλια κόπηκαν. Σοβάρεψα. Ένιωσα έντονα εκείνη την αίσθηση μέσα στην ψυχή, όταν γκρεμίζεται ότι έχεις χτίση με κόπο, με όνειρα, με σκέψεις, με ιδεατούς διαλόγους που πάντα φτάνουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Το ... δεν μπορώ της δεν με ανακούφισε, δεν ήταν σχεδιασμένη έτσι η συζήτηση. Είδα τα χείλη της να κουνιούνται και ήμουν σίγουρος για το ναι. Είχα σχεδιάσει κάθε λεπτομέρεια εκείνης της ημέρας. Ποιο δεν μπορώ; Δεν υπάρχει το δεν μπορώ.

Πάντα υπάρχει μια αφορμή για να ριχτείς στις σκιές των σκέψεων, που σε σκεπάζουν, που παραμορφώνονται από το φως και την αντανάκλαση. Άκουσα, κάπου μακριά, το κουδούνι να χτυπάει, ο ήχος έγινε ποιο δυνατός, κοιτούσα ακόμα έξω από το παράθυρο, με την πολυθρόνα γυρισμένη σε αυτό. Είχε έρθει.

Μπήκε μέσα στο διαμέρισμα σαν σίφουνας. Φορούσε ένα σκούφο και αδιάβροχο, το οποίο δεν ήταν βρεγμένο. Ήμουν ακόμα ζαλισμένος, ωστόσο αναρωτήθηκα τι δουλειά είχε το αδιάβροχο πάνω της αφού έξω είχε ξαστεριά. Κοίταξα για επιβεβαίωση έξω και πράγματι ούτε ένα ίχνος από σύννεφο. Την άκουγα, από κάπου μακριά, να με μαλώνει με σκληρό ύφος γι' αυτό που κάνω στον εαυτό μου.

΄΄Τι κάνω στον εαυτό μου΄΄. Αναρωτήθηκα με μια σκέψη που δεν τόλμησα να εκφράσω.

«Πρέπει να πίνεις;» Η απάντηση είχε έρθει. Θα ερχόταν ούτως ή άλλως. Μέσα στον τυφώνα των λέξεων της Άννας κάθισα να παρατηρώ το σπίτι μου. Ο φωτισμός ήταν πολύ χαμηλός. Δεν είχα φτιάξει ατμόσφαιρά, είχε ξεμείνει έτσι, από προηγούμενες ώρες που το φως της ημέρας, έστω και αχνό, φώτιζε το σαλόνι. Τώρα που έξω άνοιγαν οι δημοτικοί λαμπτήρες μέσα στο σπίτι επικρατούσε σκοτάδι, πέρα από τις παρατημένες φλόγες στο τζάκι, που έσπερναν δειλά λίγο κίτρινο φως.

Το γλυκό παραλήρημα, ενός ανθρώπου που σε νοιάζεται, συνεχιζόταν δίχως έλεος. Έκανα δέκα βήματα, πέρασα από μπροστά της κουνώντας το κεφάλι και συμφωνώντας απόλυτα με ότι και να έλεγε, ήμουν σίγουρος πως είχε δίκιο. Πλησίασα επιτέλους τους διακόπτες και με ένα πάτημα το σαλόνι γέμισε φως.

«Επιτέλους! Αυτό ακριβώς εννοώ, ζεις μέσα στο σκοτάδι, μέσα στα φαντάσματα, πίνοντας προσπαθώντας να ξεχάσεις τι;»

Μπορεί να ακούς όλη την ημέρα συζητήσεις, διαλόγους να κουβεντιάζεις με ανθρώπους και να σου περνάει αδιάφορο. Να μην δίνεις καμιά σημασία γιατί πραγματικά δεν έχουν κάποιο αντίκτυπο πάνω σου, όμως υπάρχει μια λέξη, μια κουβέντα, ακόμα και ένα υπονοούμενο που σε στοιχειώνει.

Έμεινα ακίνητος δίπλα στους διακόπτες κοιτώντας την Άννα αποσβολωμένος, τα κερασιά χείλια είχαν σταματήσει να κουνιούνται έχοντας σταθεί μισάνοιχτα, αισθησιακά, απέναντι μου αποκαλύπτοντας, αχνά, τις κορυφές των λευκών δοντιών της. Τα μάτια της είχαν κάτι από φόβο μέσα. Ίσως να αναρωτιόταν αν το είχε παρακάνει με την κατσάδα μου που είχε βάλει. Ήθελα να γκρεμίσω ότι με εμπόδιζε στο να την πλησιάσω σε ευθεία και να την φιλήσω. Ένας καναπές και ένα τραπεζάκι ήταν τα εμπόδια.

«Οι δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο». Της είπα, θυμίζοντας της τον τίτλο του βιβλίου του John Reed, αλλά αναφερόμενος στην ουσία στις δικές μου δέκα ημέρες.

«Γεννήθηκε ένας άλλος κόσμος τότε!» Μου απάντησε και εντυπωσιάστηκα που γνώριζε το βιβλίο.

«Και στις δικές μου, εκείνες τις δέκα ημέρες, γεννήθηκε ένας άλλος κόσμος, εντελώς διαφορετικός από αυτόν που γνωρίζεις». Μείναμε για λίγες στιγμές αμίλητοι, τα μελιά μάτια της ζητούσαν απεγνωσμένα ένα σημείο στήριξης. Τα παρατηρούσα πως έπαιζαν μέσα στον χώρο, αναζητώντας κάτι πιο χειροπιαστό από εμένα. Στάθηκαν σε μια φωτογραφία μου, που στεκόταν πάνω από το τζάκι. Μόνος, σε κάποιες διακοπές στο Βερολίνο. Νέος, πιο νέος από τώρα, περίπου έντεκα χρόνια πριν.

«Θέλεις ένα ποτό; Θα έχει στεγνώσει το στόμα σου τόση ώρα που με κατσαδιάζεις!» Γέλασε!

Της γέμισα ένα κοντό ποτήρι με πάγο, μαρτίνι και μια σταγόνα φυσικό λεμόνι. Για ντεκόρ της βούτηξα μέσα στο ποτό μια ολόκληρη φέτα από το ίδιο εσπεριδοειδές. Είδα στο πρόσωπο της ότι εντυπωσιάστηκε από την παρουσίαση. Εγώ συνέχισα με τον καφέ, που τόσο πολύ με είχε στηρίξει στα δύσκολα!

«Έχεις ακούσει πως θα βρέξει;» Για μια στιγμή με κοίταξε απορημένη, μετά κοίταξε το αδιάβροχο της, το οποίο φορούσε ακόμα.

«Τις αμέσως επόμενες ημέρες!»

«Δηλαδή έχεις σκοπό να μείνεις μέρες μαζί μου;» Για να αποφύγει την απάντηση ήπιε γρήγορα μια γουλιά από το πότο της και περπάτησε μέσα στο σαλόνι κοιτάζοντας ακόμα την φωτογραφία από το Βερολίνο. Άφησε το ποτήρι στο τραπέζι και με μια επιδέξια κίνηση έβγαλε το πορτοκαλί αδιάβροχο της αποκαλύπτοντας ένα υπέροχο μπορντό φόρεμα που τόνιζε τα όσο έπρεπε τα δυνατά της σημεία, δηλαδή όλα! Την χάζεψα, όσο αυτή κοιτούσε με ενδιαφέρον την φωτογραφία πάνω στο τζάκι. Έριξα δυο ξύλα στην φωτιά για να την αναζωπυρώσω και μύρισα το άρωμα της. Dolce Cabana. Χαρακτηριστικό άρωμα της Άννας. Το χρησιμοποιούσε από την εποχή που έκανε την εμφάνιση του. Ήταν τόσο δικό της, που οπουδήποτε και αν υπήρχε η εσάνς του, η πρώτη εικόνα που ερχόταν στο μυαλό μου ήταν της Άννας.

«Πάντα το ίδιο άρωμα». Γύρισε χαμογελώντας και με κοίταξε.

«Το πρώτο μου άρωμα, δικό σου δώρο σε κάποια γιορτή μου. Δεκέμβριος».

Πως το είχα ξεχάσει; Πια λειτουργία του εγκεφάλου είχε καταφέρει να με κάνει να εξαφανίσω αυτήν την ανάμνηση, που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να ήταν χαραγμένη με πυρακτωμένο σίδερο, στο πιο πολυσύχναστο σημείο των αναμνήσεων μου. Σαν ταινία που γυρνάς από την αρχή, περνούσαν οι εικόνες από το μυαλό μου, προσπαθώντας να βρω την χαμένη θύμηση.

Η πρώτη σχολική μου χρονιά στην πόλη είχε τελειώσει. Η επαρχία ξαναγύρισε στην ζωή, σαν παρένθεση, για όλο το καλοκαίρι. Πάντα βέβαια με το μυαλό μου να σκέπτεται την Άννα. Για πρώτη φορά ανυπομονούσα να γυρίσω στο σχολείο και για πρώτη φορά οι ημέρες έμοιαζαν να έχουν τον διπλάσιο χρόνο. Είχαν φτάσει οι τελευταίες ημέρες του Αυγούστου και επιτέλους είχαμε επιστρέψει. Η μητέρα μου επέστρεψε και αυτή στην γκρίνια της με τους μπακάληδες και ο πατέρας μου στις νέες ευκαιρίες, που χωρίς τότε να δίνω σημασία, του πήγαιναν αρκετά καλά. Η διακοπή έμοιαζε πια αυτή μακρινή και στο σχολείο δεν είχαν περάσει παρά ελάχιστες ημέρες μετά από εκείνη την παράσταση.

Η Άννα παρέμενε το κεντρικό πρόσωπο του σχολείου και βρισκόταν, ξανά, μόνιμα, περικυκλωμένη από πολλούς μνηστήρες και θιασώτες. Έμοιαζε κολακευμένη, λογικό. Και εγώ παραγκωνισμένος, ξανά, στο τσιμεντένιο μου σκαλοπάτι, προσπαθώντας να χωνέψω εκείνο το ξεχασμένο της ΄΄δεν μπορώ΄΄.

Πρέπει να ομολογήσω όμως, πως από εκείνη την ημέρα, του δεν μπορώ, είχα καταφέρει να μην είμαι πια αόρατος στα μάτια της. Το βλέμμα της αρκετές φορές την ημέρα, στα διαλείμματα, με έψαχνε και αφού δεν είχε και πολλά μέρη για να ψάξει, με εντόπιζε πάντα σε εκείνο το σκαλοπάτι στις τσιμεντένιες σκάλες του προαυλίου. Μου χαμογελούσε και γυρνούσε την πλάτη για να συνεχίσει να λαμβάνει κολακείες από στους αυλικούς της.

Είχαν περάσει μήνες και ήθελα σαν παλαβός να βρω έναν τρόπο να την εντυπωσιάσω. Να της τραβήξω την προσοχή για να της ξαναμιλήσω, αφού πάλι όλα τα περίτεχνα σχέδια προσεγγίσεις της έπεφταν στο κενό. Όχι λόγο αστοχίας αλλά λόγο ξεκάθαρης ατολμίας.

Ήταν Κυριακή, χιόνιζε αρκετά και εγώ ήμουν στην κουζίνα περικυκλωμένος από φρέσκα προϊόντα, για τα οποία είχε δοθεί μια μικρή μάχη για να τα έχουμε σε αυτήν την μορφή, σύμφωνα με την μητέρα μου, που ετοίμαζε το κυριακάτικο τραπέζι. Ο πατέρας μου ήταν στο σαλόνι και διάβαζε την εφημερίδα του, πίνοντας τον καφέ του, τραντάζοντας όλο το διαμέρισμα από το ρούφηγμα και την ενοχλητική αλλαγή των σελίδων. Εγώ κοίταζα την μητέρα μου, προσηλωμένος, να φτιάχνει το απαράμιλλο γιουβέτσι της και να κλέβω κάποια μυστικά, που έκαναν το φαγητό της πεντανόστιμο. Πάντα μου άρεσε η διαδικασία του να δημιουργήσω ένα νόστιμο πιάτο. Αν δεν με είχε στρέψει ο πατέρας μου στην αρχιτεκτονική, τότε σίγουρα θα είχα γίνει σεφ.

«Έχεις διαβάσει;» Με ρώτησε η μητέρα μου, ακριβώς την ώρα που έχωνε μέσα στο κρέας τα μικρά της μπαχαρικά μυστικά, για να του χαρίσει πικάντικες γεύσεις και αρώματα. Της απάντησα ένα ξερό ναι. Την επόμενη στιγμή είδα το πρόσωπο της μπροστά στα μάτια μου, με κοίταξε με ερευνητικό ύφος και αφού έκλεψε τις σκέψεις μου, με έναν τρόπο που ξέρουν μόνο η μητέρες, χαμογέλασε.

«Ποια είναι;» Την κοίταξα σαν να είχε εμφανιστεί μπροστά στα μάτια μου ένας παράξενος μάγος με εκπληκτικές δυνατότητες. Η πήλινη γάστρα, ακόμα ένα μυστικό γεύσεις, μπήκε στον φούρνο. Η μητέρα μου σκούπισε τα χέρια της, κάθισε απέναντι μου, περιμένοντας απαντήσεις σε ερωτήσεις που δεν είχε σκοπό να κάνει.

«Την λένε Άννα. Είναι στην ηλικία μου και δεν βρίσκεται στην τάξη μου». Η αποκάλυψη γινόταν χωρίς ίχνος βίας. Μόνο με εκείνο το βλέμμα, που ξέρεις ότι δεν μπορείς να ξεφύγεις ότι και να κάνεις.

«Δεν έχω τολμήσει να της μιλήσω. Μόνο μια φορά, πέρυσι, μετά την σχολική παράσταση και λίγους μήνες μετά, που της ζήτησα να πάμε για καφέ και είπε όχι ...» Δεν μπορούσα να καταλάβω πως το έκανε αυτό η μητέρα μου και διόρθωσα.

«Δεν μπορώ είπε».

«Άρα δεν είπε όχι». Μου διευκρίνισε, χωρίς να προσθέσει κάτι άλλο. Δεν μπορούσε να συλλάβει το μυαλό μου τι μου είχε πει. Ήταν πραγματικά τόσο απλή η εξήγηση; Και εγώ γιατί βασανιζόμουν τόσο πολύ;

«Να πας να της μιλήσεις, να της ζητήσεις να βγείτε. Σε λίγες ημέρες είναι η γιορτή της».

Δεν ανέφερε τίποτε άλλο όλη την ημέρα, ούτε καν στο τραπέζι, στον πατέρα μου δεν είπε κάτι. Το γιουβέτσι ήταν καταπληκτικό, εκείνη η πήλινη γάστρα έκανε για ακόμα μια φορά το θαύμα της.

Την Δευτέρα είχα μαζέψει όλο το θάρρος μου για να την πλησιάσω. Όλα σχεδιασμένα στην εντέλεια από την αγρύπνια της Κυριακής. Το σχέδιο πήγε κατά διαόλου, αφού όποτε την πλησίαζα στα δέκα βήματα απόσταση, έκανα πλήρη μεταβολή και επέστρεφα στο τσιμεντένιο σκαλοπάτι, θυμωμένος με τον εαυτό μου και άντε πάλι από την αρχή. Θα πρέπει να με λυπήθηκε και ο θεός, αφού ήταν η ίδια που με πλησίασε, για να με καλέσει στο σπίτι της, στο πάρτι για την γιορτή της, το Σάββατο.

Απέκρυψα με περισσή τέχνη την ατολμία μου στην μητέρα μου και της αποκάλυψα, μόνο, ότι ήμουν καλεσμένος στο πάρτι. Το Σάββατο το μεσημέρι βρήκα πάνω στο γραφείο μου ένα κουτί, τυλιγμένο για δώρο.

 Γ

Την παρατηρούσα που με κοιτούσε ερευνητικά, της χαμογέλασα και της έκανα ένα μορφασμό. Στην παραμικρή κίνηση της το φόρεμα ήταν σύμμαχος της και το άρωμα διαχεόταν στον χώρο ιμπεριαλιστικά. Άνιση προέλαση στον χώρο και στην καρδιά μου.

«Είχες ετοιμαστεί για κάπου;» Την ρώτησα, με μια ελαφριά ζήλια να με τσιμπάει, κάπου μέσα στο σώμα μου και αδυναμία να προσδιορίσω που ακριβώς δημιουργούνταν η πληγή.

«Πως και δεν έχεις μουσική;» Είπε αδιαφορώντας για την ερώτηση μου και την αγωνία μου, να μην μεγαλώσει κι άλλο αυτή η πληγή. Ωστόσο είχε δίκιο, σπίτι μου και να μην παίζει μουσική; Αδιανόητο!

Καθώς έκανα την κίνηση να πάω προς το πικάπ, η Άννα μου αποκάλυψε αιφνιδιαστικά, πως ένα από τα χαρακτηριστικά μου, που την έκαναν να με προσέξει, ήταν η αγάπη μου για την μουσική, μια εντελώς διαφορετική μουσική από αυτήν που άκουγαν τα παιδιά της ηλικίας μας. Την άκουγα να μιλάει για το παρελθόν και αναρωτήθηκα τον λόγο που έκανε τώρα αυτήν την αποκάλυψη; Γιατί περίμενε να περάσουν τόσα χρόνια;

Πλησίασα σε μια βιβλιοθήκη, ειδικά διαμορφωμένη, ώστε να χωράει στις προθήκες της τους δίσκους με τα χαρτονένια εξώφυλλα τους. Ήταν αρκετά μεγάλη, αφού απλωνόταν από τοίχο σε τοίχο και με τον ανάλογο αριθμό βινυλίων πάνω της.

Είχα ξεκινήσει, πριν χρόνια, μια προσπάθεια να κάνω μια καταμέτρηση, με σκοπό να ταξινομήσω τους δίσκους μου χρονολογικά. Όμως πάντα γεννιόταν ένα λόγος που με καθυστερούσε. Αργότερα αυτοί οι λόγοι έγιναν καμιά χιλιάδα, ακριβώς όσος ήταν και ο αριθμός των βινυλίων που βρισκόντουσαν άτακτα πάνω στο έπιπλο. Ο μοναδικός μπούσουλας που υπήρχε σε αυτό το χάος, ήταν οι δυο, σχεδόν δυόμισι, πρώτες προθήκες, όπου είχα τοποθετήσει τους πρώτους δίσκους που είχα αποκτήσει.

Χωρίς να μπω στον κόπο να σκεφτώ, έσκυψα για να βρω το μπλε εξώφυλλο, που απεικόνιζε ένα νεαρό Γάλλο. Δεν άργησα ούτε ένα δευτερόλεπτο και είχα τον δίσκο στα χέρια μου.

«Θυμάμαι που μια μέρα, μας είχες βάλει να ακούσουμε ένα τραγούδι, γαλλικό νομίζω πως ήταν ... να δεις πως ήταν ο ρυθμός του. Έπαιζε και σε μια διαφήμιση της εποχής ... μα να μην μπορώ να θυμηθώ ... ωραίο ήταν αλλά τότε όλοι γέλασαν μαζί σου ...»

Έβγαλα τον δίσκο από το εξώφυλλο του, το βινύλιο του γυάλιζε σαν καινούργιο. Τον έπιασα προσεχτικά από την ακμή του και τον τοποθέτησα πάνω στο περιστροφικό πλατό. Έβαλα τον σταθεροποιητή στο κέντρο του και έβγαλα με ευλάβεια το βελούδινο σφουγγαράκι. Αφού το ράντισα με αντιστατικό, τον πέρασα όλον και τον άφησα να στεγνώσει. Όλη η διαδικασία παραπέμπει σε μια τελετουργία που σε βοηθά να κατανοήσεις την μουσική, που σου γεννά μια σιγουριά, πως πράγματι, αυτόν τον δίσκο, αυτήν την μουσική θέλεις να ακούσεις. Με τα ψηφιακά όλα αυτά έχουν αλλάξει. Βρίσκεις ένα μουσικό κομμάτι, το βάζεις δεν σου αρέσει, πατάς ένα κουμπί, πάει στο επόμενο και ου το κάθε εξής. Με το βινύλιο δεν υπάρχει αυτό, βάζεις την βελόνα πάνω στις αύλακες, ξεκινάει να παίζει ο δίσκος και δεν υπάρχει επιστροφή μέχρι να φτάσει στο τέλος του. Είναι αυτή η βραχνάδα της βελόνας, που ακολουθά όλα τα κομμάτια και τα κάνει μοναδικά.

Κατέβασα με ήρεμη κίνηση τον μοχλό που άφηνε απαλά την βελόνα πάνω στο δίσκο και μετά από ένα με δυο δευτερόλεπτα ακούστηκαν οι πρώτες νότες από το, Mon amour, a moi, il est comme le soleil. Η Άννα με κοίταξε εκστασιασμένη, από το πρώτο άκουσμα κατάλαβε πως είχα βάλει το τραγούδι για το οποίο μου μιλούσε.

«Πως κατάλαβες για ποιο κομμάτι έλεγα;» Με ρώτησε γεμάτη έκπληξη.

«Δεν ήταν και πολύ δύσκολο. Μετά από εκείνη την ημέρα δεν τόλμησα να σας βάλω κάτι άλλο». Άφησα τον δίσκο του Enrico Macias να παίζει και κάθισα απέναντι από την Άννα χαζεύοντας την να σιγοτραγουδάει. Ήξερα πως δεν γνώριζε λέξη γαλλικά, αλλά θαύμαζα την φιλότιμη προσπάθεια της να πετύχει έστω και μια πρόταση. Στο κενό, ανάμεσα στα δυο τραγούδια, μου χαμογέλασε σαν να περίμενε χειροκρότημα. Θα μπορούσα να είχα βάλει να παίξει ένας δίσκος από κάποια γυναίκα τραγουδίστρια, που θα της πήγαινε πιο πολύ με αυτό το υπέροχο φόρεμα, ίσως Yma Sumac.

«Τι λένε οι στίχοι;» Τι της απαντάνε τώρα σκέφτηκα. Παράξενοι στίχοι.

«Χώμα και νερό μπορείς να τα πάρεις, αν είναι πολύ ακριβά μπορείς και να τα κλέψεις, όμως ότι και να κάνεις τον ήλιο δεν μπορείς να τον πιάσεις. Για εμένα η αγάπη είναι σαν τον ήλιο, είναι ψηλά, είναι μακριά, είναι εκεί.

»Άναψε όλα τα φώτα της πόλης, δεν είναι παρά ένα μόνο σημείο στο απέραντο. Για εμένα η αγάπη είναι σαν τον ήλιο, είναι ψηλά, είναι μακριά, είναι εκεί».

«Χώμα και νερό!» Ψιθύρισε και έμεινε να κοιτάει το απέραντο, που κρυβόταν κάπου πίσω από την πλάτη μου.

«Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από χώμα και νερό και ύστερα, με θεϊκή πνοή, με φως, απέκτησε ζωή». Μου χαμογέλασε και ήπιε μια ακόμα γουλιά από το ποτό της. Από τα ηχεία ακουγόταν το Noël a Jérusalem. Μου έδειξε με τα μάτια της την φωτογραφία από το ταξίδι στο Βερολίνο. Γιατί είχε τόση εμμονή με αυτήν την φωτογραφία ξαφνικά; Έσμιξα τα βλέφαρα μου για να δω καλύτερα ανάμεσα στις αναμνήσεις, τι ήταν αυτό που της είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον. Ο καιρός ήταν βροχερός, το κρύο τσουχτερό, από αυτό που σε κάνει να να μην θες να ξεμυτίσεις από το σπίτι. Πριν μερικά λεπτά κοιτούσα έξω από το παράθυρο του ξενοδοχείου που διέμενα. Τώρα βρισκόμουν εκτεθειμένος στις καιρικές συνθήκες της βόρειας Ευρώπης, χωμένος στην κυριολεξία μέσα σε μια καμπαρντίνα, που προσπαθούσε να κάνει την δουλειά για την οποία είχε αποκτηθεί. Απέκρουε την αδύναμη βροχή με επιτυχία και άφηνε το κρύο να περνάει μέσα από τον γιακά, αναγκάζοντας με να σηκώνω κάθε τόσο τους ώμους για να κλείσω το κενό. Ένα κασκόλ θα μου πρόσφερε μια τέλεια μόνωση από το κρύο, αλλά το είχα αφήσει να ξεκουράζεται πάνω στον καναπέ, του μπαρ, του ξενοδοχείου, στο οποίο είχα κάνει μια μικρή στάση πριν βγω. Πίστευα πως μια γερή δόση από μπράντι θα με ζέσταινε, αλλά όταν βγήκα από την πόρτα σκέφτηκα πως θα ήθελα να είχα μαζί μου το βαρελάκι που κουβαλάν τα σκυλιά του Αγίου Βερνάρδου στον λαιμό τους ή ακόμα καλύτερα, τον ίδιο τον σκύλο με το βαρελάκι για συντροφιά, αφού είχα επισκεφθεί μόνος το Βερολίνο. Ήταν περίπου στα τέλη Νοεμβρίου, μια ανάσα πριν μπει ο Δεκέμβρης και εγώ βρισκόμουν να βαδίζω μόνος, ανάμεσα σε εκατοντάδες ανθρώπους, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο προορισμό. Τέσσερις ημέρες εκεί και δεν είχα πάει πουθενά, δεν είχα μπει ούτε σε ένα καφέ, ούτε σε ένα μουσείο, ούτε σε ένα κατάστημα. Περιπλανιόμουν στους δρόμους της πόλης, με μια εμμονή να την γυρίσω όλη με τα πόδια, γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. Σηκωνόμουν νωρίς το πρωί, έτρωγα πρωινό στο ξενοδοχείο και ξεχυνόμουν στα οικοδομικά διαμερίσματα του Βερολίνου, με ένα σχέδιο το οποίο είχε καταστρώσει από το προηγούμενο βράδυ. Το μεσημέρι γυρνούσα στο ξενοδοχείο, έτρωγα και ξεκουραζόμουν ως τις πέντε, όπου έβγαινα πάλι για να ολοκληρώσω, το εξαγγελθέν, βραδινό, σχέδιο περιπλάνησης.

Δέκα ημέρες, τόσες θα έμενα. Ακόμα δέκα ημέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο μου.

Η ματιά μου είχε πέσει πάνω στις φλόγες, που τώρα είχαν θεριέψει μέσα στο τζάκι, δημιουργώντας παράξενες σκιές πάνω στους τοίχους. Η αναπνοή μου θα πρέπει να κόπηκε για μερικά δευτερόλεπτα βλέποντας μέσα σε αυτές κάτι πολύ γνώριμο, αν και αρκετά μακρινό. Τα φώτα ήταν σβηστά, υπέθεσα πως τα είχε κλείσει η Άννα, που έδειχνε να ακούει με ενδιαφέρον τις αναμνήσεις, που κατάφερνα να ανασύρω και της αφηγούμουν από εκείνο το ταξίδι. Τώρα καθόταν λίγο πιο κοντά μου από ότι πριν, σε μια απόσταση που δεν χαρακτηρίζει δυο φίλους, αλλά μια άλλη σχέση εντελώς διαφορετική. Θα μπορούσα με ευκολία να την αρπάξω και να την φιλήσω. Το άρωμα της με προέτρεπε, όπως και το κόψιμο του φορέματος, στους ώμους και το μπούστο. Ωστόσο οι σκιές με εμπόδιζαν, γυρνούσαν γύρω της, χορεύοντας σε παγανιστικούς ρυθμούς, έτοιμες να την αρπάξουν, σε έναν κόσμο που εγώ είχα ζήσει και θα ευχόμουν κανείς άλλος να μην γνωρίσει. Σηκώθηκα απότομα και έτρεξα στους διακόπτες, άναψα τα φώτα και κοίταξα πίσω από την Άννα. Οι σκιές είχαν απομακρυνθεί από κοντά της. Νομίζω πως είδα να χαμογελούν με ικανοποίηση. Η Άννα με κοιτούσε απορημένη, σχεδόν σαν να είχε παρεξηγηθεί για κάτι αλλά δεν μπορούσε να το εκφράσει. Πήρα μια βαθιά ανάσα, σαν να βγήκα από τα βάθη της θάλασσας και προσπαθούσα να συνέλθω, μέχρι να ανακτήσω την πραγματικότητα στις αισθήσεις μου.

«Έχει πάει αργά». Μου είπε. Την κοιτούσα και μέσα μου κάτι θρυμματιζόταν σε πολλά, χιλιάδες, μικρά κομμάτια, που είναι αδύνατον να τα συνθέσεις στην αρχική τους μορφή.

Φόρεσε το πορτοκαλί αδιάβροχο, που τώρα που το παρατηρούσα, δεν πήγαινε καθόλου με το μπορντό φόρεμα. Δεν είχε ετοιμαστεί για πουθενά αλλού, εδώ ερχόταν, για να μείνει μέρες, ίσως μέχρι να ξεκινήσει εκείνη η βροχή, που είχε προβλέψει το μετεωρολογικό δελτίο.

«Σίγουρα θα πρέπει να μιλήσουμε για εκείνες τις ημέρες». Μου είπε σε πολύ σοβαρό τόνο και έδειχνε να εννοεί κάθε λέξη που είχε βγει από το στόμα της. Αναρωτήθηκα για ποιες από όλες, αφού συνεχώς ανακάλυπτα και άλλες.

Και ξαφνικά μόνος, με εκείνο το αίσθημα πως όλα έχουν γίνει με τον λάθος τρόπο, που στα πάντα έχω φταίξει, που ακόμα και ο εαυτός μου θα ήθελε να με φτύσει για να ικανοποιηθεί. Η πόρτα είχε κλείσει αθόρυβα, ένα ανεπαίσθητο κλακ που ακούστηκε σαν καμπάνα στα αυτιά μου, πλημμυρίζοντας την ησυχία του σαλονιού. Ο Enrico είχε σταματήσει να τραγουδάει, η βελόνα είχε γυρίσει στην θέση της, αφήνοντας μόνο ένα άηχο βόμβο να βγαίνει από τα ηχεία. Η απραξία μου μού έδινε στα νεύρα. Για ακόμα μια φορά είχα γυρίσει στο τσιμεντένιο σκαλοπάτι και κοίταζα την Άννα να φεύγει. Θα μπορούσα κάτι να είχα πει, μια λέξη, που θα έδιωχνε τις σκιές, που θα έκαναν την Άννα να χαμογελάσει. Τα χείλη όμως παρέμειναν ερμητικά κλειστά, μην έχοντας κάτι να πουν.

Ούτε ξέρω πόση ώρα έμεινα να κοιτάω την κλειστή πόρτα, ακίνητος, με το βλέμμα καρφωμένο πάνω της, αποζητώντας ένα πισωγύρισμα στον χρόνο, βέβαιος πως αν μου δινόταν η ευκαιρία θα έκανα ότι χρειαζόταν για να μην φύγει η Άννα. Ακόμα μια ευκαιρία, η υπ' αριθμών χιλιοστή πεντακοσιοστή τέταρτη! Δεν τις μέτραγα, αλλά και τόσες να ήταν, ήξερα, πως εγώ θα δικαιολογούσα τον εαυτό μου περιμένοντας την επόμενη, αυτήν που δεν είχε έρθει ακόμα, την κατάλληλη! Αυτή ήταν η λέξη που με είχε πάρει στον λαιμό της τόσα χρόνια η κατάλληλη στιγμή, η κατάλληλη ώρα, η κατάλληλη ευκαιρία. Η πόρτα με κοιτούσε και χαμογελούσε χαιρέκακα, άκουσα το γέλιο της να τραντάζει τα σωθικά μου. Μια σκιά ήρθε και στάθηκε ανάμεσα σε μένα και την πόρτα, Δεν ξέρω αν είχα ακόμα χρόνο για να τρέξω πίσω από την Άννα, να την προλάβω, να την αγκαλιάσω από τους ώμους και να φέρω τα χείλη μου να ακουμπήσουν τα δικά της, ελαφρά, ίσα για να τα γευτώ, για να νιώσω την δροσιά τους. Στην σκέψη αυτή η σκιά θέριεψε.

Πόσα χρόνια έχω να σε δω;» Την ρώτησα, καθώς την ίδια στιγμή έπαιρνα στα χέρια μου το ποτήρι της Άννας, με το ελάχιστο μαρτίνι μέσα του. Γύρισα την πλάτη μου στην πόρτα, στην σκιά που στεκόταν εμπρός μου και κάθισα στην πολυθρόνα που έβλεπε έξω από το παράθυρο. Άκουσα κάτι να μουρμουράει, πίσω μου. Δεν έβγαλα τις λέξεις, δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία στα λόγια, είχα αφήσει την προσοχή μου πάνω στα άστρα που τρεμόπαιζαν στον ουρανό. Έφερα στα χείλη μου το κρύο κρύσταλλο και έγειρα το ποτήρι μέχρι που να έρθει μια μικρή ποσότητα υγρού να σταθεί πάνω τους. Η γλυκιά γεύση του ποτού, παντρεμένη με την οξύτητα του εσπεριδοειδούς με έκανε να κλείσω τα μάτια και να μυρίσω μέσα στο δωμάτιο το άρωμα της Άννας. Είδα την σιλουέτα της μέσα στο δωμάτιο, δίπλα στις σκιές, που χόρευαν σε ξέφρενους ρυθμούς, μαζί τους να χορεύει και αυτή δίχως όρια, δίχως ανάσα, μέχρι να παραδοθεί και το τελευταίο ίχνος δύναμης και να γονατίσει από ενθουσιασμό και έκσταση. Αποσπασματικά, πίστεψα πως είδα κάποιες από τις σκέψεις της, σπαράγματα από μύχιες, απροσπέλαστες εικόνες, που έκρυβε μέσα σε κλειδωμένα συρτάρια του μυαλού της. Είχα αφεθεί, βέβαιος, πως κοιτάω μέσα στην ψυχή της, πράγμα ωστόσο αδύνατο.

Τα τελευταία ξύλα στο τζάκι είχαν καεί, μόνο η αψάδα του κάρβουνου, πριν γίνει το ξύλο στάχτη, είχε απομείνει να παλεύει με το σκοτάδι που κυρίευε το σαλόνι. Είδα τις σκιές να φεύγουν από το κλειστό παράθυρο και να σκεπάζουν τον ουρανό κρύβοντας τα αστέρια. Σήκωσα το ποτήρι μου αποχαιρετώντας τις Ερινύες μου, ενώ οι αισθήσεις μου πάλευαν με πείσμα να κρατηθούν στην πραγματικότητα, πριν ολισθήσουν, μοιραία, σε έναν κόσμο ονείρων.

Ένα άγγιγμα στο πρόσωπο, γνώριμο από παλιά, μου δημιούργησε ανάμεικτα συναισθήματα. Άφησα το κεφάλι μου να γύρει πάνω στο προσκέφαλο της πολυθρόνας και άκουσα γλύκες φωνές να με καληνυχτούν μακρινές, απαλές, νωχελικές. Ήταν το τελευταίο που θυμόμουν να συμβαίνει μέσα στο σαλόνι, πριν οι σκιές απομακρυνθούν και με αφήσουν να ησυχάσω. Οι υπόλοιπες εικόνες που με συντρόφευσαν, μέχρι το πρώτο φως της ημέρας πέσει μέσα στα μάτια μου, ήταν αυτές οι ακατανόητες ιστορίες του μυαλού, που μοιάζουν τόσο λογικές όταν κοιμάσαι, που τις μπερδεύεις με την πραγματικότητα και τις ονομάζουμε όνειρα.

Αισθάνθηκα πως ξύπνησα, όχι επειδή είχα χορτάσει ύπνο αλλά εξαιτίας διαφόρων πόνων που εξαπλωνόντουσαν στο κορμί μου. Με δυσκολία κατάφερα να ισιώσω, από την άβολη στάση που είχα πάρει πάνω στην πολυθρόνα, για πάνω από πέντε ώρες. Τα κόκαλα μου διαμαρτύρονταν σε κάθε κίνηση με βαριούς ήχους. Ένας πόνος χαμηλά στην μέση πίστεψα πως θα έμενε μόνιμος, αλλά ευτυχώς μέχρι να φτιάξω τον πρώτο καφέ της ημέρας με είχε εγκαταλείψει, ωστόσο η θολούρα στο κεφάλι και μια ανεξήγητη κακοδιαθεσία με συντρόφευαν για ώρες. Προσπαθούσα να ανακτήσω στην μνήμη μου όσα συνέβησαν εχθές. Η Άννα καθόταν στο σαλόνι, οι σκιές την πλησίαζαν, σχεδόν την είχαν αγκαλιάσει. Πόσα χρόνια έχω να σε δω, θυμάμαι να βγήκε αυτή η πρόταση από τα χείλη μου, μια απόκοσμη έκφραση μέσα στην σκιά και ένα μουρμουρητό, όπως τότε. Μύριζε καμένο, κοίταξα στο μάτι της κουζίνας, ο καφές είχε χυθεί τσιτσιρίζοντας πάνω στην καυτή εστία, με αργές κινήσεις πήρα το μπρίκι, το πέταξα μέσα στον νεροχύτη και άρπαξα στα γρήγορα ένα άλλο και με ίδιες κινήσεις έβαλα άλλον καφέ να γίνεται. Η μυρωδιά από το καρβουνιασμένο χαρμάνι πλημμύρισε το διαμέρισμα, ακολουθώντας με σε κάθε χώρο του. Ήπια μια γουλιά από την κούπα και η καφεΐνη αντέδρασε σχεδόν αστραπιαία στο νευρικό μου σύστημα, δίνοντας του την εντολή να ενεργοποιηθεί άμεσα.

Το ρολόι έδειχνε οχτώ παρά τέταρτο, ήταν πολύ νωρίς για να καλέσω στο τηλέφωνο την Άννα, αφού εκτός από την ώρα είχε ξημερώσει και Κυριακή, συνδυασμός που σε κρατάει στο κρεβάτι λίγο παραπάνω από το κανονικό. Από το παράθυρο κοίταξα τον κόσμο που φαινόταν μέσα από αυτό, δεν ήταν βέβαια ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του, αλλά ήταν το δικό μου παράθυρο σε αυτόν. Στον ουρανό κυκλοφορούσαν ανέμελα κάποια γκρι σύννεφα, που δεν έδειχναν να έχουν το κέφι να ενωθούν ώστε να βρέξει, έτσι υπέθεσα πως έξω, ναι μεν θα έκανε κρύο, αλλά τουλάχιστον θα παρέμεναν τα πράγματα στεγνά. Πλησίασα στο πικάπ, ο δίσκος του Enrico Macias ήταν ακόμα εκεί. Δεν ήταν πολλές οι φορές που είχα αφήσει δίσκο πάνω στο περιστροφικό πλατό για μια ολόκληρη νύχτα. Η διαδικασία ακολουθήθηκε με την αντίστροφη φορά και ο δίσκος μαζί με το εξώφυλλο γύρισε στην πρώτη προθήκη της βιβλιοθήκης. Με μια μηχανική κίνηση άπλωσα το χέρι μου και έπιασα την άκρη ενός δίσκου που ήμουν σίγουρος πως ήταν χρόνια εκεί, χωρίς να τον έχω αγγίξει, χωρίς να τον έχω ακούσει. Ένας δίσκος, που είχα φέρει από το Βερολίνο, σε ένα μαγαζί που είχα ανακαλύψει στην οδό Danziger 31 στο παλιό, Σοβιετικό Βερολίνο που ακόμα έχει αφήσει, ισχνά είναι η αλήθεια, κάποια ίχνη. Στον πρώτο ήχο της τρομπέτας θυμήθηκα ότι είχε σχέση με το ταξίδι μου στην γερμανική πρωτεύουσα. Flamenco sketches, Miles Davis, Kind of Blue. Η μουσική ήταν η ιδανική για ότι υπήρχε μέσα στο σπίτι, δηλαδή εγώ και για ότι διαδραματιζόταν έξω από το παράθυρο, η οπτική μου στον κόσμο.

Στάθηκα, με την ζεστή κούπα στα χέρια, χαζεύοντας από τον τέταρτο όροφο τα άδεια πεζοδρόμια, κάποια αμάξια που περνούσαν αγουροξυπνημένα και τα σύννεφα που δεν έλεγαν να ενωθούν για να ρίξουν εκείνη την βροχή που μπορεί να ξέπλενε τα κτίρια, τους δρόμους, τις ψυχές, τις σκέψεις.

Μπορεί η Jazz να είναι μια μουσική φτιαγμένη για την νύχτα, σε έναν βελούδινο καναπέ να πίνεις ένα ποτό αναπολώντας τις αναμνήσεις σου ή αλλιώς, καθισμένος στο σκαμπό ενός ημισκότεινου μπαρ, περιτριγυρισμένος από ψυχές αμίλητες, που φοράνε μόνο ένα χαμόγελο συγκατάβασης και κατανόησης για ότι συμβαίνει μέσα σου. Και βρίσκεσαι εδώ μαζί τους για να το μοιραστείς σιωπηλά, να το αφήσεις να το πάρουν οι νότες και να το ανυψώσουν στα ουράνια, μήπως και σε επισκεφθεί η λύτρωση που αποζητάς. Το ποτήρι στα χέρια, να είναι το φίλτρο επικοινωνίας με το κρυμμένο πνεύμα της ψυχής σου, που κάποιες φορές καλό θα ήταν να μένει φωλιασμένο εκεί που το έχεις καταχωνιάσει εξ' αρχής. Ωστόσο, αν μπορέσεις να ψάξεις καλά, αν μπορέσεις να ακούσεις αυτό που κρύβεται μέσα στην μουσική, ανακαλύπτεις μια αγωνιά για την κρυμμένη αισιοδοξία που πρέπει να ανασύρεις από μέσα σου. Το γιατρικό, που μόνο εμείς έχουμε, για ότι συμβαίνει στην ψυχή μας. Πήρα μια βαθιά ανάσα, πήρα το κινητό στα χέρια μου και ήμουν έτοιμος να καλέσω την Άννα όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ενστικτωδώς έσυρα το δάχτυλο μου στην ένδειξη με το πράσινο τηλέφωνο και την ίδια στιγμή μετάνιωνα για αυτή μου την κίνηση.

«Θα θέλαμε να μας επιβεβαιώσετε ότι θα έρθετε στην ομιλία».

«Ποιος είναι;» Ρώτησα την ουδέτερη φωνή που μιλούσε. Σιωπή, περίμενε ίσως μόνο την επιβεβαίωση.

«Όχι δεν νομίζω ...»

«Συγνώμη που σας διακόπτω αλλά δεν θα κάνετε καλά. Σας περιμένουμε».

«Τι δεν καταλάβατε ...»

«Είναι καλεσμένη και η κυρία Αναστασοπούλου».

«Η Άννα;»

«Ακριβώς. Σε τρεις ημέρες, Ακαδημίας 58a. Σας περιμένουμε».

Δ

Αναρωτήθηκα, μέσα στο άχρονο σύμπαν του μυαλού μου, πόσες ώρες είχαν περάσει, να κοιτάω έναν άσπρο τοίχο, που ακριβώς στο κέντρο του υπήρχε μια ελαιογραφία, κάποιου παράξενου θηλυκού πλάσματος, που έμοιαζε καταπληκτικά με γυναίκα, αλλά είχε ένα λαιμό, μακρύ, σαν καμηλοπάρδαλης. Δεν ξένιζε κανέναν η γυναίκα καμηλοπάρδαλη, πολλοί μάλιστα την θεωρούσαν και ωραία. Κοκκινομάλλα, με πρόσωπο αγιογραφίας, σεμνή, με βλέμμα που εισχωρούσε μέσα στα μύχια της ψυχής σου, αναδύοντας μέσα από τα σκοτεινά νερά της μνήμης αναμνήσεις που πίστευες πως είχες αφήσει πίσω σου.

Ήταν πανέμορφη, ερωτεύσιμη, μια Εύα, που σίγουρα θα σε έπαιρνε από τον παράδεισο για να ζήσεις την περιπέτεια της ζωής.

Κατάφερα με κόπο να ξεκολλήσω τα μάτια μου πάνω από τα μάτια της ελαιογραφίας, δεν ήθελα να προδώσω την εμπιστοσύνη που μου έδειχνε εκείνη την στιγμή. Της ζήτησα συγνώμη και έστρεψα το βλέμμα μου αλλού, σε κάτι πιο γήινο. Το ρολόι έδειχνε, παράλογα, δώδεκα και είκοσι! Τεσσεράμισι ώρες χαμένος, που; Είδα το κινητό μου πάνω στο τραπέζι του σαλονιού. ΄΄Είναι καλεσμένη και η κυρία Αναγνωστοπούλου΄΄. To ηχόχρωμα της ουδέτερης φωνής ακούστηκε μέσα στο κεφάλι μου σαν να μου μίλαγε τώρα. Ενεργοποιήθηκα και συμπλήρωσα με βιασύνη τα νούμερα του τηλεφώνου της Άννας. Μια ευγενική, γυναικεία φωνή, με ενημέρωσε πως ο αριθμός δεν αντιστοιχεί σε συνδρομητή. Ένας ακόμα ήχος, που άκουγα ασυναίσθητα εδώ και ώρα και που προερχόταν μέσα από το σπίτι με έκανε να ανατριχιάσω. Από το πικάπ ακουγόταν ο δίσκος spooky Waltz music και συγκεκριμένα το κομμάτι Dance with the shadows. Γύρισα, καχύποπτα το βλέμμα του μέσα στο χώρο που βρισκόμουν, η ματιά μου έπεσε πάνω στο πικάπ. Το εξώφυλλο του δίσκου βρισκόταν αφημένο δίπλα στο ηχείο, ενώ ο δίσκος του Miles Davis είχε επιστρέψει στην προηγούμενη θέση του. Με την πρώτη ανάγνωση όλα φαίνονταν φυσιολογικά, εκτός από το ερώτημα. Ποιος είχε κάνει αυτήν την αλλαγή στην μουσική;

Σχημάτισα πιο προσεχτικά το τηλέφωνο της Άννα, αυτήν την φορά χτύπησε. Ήταν ολοφάνερο πως είχα κάνει λάθος, αφού η μνήμη της συσκευής με ενημέρωσε πως το νούμερο ήταν περασμένο στον κατάλογο. Ωστόσο ο εκνευριστικός ήχος που καλούσε δεν έλεγε να διακοπή από την φωνή της Άννας, που θα με ανακούφιζε και πως όλα ήταν καλά. Η απάντηση δεν ήρθε, αν ήθελα να ειδοποιήσω την Άννα θα έπρεπε να αφήσω μήνυμα στο τηλεφωνητή. Δεν ήθελα. Αποφάσισα να καλέσω αργότερα.

Έβγαλα, εκνευρισμένος τον δίσκο από το πλατό και άφησα μια ήρεμη ησυχία να απλωθεί στο σπίτι. Η Κυριακή δεν μου άφηνε περιθώρια να ασχοληθώ με κάτι. Μια ηλίθια μέρα, για κάποιον που θέλει να ξεχαστεί. Τα χέρια μου με έτρωγαν, ο εθισμός με ερέθιζε να πλησιάσω στο μπαρ. Ήθελα να βάλω ένα ποτό ωστόσο η λογική μου έλεγε πως δεν έπρεπε. ΄΄Γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου;΄΄ Ήταν η ερώτηση. ΄΄Τι κάνω στον εαυτό μου΄΄. Ήταν η απάντηση. Η επόμενη στιγμή με βρήκε με ένα ποτήρι στο χέρι, γεμάτο μέχρι το χείλος του, με το πικρό σκούρο υγρό που πάγωνε από το μοναδικό παγάκι που υπήρχε στο ποτήρι. Η πρώτη γουλιά με ανάγκασε να σφίξω τα βλέφαρα μου για να την κατεβάσω στο λαρύγγι μου. Μια αίσθηση, σαν να αφύπνισα όλο το θάρρος και την πνευματικότητα μου με κυρίευσε. Τα σπασίματα από την κίνηση στον σβέρκο μου έδειχναν να με ανακουφίζουν και να με ξυπνούν. Η επόμενη γουλιά ήταν που άδειασε το ποτήρι, αφήνοντας σχεδόν ανέπαφο το τεράστιο παγάκι μέσα στο κρυστάλλινο ποτήρι. Έπαιξα λίγο μαζί του, πριν πάρω την απόφαση πως χρειαζόμουν ακόμα ένα. Όλος ο κόσμος μου μέσα σε αυτήν την κίνηση που έκανε το παγωμένο στοιχείο πάνω στο κρύσταλλο. Μαριονέτα, που γλιστράει ανεξέλεγκτα πάνω σε γυαλισμένη επιφάνεια. Στεκόμουν μπροστά στο μπουκάλι ακίνητος, κλεισμένος μέσα στους τέσσερις τοίχους, σε ένα διαμέρισμα στοιχειωμένο από σκιές. Ξεβίδωσα το καπάκι και το άφησα πάνω στο πάσο του μπαρ. Το χτύπημα του τηλεφώνου με έκανε να κρατήσω την αναπνοή μου και την ίδια στιγμή να αφήσω το ποτήρι κάτω.

Πλησίασα διστακτικά προς το τραπέζι που το είχα αφήσει, στην οθόνη έγραφε Άννα. Απάντησα γρήγορα, πριν προλάβει να κλείσει.

«Άννα;»

«Καλημέρα! Είδα την αναπάντητη. Ήμουν στο γυμναστήριο».

Δεν είχα θυμηθεί πως σχεδόν κάθε μέρα πάει γυμναστήριο.

«Θα βρεθούμε σήμερα;» Ρώτησα.

«Και βέβαια, θες έξω ή θα μαγειρέψεις πάλι;»

«Καλύτερα έξω».

«Ωραία, πάω να κάνω ένα ντους και μιλάμε αργότερα».

«Να σε ρωτήσω;»

«Ναι!»

«Είσαι καλεσμένη σε μια ομιλία στο κέντρο της Αθήνας;»

Φάνηκε σαν να το σκέφτηκε λίγο, σαν να κοιτούσε ίσως κάποιο ημερολόγιο που γράφει τα ραντεβού της, αλλά η απάντηση ήταν αρνητική. Κλείσαμε και έμεινα να αναρωτιέμαι πως ήταν σίγουρη, η ουδέτερη φωνή, ότι η Άννα ήταν καλεσμένη στην ομιλία. Γιατί για να κάνουν λάθος, αποκλείεται. Πότε δεν έκαναν.

12/7/2020

Ο λαιμός μου είχε ξεραθεί, σε σημείο που κάθε φορά που προσπαθούσα να καταπιώ το σάλιο μου να νιώθω πως υπάρχουν μέσα σε αυτό μικρά κομμάτια γυαλιού που με έγδερναν γλυκά και μια υποψία γεύσης από αίμα. Με μικρά βηξίματα προσπαθούσα να τον επαναφέρω σε μια φυσική κατάσταση, αλλά κάτι τέτοιο έμοιαζε αδύνατο. Δεν μπορούσα να εξακριβώσω αν έφταιγε η έλλειψη ενός ποτού ή οι σκέψεις που με κατέκλυζαν από το παρελθόν, κάθε στιγμή και ποιο πολύ, ως ότου να με κυριεύσουν, για ακόμα μια φορά.

Δάγκωσα τα χείλη μου. Δεν ξέρω αν φοβόμουν ή αν απλός βρισκόμουν σε μια αμήχανη κατάσταση για αυτό που θα συνέβαινε. Ξανά; Αναρωτήθηκα. Αλλά η απάντηση ήταν προφανής. Γιατί όχι!

Ωστόσο θα έπρεπε να υπήρχε κάποιος λόγος, όπως τότε. Βάδισα μέσα στο σπίτι χωρίς άλλες σκέψεις, με τον λαιμό να κομματιάζεται σε κάθε κατάποση και η ψυχή μου να βασανίζεται για αυτό που ερχόταν. Πρώτη φορά είδα τον άλλο κόσμο, που με μεγάλη προσπάθεια, όλα αυτά τα χρόνια, είχα καταφέρει να λησμονήσω, στους δρόμους της Γερμανικής πρωτεύουσας. Ένας αχνός κόσμος, παραγκωνισμένος από τον δικό μας, να ζει στα περιθώρια που του αφήναμε, αθέατος για τους περισσότερους, για τους πολλούς. Είχα προσγειωθεί στο Βερολίνο, με πτήση από την Αθήνα, μόλις πριν τρεις ώρες και αφού είχα τακτοποιηθεί στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, περπατούσα στην Dudenstrase ενθουσιασμένος. Ο ήλιος εγκατέλειπε την πόλη, πλημμυρίζοντας με μουντάδα, το μισό του ουρανού και με ένα ασθενικό πορτοκαλί το άλλο μισό, που όμως χάρη στην ατμόσφαιρα της βόρειας Ευρώπης διασκορπιζόταν και εξανεμιζόταν σε μικρά κομμάτια ανάμεσα στα γκρίζα σύννεφα. Τα κτίρια ορθώνονταν εμπρός μου λευκά ή θα μπορούσα να πω καλύτερα, μπεζ. Ολοκάθαρα. Σε ένα μικρό, δεντρόφυτο στενό, που οδηγούσε στο πάρκο Βικτόρια, είδα μια σιλουέτα να κοιτάζει ήσυχη προς τον κεντρικό δρόμο. Δεν μπορούσα να διακρίνω χαρακτηριστικά, μόνο μια σκιώδη σιλουέτα που έμοιαζε να μην γνωρίζει πως την είχα δει. Στάθηκα για δυο δευτερόλεπτα στην αρχή της σκάλας που οδηγούσε στο πάρκο. Την είδα να κινείτε ελαφρά, πισοπάτησε, με έναν δισταγμό, σαν να μην περίμενε κάποιος να της δώσει προσοχή. Σήκωσα το χέρι μου για να μην την τρομάξω, να δείξω πως είχα σταθεί εκεί φιλικά, ειρηνικά. Χωρίς να προσέξω κάποια κίνηση, χωρίς καν να διακρίνω ότι μου γύρισε την πλάτη, χωρίς να ακούσω βήματα στο τσιμεντένιο δρόμο, η σιλουέτα χάθηκε, ως δια μαγείας, από εμπρός μου. Λίγο πριν χαθεί, σε μια αστραπιαία, μοναδική στιγμή, είδα τα μάτια της σκιώδης μορφής να με κοιτάνε έντονα και ένιωσα σαν κάτι να διαπερνάει την καρδιά μου, να με λογχίζει εκεί που κατοικεί το πνεύμα των ανθρώπων. Ανέβηκα ένα σκαλί από κάποια παρόρμηση και το κατέβηκα αστραπιαία από κάποιο ένστικτο, που ήθελε να με κρατήσει μακριά από το μυστήριο. Χρόνια μετά αναρωτιέμαι τι θα έπρεπε να είχα κάνει εκείνη την ημέρα. Ανέβηκα ξανά τα σκαλοπάτια φτάνοντας στο σημείο που στεκόταν λίγα λεπτά πριν η σιλουέτα. Έριξα μια ματιά στο βάθος του σκοταδιού μήπως και καταφέρω να διακρίνω κάποια κίνηση, τίποτα.

Θα μπορούσα να είχα ξεχάσει εκείνη την συνάντηση, όπως τόσες άλλες. Απλά, σαν κάτι καθημερινό. Μια ανόητη συνάντηση δυο ανθρώπων που ... Όμως κάθε φορά που προσπαθούσα να το αφήσω πίσω μου, η λόγχη της ματιά της με έκαιγε στην καρδία, ανεβάζοντας τους παλμούς και κόβοντας μου την ανάσα, για μισό κλάσμα του δευτερολέπτου, ίσα για να πάρω μια πιο βαθιά ανάσα από το κανονικό και να θυμηθώ εκείνη την στιγμή.

Το τηλέφωνο χτύπαγε επίμονα μέσα στην θολούρα της ανάμνησης. Η οθόνη έγραφε το όνομα της. Το σήκωσα σχεδόν ζαλισμένος.

«Που είσαι; Σε έχω καλέσει τρεις φορές». Μέσα στην καρδιά μου έκαιγε κάτι σαν μαχαιριά, η ανάσα μου έπαιρνε εμπρός ξανά.

«Είσαι καλά;» Ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσα.

Συνέχεια ...