ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ 58a


Συνέχεια ...

Ξ

Η ατμόσφαιρα μέσα στο οίκημα της Ακαδημίας 58a είχε βαρύνει χωρίς να έχουμε πει λέξη ο ένας στον άλλον. Κοιτιόμασταν στα μάτια και ξέραμε ακριβώς για ποιον λόγο βρισκόμασταν σε αυτήν την αμήχανη και νευρική διάθεση. Ο λύχνος πάνω στο τραπέζι, δίπλα στο παράθυρο, που έβλεπε στον δρόμο, έφεγγε πιο αχνά από κάθε άλλη φορά. Ένιωσα τον λαιμό μου να έχει κλείσει και η κατάποση γινόταν με δυσκολία. Η Βερόνικα είχε σταθεί μπροστά από το παράθυρο και μπορούσα να διακρίνω το περίγραμμα της σιλουέτας της. Δεν μου φάνηκε παράδοξο πως μπορούσα να δω τα λαμπερά της μάτια, παρόλο που το φως από πίσω της έκρυβε όλα τα άλλα χαρακτηριστικά της. Τίποτε πλέον δεν μου φαινόταν παράδοξο σε αυτόν τον παράλληλο κόσμο που ζούσα.

Ο ηλεκτρισμός στην ατμόσφαιρα καταλάγιαζε στιγμή με την στιγμή που περνούσε, η αναπνοή μου ηρεμούσε και οι παλμοί της καρδίας μου χάνονταν μέσα στο στήθος μου. Πήρα μια βαθιά ανάσα και πλησίασα προς την γυναίκα που με είχε μαγέψει εκείνη την νύχτα στο Quasimodo. Οι λέξεις που είχα διαλέξει μια προς μια, σε όλη την διαδρομή προς τα εδώ και ήμουν έτοιμος να ξεστομίσω μόλις την αντίκριζα, έμοιαζαν πολύ σκληρές. Θα πρέπει να κατάλαβε τι σκεφτόμουν και μου χαμογέλασε.

Είχα πλησιάσει αρκετά κοντά της ώστε να μπορώ να δω τις αντιδράσεις της. Κάθισα στην μια, από τις δυο καρέκλες που βρίσκονταν στο τραπέζι, παρατηρώντας το δωμάτιο γύρω μου. Το πάτωμα φιλοξενούσε ένα ψηφιδωτό, που από την σκόνη χρόνων που είχαν κατακαθίσει πάνω του σχεδόν δεν διακρινόταν. Η Βερόνικα με απαλά, συρτά βήματα βρέθηκε πίσω μου, αφήνοντας το οπτικό μου πεδίο ελεύθερο. Η παλάμη της με άγγιξε απαλά και χάιδεψε τα μαλλιά μου κατηφορίζοντας προς τον αυχένα. Η θέρμη του αγγίγματος με ρίγησε, οι σκέψεις χάθηκαν ως διά μαγείας και έμεινα να κοιτάζω το φως του λύχνου που με υπνώτιζε, απολαμβάνοντας το χάδι της. Ταξίδευα στον κόσμο της, γλιστρούσα σαν σκιά πάνω στους δρόμους και τα σπίτια. Οι άνθρωποι δεν με αντιλαμβάνονταν, περνούσα δίπλα τους, σχεδόν τους ακουμπούσα και όταν συνέβαινε αυτό έβλεπα ως τα μύχια της ψυχής τους. Άξαφνα, δίχως να το περιμένω, βρέθηκα στην απαρχή ενός τεράστιου δάσους. Ήταν πυκνό, το βλέμμα δεν μπορούσε να διασχίσει σε βάθος για να βρει ένα μικρό ξέφωτο. Τα δέντρα, αδιαπέραστα, σαν μεσαιωνικό τοίχος, δεν επέτρεπαν την διείσδυση. Ένιωσα έναν τρόμο να γεννιέται. Ο ήλιος, ασθενικός, από τις άπειρες στρώσεις συννεφιάς που τον κάλυπταν, ίσα που άφηνε μια αμυδρή ιδέα φωτός πάνω από το δάσος, που είχε βυθιστεί στο σκοτάδι. Η απόκοσμη εικόνα, σε έκανε να αναρωτιέσαι, αν μέσα στα σπλάχνα του κατοικούσαν πλάσματα που δεν επιτρεπόταν να δουν το φως.

Μια παρόρμηση με ανάγκασε να κάνω ένα βήμα, αισθάνθηκα κάτι να πιέζει το στήθος μου και αντιλήφθηκα πως βρισκόμουν ακριβώς πάνω στα σύνορα δυο διαφορετικών κόσμων. Οι μύτες των παπουτσιών μου ίσα που άγγιζαν αυτό το σύνορο, δυσδιάκριτο, όμως ήταν εκεί. Ο τρόμος δεν με είχε εγκαταλείψει, κάθε κύτταρο του κορμιού μου παλλόταν νευρικά και μόνο στην σκέψη να διασχίσω αυτήν την γραμμή που χώριζε τους δυο κόσμους. Όμως για κάποιον παράλογο λόγο, η ψυχή μου ήθελε να περάσει αυτό το σύνορο.

Δυο έντονες, μαύρες σιλουέτες δίχως μορφή, στάθηκαν απέναντι μου. Σαν παραστάτες σε πύλη, εξέπεμπαν μια εσωτερική ηρεμία που εισχωρούσε μέσα σου και καταλάγιαζε τους φόβους σου. Κοίταξα το σύνορο, έμοιαζε τόσο απλό να κάνω ένα βήμα και να βρεθώ μέσα στο δάσος. Ένα μόνο βήμα και άλλαζαν όλα, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Πήρα μια βαθιά ανάσα και ήμουν έτοιμος να διασχίσω αυτήν την νοητή γραμμή.

Οι δυο μυστηριώδεις φιγούρες παραμέρισαν, ανοίγοντας μου τον δρόμο προς το δάσος. Κοίταξα ευθεία, τα δέντρα έμοιαζαν με κινούμενες σκιές που διαθλούσαν το σκοτάδι. Στάθηκα για κάποια δευτερόλεπτα μετέωρος, προσπαθώντας να ισορροπήσω την ψυχή μου και την λογική μου σε αυτό που ήμουν αποφασισμένος να πραγματοποιήσω. Ωστόσο ήξερα, πως όσο και να προσπαθούσα, δεν μπορούσε να υπάρξει ισορροπία, παρά μόνο αποδοχή των όσων θα συμβούν από την επιλογή μου. Ο φόβος πλέον είχε εξαφανιστεί, όπως και οι σκέψεις που με κρατούσαν. Έκανα το πρώτο βήμα και ένα φως με ανάγκασε να σμίξω τα βλέφαρα μου. Οι δυο φιγούρες κινούνταν νευρικά μην μπορώντας να καταλάβουν ή να αντέξουν το φως και λίγο αργότερα εξαφανίστηκαν μέσα στο δάσος. Έκανα ένα βήμα πίσω και την ίδια στιγμή άκουσα έναν ήχο. Το γνώριμο άγγιγμα στον αυχένα εξαφανίστηκε και τα βλέφαρα μου γέμισαν από ένα αμυδρό φως που έπεφτε απαλά πάνω τους. Άνοιξα απότομα τα μάτια μου, ο λύχνος πάνω στο τραπέζι επανέφερε όλες τις σκέψεις μου και τους φόβους μου. Βρισκόμουν ακόμα μέσα στο παράξενο κτίριο της Ακαδημίας, το δάσος είχε χαθεί, ενώ το φεγγάρι άπλωνε το αχνό φως του μέσα στον χώρο. Γύρισα και κοίταξα πίσω μου. Η καρέκλα είχε εκσφενδονιστεί μερικά μέτρα μακρύτερα και η Βερόνικα με κοιτούσε έκπληκτη.

«Ήρθα για να σου πω πως θα φύγω». Οι λέξεις βγήκαν αβίαστα από μέσα μου, ήταν τα λόγια που είχα σκεφθεί να πω, στην πιο απλουστευμένη τους μορφή.

Κοίταξα γύρω μου, το φως του φεγγαριού δεν έφτανε για να φωτίσει την σκάλα. Πήρα τον λύχνο στα χέρια μου και κατευθύνθηκα προς αυτήν.

«Δεν μπορείς να φύγεις». Άπλωσα το χέρι με το οποίο κρατούσα τον λύχνο προς το μέρος της Βερόνικα. Τα χαρακτηριστικά της είχαν αλλοιωθεί. Πάνω στο πρόσωπο της επικρατούσε μια γκάμα συναισθημάτων, εντελώς παράταιρων μεταξύ τους, από οργή και μίσος, μέχρι αποδοχή και αγάπη. Την κοίταξα για τελευταία φορά και είδα για πρώτη φορά την μορφή της όπως πραγματικά ήταν. Ξεροκατάπια και κατέβηκα ήρεμος την σκάλα. Σε κάθε βήμα μου, το τρίξιμο από το παλιό ξύλο, μου χάραζε και μια ανάμνηση. Μόλις κατέβηκα στο ισόγειο άκουσα βήματα να με ακολουθάνε. Δεν γύρισα να κοιτάξω.

«Δεν μπορείς να ξεφύγεις. Είσαι δεμένος μαζί μου, έχεις κάνει το βήμα που σε κρατάει εδώ μαζί μου, στον κόσμο μου, για πάντα. Στην παραμικρή αδυναμία σου, υποσυνείδητα, θα με καλείς να γυρίσω». Όσο έλεγε αυτά τα λόγια είχα φθάσει στην πόρτα. Για μια μόνο στιγμή φοβήθηκα πως το πόμολο θα έμενε ακίνητο και δεν θα μπορούσα να τραβήξω την πόρτα, ώστε να βγω έξω. Δεν συνέβη τίποτα τέτοιο. Άνοιξα, είδα την κίνηση στην λεωφόρο και ο θόρυβος εξαφάνισε τα τελευταία λόγια που άκουσα από την Βερόνικα.

Τώρα βρισκόμουν ακουμπισμένος στο κάγκελο, κοιτώντας την κλειστή πόρτα και τον δράκοντα, που με κοιτούσε με την σειρά του αυστηρά. Δεν θυμάμαι πόση ώρα έμεινα να κοιτάω το κτίριο, αλλά πρόσεξα πως το φως του λύχνου επέστρεψε στο τραπέζι του πάνω ορόφου και λίγες στιγμές μετά έσβησε, βυθίζοντας στο σκοτάδι το δωμάτιο.

Το φεγγάρι απουσίαζε από τον ουρανό και ένιωσα μια ανακούφιση. Πήρα μια βαθιά ανάσα και δεν ξανακοίταξα πίσω. Μια ενόχληση, στο μέρος της καρδιάς, με έκανε να κοντοσταθώ, ωστόσο ήταν τόσο ανεπαίσθητη που δεν έδωσα σημασία και συνέχισα να απομακρύνομαι.

Το ταξί μας άφησε έξω από το εξαιρετικά φωτισμένο ξενοδοχείο Άντλον. Η Άννα κοίταζε αποσβολωμένη γύρω της, ενώ το βλέμμα της έμεινε για ώρα καρφωμένο πάνω στην πύλη του Βραδεμβούργου.

«Δεν έχεις έρθει ξανά στο Βερολίνο;» Την ρώτησα και ήταν η πρώτη φορά, εδώ και ημέρες, που είχαμε αφήσει το μυαλό μας να ασχοληθεί με κάτι άλλο, πέραν της Βερόνικα. Μου έγνεψε όχι.

«Πάμε να ξεκουραστούμε». Την προέτρεψα. «Το ξενοδοχείο θα σε εντυπωσιάσει περισσότερο από μέσα, παρά απ΄ έξω».

«Είναι επιβλητικό!» Ψιθύρισε, καθώς το κοιτούσε γοητευμένη. Εγώ αντίθετα ήμουν εξαντλημένος, ταλαιπωρημένος από το ταξίδι, αλλά και από την βότκα που είχα πιει στο αεροπλάνο. Στην είσοδο, ο υπάλληλος υποδοχής δεν έκανε καμιά κίνηση για να ανοίξει την πόρτα. Έμεινε ακίνητος, κοιτώντας πρώτα εμένα και μετά την Άννα, από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Φαινόταν από το βλέμμα του ότι κάτι δεν του πήγαινε καλά και η πραγματικότητα ήταν πως η όψη μας δεν μας χάριζε το διαβατήριο για να μπούμε στο Άντλον με ευκολία.

«Έχουμε κράτηση». Του είπα στα γερμανικά και η αντίδραση του ήταν να με κοιτάξει ακόμα πιο εξεταστικά.

Στο λόμπι του ξενοδοχείου, ο διακριτικός ήχος από κάποιο πιάνο, έφερε στα αυτιά μου τις νότες από την 40η συμφωνία του Μότσαρτ. Δεν θυμόμουν να υπάρχει κάποιο πιάνο και έτσι υπέθεσα πως η μουσική θα πρέπει να προερχόταν από κάποιο ηχοσύστημα. Το μελί φως, από τους χρυσούς πολυελαίους, ζέσταινε τον χώρο και σε έκανε να αισθάνεσαι πως βρίσκεσαι σε έναν πολύ οικείο περιβάλλον, ξεχνώντας την παγωμένη ατμόσφαιρα της Γερμανικής πρωτεύουσας.

Έριξα μια ματιά πίσω μου, η Άννα με ακολουθούσε με ένα πλατύ χαμόγελο στο στόμα, ενώ η ματιά της σάρωνε τον χώρο. Ξαφνικά και χωρίς να το θέλω, μου ήρθε στο μυαλό ο σκοπός για τον οποίο βρισκόμασταν εδώ. Το φως σκοτείνιασε και μόνο το χαμόγελο της Άννας έλαμπε, που μέσα σε αυτήν την αίθουσα έμοιαζε με πριγκίπισσα.

Πλησίασα προς στην ρεσεψιόν, συναντώντας το ίδιο ακριβώς βλέμμα που συνάντησα λίγο πριν και στον υπάλληλο της υποδοχής. Ένας ψηλός, με παράξενα γαλάζια μάτια και μεγάλα δάχτυλα, ρεσεψιονίστ, μου χαμογέλασε παγωμένα, γέρνοντας ''διακριτικά'' στο πλάι, κοιτώντας πίσω μου και επιπλήττοντας με το βλέμμα του όποιον τόλμησε να μας αφήσει να φτάσουμε ως εκεί. Όταν του ανακοίνωσα ότι έχουμε κάνει κράτηση, χτύπησε νευρικά τα τεράστια δάχτυλα του στο ξύλινο πάσο και μου ζήτησε την ταυτότητα μου. Στα λίγα δευτερόλεπτα που πέρασαν το στρυφνό ύφος του ρεσεψιονίστ είχε εξαφανιστεί και με ένα ζεστό, επαγγελματικό χαμόγελο, μου παρέδωσε τα κλειδιά του δωματίου, μαζί με την αλληλογραφία που είχα στο όνομα μου!

Κοιτούσα, με ένα άγνωστο συναίσθημα, που μόλις είχε αναδυθεί μέσα από την καρδία μου, τον λευκό φάκελο που μου είχε αφήσει ο υπάλληλος του ξενοδοχείου δίπλα στην κάρτα που άνοιγε την πόρτα του δωματίου. Τα χέρια μου είχαν παραμείνει πεισμωμένα στα πλευρά μου και δεν μου επέτρεπαν να πραγματοποιήσω καμία βεβιασμένη κίνηση. Ένας λευκός φάκελος, δίχως κανένα ίχνος του αποστολέα, ακουμπισμένος πάνω στο πάσο να περιμένει να τον πάρω στα χέρια μου. Μηχανικά το βλέμμα μου σάρωνε πότε τον άνθρωπο με το μπλέιζερ, που στο σημείο της μικρής τσέπης του σακακιού του έγραφε Άντλον και πότε τον φάκελο. Άνοιξα το στόμα μου, αλλά έμεινα άφωνος, κατάλαβα πως δεν είχα το κουράγιο να κάνω καμία ερώτηση. Ο λευκός φάκελος θα πρέπει να ζύγιζε μια ολόκληρη αιωνιότητα και εγώ αισθανόμουν αδύναμος για να τον σηκώσω από εκεί.

Η Άννα, που όλη αυτήν την ώρα θα πρέπει να χάζευε στο λόμπι, πλησίασε δίχως να έχει αντιληφθεί τι έχει συμβεί. Μας χαμογέλασε πλατιά, κοίταξε πρώτα τον ρεσεψιονίστ και μετά εμένα και με αφέλεια ρώτησε αν η κάρτα και ο φάκελος ήταν δικά μας. Μόλις ο ψηλός άντρας πίσω από το πάσο της έγνεψε, χαμογελώντας, πως πράγματι ήταν δικά μας, τα άρπαξε με μια αστραπιαία κίνηση και μου έκανε νόημα με το κεφάλι να την ακολουθήσω.

Ο γκρουμ που μας συνόδεψε, έκλεισε την πόρτα και απομείναμε οι δυο μας να επεξεργαζόμαστε τη ζεστή ατμόσφαιρα του δωματίου. Στα αυτιά μου άκουγα ακόμα τον σκοπό της 40ης συμφωνίας, απομεινάρι μιας αχρείαστης ανάμνησης από το λόμπι.

Η Άννα τράβηξε την προσοχή μου ενημερώνοντας με πως θα έκανε ένα γρήγορο ντους και την επόμενη στιγμή την είδα να χάνεται κάπου στα βάθη του δωματίου. Εγώ αντίθετα, αν και λίγα λεπτά πριν ένιωθα ζαλισμένος, αισθάνθηκα την ανάγκη για ακόμα ένα πότο. Στο μπαρ υπήρχαν τα πάντα, πήρα ένα ποτήρι, το γέμισα πάγο και άδειασα μέσα ένα μπουκαλάκι, μινιατούρα, που περιείχε βότκα. Βάδιζα δίχως νόημα και δίχως σκέψεις μέσα στο σαλόνι, αποφεύγοντας με μαεστρία τα έπιπλα. Από το μπάνιο, η ροή του νερού ακουγόταν έντονα, αναγκάζοντας με να φέρω στο μυαλό μου το κορμί της Άννας. Είχα την αίσθηση πως χαμογέλασα λίγο πονηρά και παραξενεύτηκα που για πρώτη φορά δεν είδα κάποια από τις σκιές που παρακολουθούσαν κάθε κίνηση. Αισθάνθηκα μια ελευθερία, που δεν είχα νιώσει για χρόνια και συνειδητοποίησα πως είχα ξεχάσει αυτή η αίσθηση. Πλησίασα στο παράθυρο και τράβηξα την βερικοκί κουρτίνα. Η πύλη του Βραδεμβούργου βρισκόταν ακριβώς απέναντι από το δωμάτιο και ακριβώς πάνω από αυτήν ένα τεράστιο φωτεινό φεγγάρι που μου θύμισε τον λόγο για τον οποίον βρισκόμασταν στον Βερολίνο.

Ο λευκός φάκελος, πάνω στο τραπεζάκι της εισόδου περίμενε για να τον διαβάσω. Δεν ήξερα τι έγραφε, δεν γνώριζα τον αποστολέα ... ή μήπως τον γνώριζα;

Κατέβασα το βλέμμα μου στον δρόμο έξω από το Άντλον με την ελπίδα, ανακατεμένη με μια δόση φόβου, ότι θα τον έβλεπα, ή θα την έβλεπα, εκεί να με περιμένει και να έχει την ματιά του στραμμένη προς το παράθυρο. Με ανακούφιση είδα πως δεν υπήρχε κάνεις, μόνο κάποιοι περαστικοί που φωτογράφιζαν το εντυπωσιακό αξιοθέατο, ωστόσο μέσα στο δωμάτιο υπήρχε ο φάκελος με τον άγνωστο αποστολέα. Τον πήρα στα χέρια μου και τον περιεργάστηκα λίγο πριν τον ανοίξω. Η αίσθηση της ποιότητας του χαρτιού, μου άφησε κάτι περίεργο στην αφή. Από το μπάνιο δεν ακουγόταν ο ήχος από το νερό και υπέθεσα πως η Άννα όπου να ναι θα έβγαινε. Κάθισα στην πολυθρόνα και αφού ήπια την υπόλοιπη βότκα που είχε το ποτήρι ξεκίνησα, με αργές κινήσεις, να ανοίγω τον φάκελο. Το μυαλό μου είχε καθαρίσει από κάθε είδους σκέψεις και επικρατούσε μέσα σε αυτό μια διαύγεια που μου προξένησε έκπληξη. Έμοιαζε λες και είχα μαζέψει όσες δυνάμεις μου είχαν απομείνει, ώστε να αντιμετωπίσω αυτό που περιείχε ο φάκελος.

Η όποια έξαψη εξανεμιζόταν από το περιεχόμενο. Δεν ξέρω και εγώ τι περίμενα να βρω μέσα εκεί, ωστόσο ένιωσα μια μικρή απογοήτευση, ενώ παράλληλα οι απαντήσεις που περίμενα μετατίθονταν για την επόμενη ημέρα.

΄΄Αύριο στις δώδεκα, στο σημείο ελέγχου Τσάρλι΄΄. Πάλεψα να βρω κάτι, μέσα σε αυτές τις ελάχιστες λέξεις, μήπως και ξεγελαστώ. Διάβασα την πρόταση δυνατά, να την ακούσω, μήπως και δεν είχα ανακαλύψει το κρυφό μήνυμα της. Όμως ήταν τόσο λακωνικό και ευθύ το μήνυμα που δεν χωρούσε καμία άλλη ερμηνεία, πέρα από το προφανές.

Η Άννα, που δεν την άκουσα να μπαίνει στο σαλονάκι, με κοιτούσε και ήταν ολοφάνερο πως με είχε ακούσει να διαβάζω.

«Ο άνθρωπος με την καπαρντίνα μας έστειλε μήνυμα. Πρέπει να βρισκόμαστε στο σημείο Τσάρλι, αύριο στις δώδεκα». Την ενημέρωσα, ενώ την ίδια στιγμή δοκίμαζα την ομορφιά της με τα μάτια μου. Τα μαλλιά της ήταν βρεγμένα και σχεδόν έσταζαν στο πάτωμα. Δεν πρέπει να είχε μπει στον κόπο να τα σκουπίσει.

Το ελάχιστα πιο σκούρο χρώμα τους, αναδείκνυε υπέροχα το μέλι χρώμα των ματιών της και το βλέμμα της εισχωρούσε μέσα μου αγγίζοντας τον πιο βαθύ ορίζοντα της ψυχής μου. Τα χείλη της κουνήθηκαν ανεπαίσθητα, προσπαθώντας να προφέρουν κάποιες λέξεις, που όμως έμειναν ημιτελής.

«Είμαι κουρασμένη». Ξεστόμισε τελικά ξέπνοη και γεμάτη απογοήτευση, χαμογελώντας μου αχνά.

«Θες να παραγγείλω κάτι, μήπως πεινάς;» Μου κούνησε το κεφάλι κουρασμένα και έφυγε προς το υπνοδωμάτιο. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έπεσε μια ησυχία που με πίεζε στο στήθος. Τρομοκρατήθηκα, φοβόμουν πως μέσα από τους τοίχους του Άντλον θα ξεπηδούσαν οι σκιές και θα με έσερναν μαζί τους στον κόσμο τους. Μόνη σταθερή το άδειο γυάλινο ποτήρι και η Άννα. Το φως από το φεγγάρι εισχωρούσε μέσα στο σαλόνι και ίσα που άγγιζε το πάτωμα και μερικά έπιπλα. Σηκώθηκα από την πολυθρόνα αφήνοντας το γράμμα πάνω στο τραπέζι. Πήρα το γυάλινο ποτήρι στα χέρια μου και με ελαφρά βήματα πήγα προ το υπνοδωμάτιο. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη, πλησίασα. Η Άννα καθόταν στο κρεβάτι και κοιτούσε από το παράθυρο, δίχως να κάνει την παραμικρή κίνηση. Το κορμί της σάλευε μόνο από την μηχανική κίνηση της αναπνοής. Το ασημένιο φως της σελήνης την έλουζε και από το πάπλωμα έλειπε η σκιά της. Δεν κοίταξα να δω για την δική μου, ήταν ολοφάνερο πως είχαμε κάνει πάλι το ταξίδι από τον έναν κόσμο στον άλλον.

«Πως είσαι;» Ρώτησα δειλά.

«Κουρασμένη».

«Κοιμήσου. Αύριο θα τελειώσουν όλα».

Ξύπνησα από σουβλιές και καψίματα που ένιωθα στην μέση μου. Το στόμα μου είχε πλημμυρίσει από μια γνώριμη γεύση, που με έκανε να θέλω να πάω στην τουαλέτα και να ξεράσω. Ξεροκατάπια και προσπάθησα να σηκωθώ από τον άβολο καναπέ, στον οποίον με είχε πάρει ο ύπνος. Έξω φαινόταν να έχει ξημερώσει, κοίταξα το ρολόι μου, ήταν εννέα και είκοσι. Στο χάλι που ήμουν φάνηκε σαν άθλος το ότι κατάφερα να φτάσω στο παράθυρο. Ένας αλλόκοτος χειμωνιάτικος ήλιος με ανάγκασε σε σμίξω τα βλέφαρα μου. Η κίνηση έδειχνε να είναι στην ακμή της και ευτυχώς, ο όποιος θόρυβος, που μπορούσε να συμβαίνει εκεί κάτω, σταματούσε στα τριπλά κρύσταλλα των παραθύρων.

Η πρώτη λέξη που βγήκε από το στόμα μου ήταν το όνομα της Άννας. Η σπιρτάδα του οινοπνεύματος, που βγήκε από τα σωθικά μου με έκανε να ζαλιστώ. Κοίταξα στο τραπέζι, μια αρκετά μεγάλη στοίβα, από άδεια μπουκάλια μινιατούρες, περικύκλωναν το γυάλινο ποτήρι, την μοναδική μου σταθερά σε αυτόν τον παράλληλο κόσμο στον οποίο ζούσα.

Η φωνή της ήταν δυνατή, ευδιάθετη. Μπήκε μέσα στο σαλόνι και με κοίταξε από την κορφή μέχρι τα νύχια. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της αλλοιώθηκαν. Ήμουν βέβαιος για την όψη την οποία πρέπει να είχα και γι' αυτό δεν είπα λέξη.

«Πρέπει να κάνεις ένα ντους μήπως και συνέλθεις». Συμφώνησα άηχα.

«Θα παραγγείλω καφέδες, για εσένα πικρό».

«Στην μύτη του κουταλιού λίγη ζάχαρη». Είπα σχεδόν σαν παράκληση.

«Πικρό!» Κούνησα το κεφάλι, καθώς ήταν ολοφάνερο πως η δοσολογία της ζάχαρης που ζήτησα θα έλειπε από το καφέ μου και πήγα για ντους.

Με κοίταξε με αμφιβολία όταν μπήκα πάλι στο σαλόνι. Κοίταξα το σώμα μου για να δω τι ήταν αυτό που την παραξένεψε.

«Κοιτάχτηκες στον καθρέφτη;» Της απάντησα όχι. Κούνησε το κεφάλι της και έμεινε αμίλητη, με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο στα χείλη.

Στην πρώτη γουλιά κοίταξα την Άννα και πήγα κάτι να ξεστομίσω. Το βλέμμα της μου υπέδειξε πως θα έπρεπε να υπομείνω το μαρτύριο της πίκρας και έφερα πάλι την κούπα στα χείλη μου.

«Είναι μακριά το σημείο ελέγχου Τσάρλι;» Κοίταξα την ώρα, προσπαθώντας ταυτόχρονα να προσανατολιστώ. Το Άντλον δεν απείχε από το σημείο Τσάρλι παραπάνω από ενάμιση χιλιόμετρο, ενώ μπροστά μας είχαμε κάτι λιγότερο από μιάμιση ώρα για το ραντεβού με τον άγνωστο αποστολέα.

«Περίπου είκοσι λεπτά με τα πόδια». Απάντησα και συνέχισα να πίνω τον πικρό καφέ μου.

«Έχεις ιδέα τι μπορεί να μας περιμένει εκεί;» Κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά και έμεινα με την κούπα στα χείλη, προσπαθώντας να βρω μια απάντηση, που σίγουρα χρειαζόταν να ακούσει η Άννα. Υπήρχαν στιγμές που μπερδευόμουν για όλα όσα συνέβαιναν στην ζωή μου και αναρωτιόμουν αν είχα προκαλέσει εγώ αυτά τα γεγονότα ή αν τελικά ήταν αποτέλεσμα μιας παραξενιάς της μοίρας, που με έφερε στο λάθος μέρος, την λάθος χρονική στιγμή.

''Και η Άννα; Τι ρόλο έπαιζε η Άννα σε όλο αυτό;'' Αναρωτήθηκα την ίδια στιγμή που την είδα να σηκώνεται από τον καναπέ και να πηγαίνει προς το υπνοδωμάτιο.

Το βάδισμα της ήταν ανάλαφρο, σαν να μην την βάραινε τίποτα, ούτε καν οι σκέψεις της, σε αντίθεση με εμένα που οι σκέψεις με έκαναν να σέρνομαι.

«Καλό θα είναι να ετοιμαστείς. Μοιάζεις με φάντασμα». Μου είπε καθώς χανόταν στο βάθος του υπνοδωματίου. Δεν ήξερα πως έδειχνα, αλλά αν είχα παρόμοια εικόνα με την αίσθηση που ένιωθα για το στομάχι και το κεφάλι μου τότε θα πρέπει να ήμουν σε άθλια κατάσταση. Σηκώθηκα και η ζάλη με ανάγκασε να πιαστώ από το μπράτσο του καναπέ. Όλα γύριζαν και με κόπο στάθηκα όρθιος. Ο καφές, αν και έκανε την δουλειά του, δεν κατάφερε να με συνεφέρει ολοκληρωτικά. Απέναντι μου είδα πως υπήρχε ένας καθρέφτης, που δεν τον είχα προσέξει καθόλου εχθές το βράδυ. Αμφιταλαντεύτηκα για να δω το είδωλο μου, ωστόσο αποφάσισα να ακολουθήσω την ίδια τακτική που ακολούθησα και στο μπάνιο, τον προσπέρασα δίχως να ρίξω ούτε μια κλεφτή ματιά.

Πενήντα λεπτά αργότερα βρισκόμασταν στο πεζοδρόμιο, έξω από το Άντλον. Η Άννα είχε ντυθεί σαν τοπ μόντελ. Φορούσε ένα μαύρο εφαρμοστό φόρεμα, μπότες, και για πανωφόρι είχε επιλέξει μια κόκκινη καπαρντίνα. Απόρησα για το ντύσιμο της και αναρωτήθηκα, αν την στιγμή που λέγαμε στην Αθήνα να πάρουμε μόλις ένα σακίδιο με λίγα ρούχα, κατάλαβε κάτι άλλο εκτός από το προφανές. Ωστόσο ήταν εκθαμβωτική και εντελώς παράταιρη από τον συνοδό της, καθώς φορούσα ένα τζιν της κακιάς ώρας, πουλόβερ και χοντρό μπουφάν για χιονοδρομίες. Την κοίταξα και με κοίταξε από την κορφή μέχρι τα νύχια. Στο τέλος της διαδρομής που έκαναν τα βλέμματα μας βρεθήκαμε να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον στα μάτια.

«Είμαι σε καλύτερη κατάσταση;» Την ρώτησα.

«Τώρα μοιάζεις με άνθρωπο, που όμως είχε μια δύσκολη βραδιά με το αλκοόλ». Κούνησα το κεφάλι μου και έτεινα το χέρι μου προς την διαδρομή που θα ακολουθούσαμε.

Ο

Ο πρωινός ήλιος είχε χαθεί, βαριά σύννεφα είχαν καταλάβει τον ουρανό, απειλώντας μας άμεσα με βροχή. Ασυναίσθητα κοιτούσα ψηλά, για να δω τις πρώτες σταγόνες να πέφτουν, που όμως δεν ερχόντουσαν ποτέ. Παρατήρησα πως η ατμόσφαιρα συμβάδιζε απόλυτα με το σφίξιμο που ένιωθα στο στήθος μου. Γεννιόταν, ώρα με την ώρα, μια περίεργη προσμονή για το τι μας περίμενε εκεί που πηγαίναμε.

Στην συμβολή των οδών Wilhem και Zimmer ξεκίνησε να ψιχαλίζει αρκετά αραιά. Η Άννα, με μια αυτοματοποιημένη κίνηση, σήκωσε το δεξί της χέρι και με το πάτημα ενός κουμπιού άνοιξε μια κόκκινη ομπρέλα, που δεν είχα καταφέρει να δω, όταν λίγες στιγμές πριν εξέταζα λεπτομερώς την εμφάνιση της.

«Που την είχες κρυμμένη;» Την ρώτησα ευγνώμων, καθώς χωνόμουν κάτω από αυτήν.

Ένα λεπτό μετά βρισκόμασταν μπροστά από το φυλάκιο ελέγχου, το λεγόμενο σημείο Τσάρλι. Οι φωτογραφίες ενός Αμερικάνου στρατιώτη και ενός Σοβιετικού αποκάλυπταν με τον πιο έμμεσο τρόπο την χρησιμότητα αυτού του φυλακίου, όταν η πόλη ήταν χωρισμένη σε δυτικό και ανατολικό Βερολίνο. Ο κόσμος παρά την ψιλή βροχή στεκόταν μπροστά από το φυλάκιο για να βγάλει μια φωτογραφία. Η Άννα είχε μείνει ακίνητη, με την ομπρέλα να την προστατεύει, κοιτώντας την φωτογραφία του Σοβιετικού, σαν να προσπαθούσε να εμβαθύνει στις σκέψεις που μπορεί να έκανε, την στιγμή που είχε σταθεί για αυτό το ενσταντανέ.

Γύρω από το σημείο υπήρχαν μαγαζιά που μπορούσες να αγοράσεις αναμνηστικά, από μια εποχή που δεν πρέπει να θυμάται κανείς αλλά και δεν πρέπει να ξεχάσει. Μια παράξενη συνθήκη λήθης και ανάμνησης, που βοηθάει ώστε να αποφευχθούν παρόμοια λάθη.

Οι ψιλές σταγόνες συνέχιζαν να πέφτουν. Ήταν τόσο αραιές που η ομπρέλα ουσιαστικά ήταν υπερβολή και γι' αυτό έκανα ένα βήμα και βγήκα από την προστασία που μου πρόσφερε. Κοίταξα το ρολόι μου, οι δείχτες έδειχναν ακριβώς δώδεκα. Σήκωσα το βλέμμα μου, μόλις δυο μέτρα μακριά μου στεκόταν ο άνθρωπος με την καπαρντίνα. Το πρόσωπο του δεν φαινόταν, είχε σκύψει μέσα στο κενό που έκανε το πανωφόρι του, προσπαθώντας να ανάψει τσιγάρο. Όταν μερικά δεύτερα μετά σήκωσε το βλέμμα του, με κοίταξε σαν να γνώριζε πως ήμουν από ώρα εκεί. Ύστερα έβγαλε όλον τον καπνό από τα πνευμόνια του, μου έκανε νεύμα με το κεφάλι και μου χαμογέλασε. Πλησίασα δειλά, με μόλις δυο βήματα βρισκόμουν ακριβώς μπροστά του. Ήταν η πρώτη φορά που τον παρατηρούσα. Ένιωσα πως τον γνώριζα από χρόνια, πως κάτι αόρατο έδενε εμάς τους δυο. Ωστόσο δεν έβρισκα λόγια για να ξεκινήσω να μιλάω μαζί του.

Κοίταξε τον ουρανό και χαμογέλασε ξανά. Μέσα από τα σύννεφα φαινόταν αραιά το περίγραμμα του φεγγαριού. Δεν είχα σκοπό να αφήσω την ευκαιρία χαμένη, δεν θα επέτρεπα στον εαυτό μου να παρασυρθεί πάλι και να μην λάβει απαντήσεις αλλά και μια διέξοδο από αυτόν τον κόσμο. Μου έδειξε το καφέ Αϊνστάιν στην συμβολή των οδών Friendrich και Zimmer. Ένευσα και αγκάλιασα την Άννα από το μπράτσο, παρασύροντας την μαζί μου προς την ζεστή αίθουσα του καφέ.

Καθίσαμε σε ένα από τα τραπέζια με τις αναπαυτικές δερμάτινες πολυθρόνες. Η μυρωδιά του φρεσκοκομμένου καφέ, ανακατεμένη με μυρωδιές από ψημένο ψωμί και φρέσκα γλυκά σε χαλάρωνε. Ο άνθρωπος με την καπαρντίνα έδειχνε πιο πραγματικός, πιο γήινος, σε αντίθεση με την εικόνα που είχα δημιουργήσει γι' αυτόν.

Η πρώτη γουλιά μας χαλάρωσε, ωστόσο ακόμα δεν είχαμε πει λέξη ο ένας στον άλλον.

«Το όνομα μου είναι Διονύσης». Το ηχόχρωμα της φωνής του δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο, ενώ και στο άκουσμα του ονόματος του αισθάνθηκα σαν κάποιος να με κορόιδεψε. Χαμογέλασε. Ένιωσα πως αντιλήφθηκε τις σκέψεις μου και αυτή η υπόνοια μου επιβεβαιώθηκε.

«Μάλλον περίμενες κάτι πιο βαρύ, πιο μυστηριακό». Έγνεψα θετικά. Η Άννα με σκούντηξε με τον αγκώνα της διακριτικά, προσπαθώντας να με επαναφέρει.

«Απλά δεν ξέρω τι θέλεις από εμένα, από εμάς. Αναρωτιόμαστε τι θέλουμε εδώ, γιατί βρισκόμαστε σε αυτόν τον κόσμο; Γιατί η πραγματικότητα είναι τόσο πολύ μπερδεμένη με το όνειρο;»

«Όνειρο;!» Με ρώτησε και η ερώτηση έμοιαζε τόσο ειρωνική.

«Οι άνθρωποι ξέρουν ελάχιστα για εμάς. Όμως το πιο παράξενο είναι ότι εμείς ξέρουμε πολύ λιγότερα για τους εαυτούς μας. Κανείς ποτέ δεν έχει αναρωτηθεί τον λόγο για τον οποίο υπάρχουμε, ζούμε και δεν πεθαίνουμε. Και αυτό είναι ένα άλλο μυστήριο της ύπαρξης μας. Συνεχίζουμε να υπάρχουμε και μετά τον θάνατο του ανθρώπου. Ωστόσο δεν περιφερόμαστε άσκοπα, φωλιάζουμε κάπου, απόλυτα αόρατοι και περιμένουμε ... τι; Κανείς δεν γνωρίζει». Ξεροκατάπια και δεν έβρισκα λέξεις, ούτε μια, για να πω κάτι.

Η Άννα, πιο αποφασιστική, πλησίασε το πρόσωπο της σε απόσταση αναπνοής από το πρόσωπο του Διονύση.

«Ονάρ!» Ο άνθρωπος με την καπαρντίνα κοίταξε με μια γλύκα την Άννα, όταν άκουσε την λέξη που του είπε, ενώ τα χαρακτηριστικά του φάνηκε να χαλαρώνουν, μαζί και ο τρόπο που καθόταν στην καρέκλα του.

«Πίνδαρος! Ο άνθρωπος είναι το όνειρο μιας σκιάς. Έτσι είχε πει ο αρχαίος ποιητής. Και αναρωτιέμαι, μήπως οι σκιές είναι το όνειρο ενός ανθρώπου;» Στο τέλος της ερώτησης του με κοίταξε με νόημα. Τραβήχτηκα πίσω στην πλάτη της δερμάτινης πολυθρόνας και προσπάθησα να διαβάσω την ερώτηση του. Εγώ είχα γεννήσει την Βερόνικα, εγώ είχα παρασύρει την Άννα μέσα στον κόσμο που είχα δημιουργήσει;

«Πως, με ποιον μηχανισμό;» Ρώτησα. Ο άντρας με την καπαρντίνα είχε διαβάσει για ακόμα μια φορά τις σκέψεις μου.

«Βρήκες τον δρόμο. Για κάποιον λόγο κατάφερες και άνοιξες την πόρτα που οδηγεί στον κόσμο μας. Δεν έχουν αυτήν την ικανότητα πολλοί και είναι ελάχιστοι είναι αυτοί που κατάφεραν να ξεφύγουν. Και είναι σχεδόν αδύνατη η απόδραση από τον κόσμο αυτόν. Γιατί σε μπερδεύει, συνεχίζεις να ζεις μέσα στην πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα περιβάλλεσαι από τις σκιές που καθορίζουν την ζωή σου.

»Οι σκιές με την παρουσία τους αναστατώνουν την ύπαρξη του φωτός και σε παρασέρνουν. Βαραίνουν τα θέλω και τις επιθυμίες, επεμβαίνουν, ώστε να μην χαθούν για ακόμα μια φορά στην λήθη. Υπάρχουν γιατί απλά εσείς τις δημιουργήσατε και τις αποδεχτήκατε». Τελειώνοντας την φράση του σηκώθηκε από την καρέκλα και έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα του. Ένας μπλε αναπτήρας βρισκόταν ανάμεσα στα δάχτυλα του. Ήταν έτοιμος να φύγει. Κοίταξε πρώτα την Άννα και μετά εμένα.

«Θυμάσαι πότε πέρασες στον κόσμο μας;»

«Νομίζω πως ναι».

«Τότε ξέρεις και που είναι η έξοδος από αυτόν». Είπε κοφτά, άναψε το τσιγάρο του και έφυγε από το καφέ σφυρίζοντας. Προσπάθησα να τον ακολουθήσω με το βλέμμα μου αλλά χάθηκε μέσα στο πλήθος.

*

Τον άνθρωπο με την καπαρντίνα δεν το ξανάδαμε. Ωστόσο πίστευα πως σε κάθε σκιερή γωνιά, που ο ήλιος αδυνατούσε να φωτίσει, παραμόνευε αυτός, κρυμμένος, παρακολουθώντας μας. Το ίδιο απόγευμα επισκεφθήκαμε το πάρκο Βικτόρια. Η βροχή συνέχιζε να πέφτει, δίχως να μας ενοχλεί. Περιπλανήθηκα μέσα στις διαδρομές του πάρκου και έφτασα στο σημείο όπου είχα πέσει αναίσθητος εκείνο το απόγευμα, πριν σχεδόν έντεκα χρόνια. Ακούμπησα το χώμα με την παλάμη μου, προσπαθώντας να ανασύρω αναμνήσεις και το ένιωσα ζεστό, σαν μόλις πριν λίγο να σηκώθηκε από εκεί ένα ανθρώπινο σώμα. Κοίταξα πάλι γύρω μου, μήπως και ο μυστηριώδης άντρας ήταν κάπου εκεί γύρω, όμως στο σημείο αυτό ήμουν μόνο εγώ και η Άννα. Πλησίασα τις πέτρινες σκάλες που οδηγούσαν στο μνημείο, κοντοστάθηκα και θυμήθηκα την σιλουέτα της Βερόνικα. Κάθε ανάμνηση από εκείνη την ημέρα με πλήγωνε και κάτι μέσα μου έλεγε να σταματήσω, ήξερα βέβαια πως δεν έπρεπε να το κάνω.

Το ίδιο βράδυ περάσαμε από το Quasimodo. Όλα είχαν την ίδια αίσθηση με τότε. Κάποιο συγκρότημα έπαιζε Jazz και η μουσική έμοιαζε αρκετά οικεία. Προσπάθησα να θυμηθώ αν ήταν το ίδιο συγκρότημα με τότε, όμως η ηλικία των μουσικών δεν μπορούσε να στηρίξει μια τόσο τρελή θεωρία. Περίμενα πως κάποια στιγμή το συγκρότημα θα έπαιζε το Flamenco sketches, αλλά κάτι τέτοιο δεν έγινε. Ο Miles Davis σήμερα δεν θα μου θύμιζε με την μελωδία του εκείνη την νύχτα του Βερολίνου, που είχε χαραχτεί στην ζωή μου.

Για κάποιο λόγο, ίσως γιατί ο άνθρωπος θέλει να ζει με αναμνήσεις και περιμένει να τις ξαναζήσει, πίστευα πως πίσω από το μπαρ θα ήταν η ίδια μπαργούμαν. Μια ξανθιά κοπέλα, που δεν μου θύμιζε τίποτα, με ρώτησε αν θα θέλαμε να πιούμε κάτι. Παραγγείλαμε από ένα πότο με την Άννα και καθίσαμε στο μπαρ, αναμένοντας κάποια παρουσία που θα μας χάριζε την διέξοδο που δεν είχαμε βρει στο Αϊνστάιν καφέ, όμως αυτή δεν ήρθε πότε. Πριν φύγουμε από το Quasimodo για το ξενοδοχείο, το συγκρότημα έκανε διάλειμμα. Μια μουσική, που δεν ταίριαζε με τον χώρο συνεχίστηκε από μια play list κάποιου υπολογιστή. Πλήρωσα στην ξανθιά μπαργούμαν και σηκωθήκαμε για να φύγουμε. Λίγο πριν ανοίξω την πόρτα και βγούμε στον δρόμο κάτι γνώριμο με έκανε να γυρίσω το βλέμμα μου και να κοιτάξω μέσα. Η μελωδία που μόλις είχε ξεκινήσει να ακούγεται μου θύμισε κάτι πολύ πρόσφατο. Ζήτησα από την Άννα να με περιμένει στην πόρτα και πλησίασα την μπαργούμαν. Την ρώτησα ποιο κομμάτι έπαιζε τώρα. Μου έκανε έναν μορφασμό άγνοιας και κάτι ρώτησε τον συνάδελφο της στα Γερμανικά. Αυτός κοίταξε με απορία ένα κομπιούτερ και τον άκουσα να της φωνάζει τον τίτλο του κομματιού. Escape the Shadows, Philip Guyler. Η μπαργούμαν με κοίταξε έτοιμη να επαναλάβει όσα άκουσε, ωστόσο την σταμάτησα. Όσο άκουγα από τα ηχεία την μουσική, ερχόταν στο μυαλό μου η εικόνα του ανθρώπου με την καπαρντίνα, που απομακρυνόταν από το καφέ και χανόταν μέσα στο πλήθος, σφυρίζοντας τον ίδιο σκοπό. Ευχαρίστησα άηχα την ξανθιά κοπέλα και γύρισα προς την έξοδο. Η Άννα με περίμενε υπομονετικά και καθώς την πλησίαζα μου χαμογέλασε. Την πήρα αγκαλιά και την φίλησα με όσο πάθος είχα μέσα μου για αυτήν την γυναίκα.

«Νομίζω πως βρήκα την έξοδο». Της είπα και την ίδια στιγμή άνοιγα την πόρτα του Quasimodo. Μια σκιά παραμέρισε εμπρός στην ορμή μου και αυτή, νομίζω, πως ήταν η πρώτη μου νίκη απέναντι τους.

Μέσα στο αεροπλάνο, στην επιστροφή μας για Ελλάδα, προσπαθούσα να ερμηνεύσω λογικά, την τρελή σύνθεση που είχα βάλει στο μυαλό μου εχθές το βράδυ. Η Άννα στην διπλανή θέση ήδη κοιμόταν και εγώ την κοίταξα προσπαθώντας να την χορτάσω, να ξεδιψάσω, την αχόρταγη όρεξη μου για αυτήν. Την προηγούμενη νύχτα είχαμε δοθεί ο ένας στον άλλον ψυχή και σώμα. Μια τρυφερή και ταυτόχρονα άγρια νύχτα που μας έκανε ένα σώμα, έναν άνθρωπο. Οι σκιές ούρλιαζαν μέσα στο κεφάλι μου, προσπαθώντας να με απομακρύνουν από την σωτηρία μου, τραβώντας με κάποιες φορές από κοντά της, ενώ εγώ πάλευα να είμαι δίπλα της, προσπαθώντας να ανασύρω στην επιφάνεια, όσα συναισθήματα είχα θάψει μέσα μου για δεκαετίες. Η λύτρωση είχε επιτευχθεί και απέμενε η διέξοδος από τον κόσμο των σκιών, στον οποίο είχαμε εισέλθει.

Στα ακουστικά μου είχα βάλει σε επανάληψη όλα τα μουσικά κομμάτια, που με κάποιο τρόπο συνδέονταν με την Βερόνικα. Για κάποιο λόγο, που δεν είχε εξήγηση, όλα μου έφερναν στο μυαλό την εικόνα του κτιρίου στην Ακαδημίας, με τον λύχνο να καεί στον όροφο και τον δράκο, με τα ανοιγμένα φτερά, να εποπτεύει όποιον ήθελε να εισέλθει μέσα σε αυτό. Λίγα λεπτά, πριν ανακοινώσει ο πιλότος πως προσγειωνόμασταν στην Αθήνα, το Escape the Shadows, ξεκίνησε να ακούγεται στα αυτιά μου και οι εικόνες ξεκίνησαν να διαδέχονται η μια την άλλη.

Η σιδερένια πόρτα της Ακαδημίας 58a άνοιγε και η είσοδος στο έρεβος σε καλωσόριζε. Κόμπιασε κάτι στον λαιμό μου, τα μάτια της Βερόνικα ήταν εκεί, να σχίζουν το σκοτάδι και να με καλούν μέσα. Το φεγγάρι τεράστιο, φώτιζε την είσοδο, μέχρι το πρώτο σκαλί. Από εκεί και πέρα το αδιαπέραστο σκότος και μόνο κάποια γλιστρήματα, παράξενων σκιών, πάνω στους τοίχους, που προσπαθούσαν με την βία να σε αρπάξουν, για να σε εγκλωβίσουν μέσα στην αγκαλιά τους. Ένιωσα ένα παράξενο ρίγος και την Άννα να μου αγκαλιάζει την παλάμη, που την ένιωθα να στάζει ιδρώτα.

Άνοιξα τα μάτια μου, για πρώτη φορά θαρρώ, μετά από μια δεκαετία και βρισκόμουν δεμένος με τα δάχτυλα του αριστερού μου χεριού στο κιγκλίδωμα του πεζοδρομίου, ενώ απέναντι μου ήταν η σιδερένια πόρτα του κτιρίου της Ακαδημίας.

«Θα μου σπάσεις τα δάχτυλα». Μου είπε υποφέροντας η Άννα και ενώ προσπαθούσα να την απεγκλωβίσω, το σώμα μου δεν υπάκουε στις εντολές του μυαλού μου. Καταβάλλοντας τεράστια πνευματική προσπάθεια κατάφερα να την ελευθερώσω. Τράβηξε το χέρι της και με κοίταξε με ένα βλέμμα ανακούφισης.

«Τελείωσαν όλα». Μου είπε χαμογελώντας και μου έδειξε τον ουρανό.

«Πότε ήρθαμε εδώ, δεν θυμάμαι τίποτα». Της είπα, ενώ την ίδια στιγμή κοιτούσα ψηλά για να αντικρίσω το γνώριμο φεγγάρι που με ακολουθούσε για μια δεκαετία. Μέσα μου κάτι με πόνεσε και ένιωσα κάτι να λείπει. Η απώλεια του ήταν ένα χτύπημα στην συνήθεια.

Παρατήρησα πως ο δράκος, πάνω από τον ημικύκλο φεγγίτη έλειπε. Οι παλμοί της καρδιάς μου ένιωθα να πέφτουν λίγο λίγο και χάρις σε αυτό κατάφερα να λύσω τα δάχτυλα του χεριού μου από το κιγκλίδωμα. Κοίταξα το παράθυρο του ορόφου, το φως του λύχνου απουσίαζε και κάθε προσπάθεια που έκανα για να ακούσω τα ουρλιαχτά των σκιών έπεφταν στο κενό.

Προσπάθησα να επαναφέρω από την μνήμη μου κάτι, ώστε να συμπληρώσω το κενό που είχε δημιουργηθεί από την ώρα που μέσα στο αεροπλάνο άκουσα το Escape the Shadows, μέχρι την στιγμή που άνοιξα τα μάτια μου εδώ, όμως το κενό παρέμενε. Τα σακίδια ήταν στην πλάτη μας, σίγουρα δεν είχα ζήσει ένα όνειρο, είχαμε πάει και είχαμε γυρίσει από το Βερολίνο.

«Δεν μπορώ να θυμηθώ». Είπα στην Άννα, τρομαγμένος ότι μπορεί αυτή η αίσθηση ελευθερίας που ένιωθα, να ήταν κάτι που ζούσα σε ένα όνειρο και όχι η πραγματικότητα.

«Με τον καιρό θα θυμηθείς και θα ξεχάσεις». Μου απάντησε και κατάλαβα πόση αλήθεια έκρυβε αυτή η φράση. Ωστόσο κάτι μέσα μου απουσίαζε και αναρωτήθηκα αν πότε θα μπορούσε να αναπληρωθεί από κάτι το ίδιο έντονο όσο αυτό που είχα ζήσει.

«Πάμε;» Με ρώτησε με την χροιά της φωνής που είχα ονειρευτεί χρόνια πριν.

«Πάμε». Της απάντησα και ένιωσα ένα ζεστό χέρι να αγκαλιάζει το δικό μου, να με σηκώνει από τα σκαλοπάτια του προαυλίου και να με παίρνει μαζί της στην ζωή. Η Βερόνικα έμενε πίσω, την αισθάνθηκα να κοιτάζει από το παράθυρο του κτιρίου να απομακρύνομαι. Για πρώτη φορά ένιωσα το αόρατο σκοινί που με έδενε με αυτήν την σκιά, να λύνετε, να χαλαρώνει και εν' τέλει να με ελευθερώνει.