Τα Παπούτσια ενός Τρελού
Προσθέστε υπότιτλο εδώ

                                                                              (M) 


Είχα κρυφτεί πίσω από μια κολόνα και σε παρακολουθούσα. Περπατούσες βιαστικά, προς την πλατεία που είχαμε δώσει ραντεβού. Αέρινη, πανέμορφη, τα μαύρα μαλλιά σου είχαν ήδη βραχεί και οι σταγόνες στο πρόσωπο σου τόνιζαν την δροσιά του.

Τα μάτια σου ήταν χαρούμενα και τα χείλη σου έτοιμα για φίλημα, δροσερά, υγρά, κόκκινα.

Το στήθος σου ανεβοκατέβαινε βιαστικά από το γρήγορο βάδισμα και τα πόδια σου έτρεχαν πάνω στο πλακόστρωτο για να προλάβουν να είσαι στην ώρα σου, για την συνάντηση μας.

Με την ίδια ανυπομονησία είχα βγει και εγώ, όταν σε είδα πριν τρία τετράγωνα να περπατάς για να έρθεις εκεί. Χαμογέλασα και στάθηκα μερικά βήματα πίσω σου, για να σε απολαύσω.

Στεκόμουν στην βροχή μόνο και μόνο για να σου κλέψω στιγμές. Στιγμές μοναδικές, εικόνες δικές σου, καθαρά για προσωπική μου χρήση.

Θα μπορούσα, αν ήθελα, να ανοίξω το βήμα μου και να σε πλησιάσω, να σου φωνάξω, να γυρίσεις να με δεις, να μου χαμογελάσεις, να θαμπωθώ.

Θα μπορούσα, αλλά δεν το έκανα.

Δεν μου πέρασε καν από το μυαλό πως θα έπρεπε να κάνω κάτι τέτοιο.

 Δεν ήθελα να χάσω το αυθεντικό, το ακατέργαστο, το μοναδικό! Αυτή ήταν η μόνη σκέψη μου από την ώρα που σε είδα και ακριβώς η ίδια αίσθηση με την ημέρα που σε πρωτογνώρισα.

Τότε δεν έβρεχε, ήταν καλοκαίρι. Δεν σε ακολουθούσα, μόνο σε είδα να κατεβαίνεις ένα σκοτεινό στενό. Δεν βιαζόσουν, περπάταγες ήρεμη με τον ελαφρύ αέρα να κυματίζει τα μαύρα μαλλιά σου. Δεν είχαμε ραντεβού αλλά η μοίρα μας έφερε στην ίδια παρέα.

Η βροχή δυνάμωνε και άνοιξες την ομπρέλα σου, ένα έντονο πορτοκαλί στάθηκε στην μέση της πλατείας. Τι θαυμαστή εικόνα, γκρι κτίρια, γκρι άνθρωποι, γκρι ουρανός, γκρι πεζοδρόμιο και μια πορτοκαλί κηλίδα μέσα σε όλο αυτό το γκρι.

Και να προσπαθούσε, φιλότιμα θα έλεγα, κάποιος να μην σε δει, να μην σε προσέξει, εσύ δεν του άφηνες κανένα περιθώριο, τράβαγες με το έτσι θέλω τα βλέμματα πάνω σου.

Η ώρα ήταν έξι και πενήντα τέσσερα, σε έξι λεπτά κανονικά - αν ήμουν τζέντλεμαν - θα έπρεπε να βρίσκομαι και εγώ εκεί, δίπλα σου.

Όμως με ξέρεις, δεν με ξέρεις. Δεν χάνω ευκαιρία να κάνω κάποια ανοησία.

Κάθισα λίγα μέτρα πιο μακριά για να σε παρατηρήσω. Γυρνούσες το βλέμμα σου στον χώρο, κοίταζες τον κόσμο που ερχόταν γύρω σου, κάποια στιγμή κοίταξες το ρολόι σου σχεδόν θυμωμένη.

Έξι και πενήντα εννέα, τώρα λογικά, αν σε ξέρω καλά, θα βγάλεις το κινητό σου για να με καλέσεις, να δεις που βρίσκομαι, αν είμαι καλά, αφού συνήθως δεν είμαι εγώ αυτός που αργεί.

Ακούω το κινητό μου να χτυπάει, το αφήνω, σε παρακολουθώ που επιμένεις και δεν το κλείνεις, το αφήνω να χτυπάει.

Χαμηλώνεις λίγο το χέρι σου, έτοιμη για να κλείσεις και τελικά απαντώ.

«Έλα που είσαι σε περιμένω μέσα στην βροχή». Μου λες.

«Είσαι υπέροχη με την πορτοκαλί ομπρέλα σου, φοβάμαι μην σε ερωτευτεί κανείς και σε πάρει από εκεί και δεν προλάβω να έρθω». Σου απαντάω.

Σε βλέπω που γυρνάς πάλι το βλέμμα σου γύρω από την πλατεία για να με εντοπίσεις, τα καταφέρνεις, με κοιτάς έντονα, το πορτοκαλί φόντο σε δείχνει μαγική, κουνάς το κεφάλι σου λίγο απελπισμένα, λίγο κωμικά.

«Έχεις γίνει μούσκεμα». Μου λες. Δεν σου απαντάω και σε αγκαλιάζω, σου πέφτει η ομπρέλα από τα χέρια.

Είμαστε αγκαλιασμένοι στην μέση της πλατείας, βρεχόμαστε από την βροχή που εδώ και λίγη ώρα έχει δυναμώσει με μια πορτοκαλί ομπρέλα ανοιχτή δίπλα μας.

Γελάς, γελάς σαν μικρό παιδί, μαζί σου γελάω και εγώ.

Αισθήματα, εικόνες, μυρωδιές και αισθήσεις γεμίζουν το θυμικό μας. Οι λέξεις απουσιάζουν. Άλλωστε ξέρουν πως δεν έχουν καμία θέση σε τέτοιες μοναδικές στιγμές.

Ότι χρειάζεται για να μείνει αυτή η στιγμή χαραγμένη στην μνήμη μας υπάρχει εκεί, χωρίς λόγια.

Το χρώμα, η βροχή, το γέλιο, τα βρεγμένα μαλλιά.

                                                                           



                                                                             (N)


Τριάντα ημέρες, τριάντα!

Πόσες και πόσες ματιές δεν σου έχω ρίξει αυτές τις τριάντα ημέρες.

Δεν μπορώ να τις μετρήσω βέβαια αφού είναι αμέτρητες, αλλά και εσύ δεν έχεις πάρει πότε την ευθεία ματιά σου από πάνω μου, σαν να προσέχεις κάθε κίνηση μου. Δυσκολεύομαι να κινηθώ και το βλέπεις. Τα πόδια με πονάνε, οι πληγές στα γόνατα μου τρέχουν ακόμα αίμα και πύων, τα πλευρά μου πονάνε φρικτά σε κάθε αναπνοή και ούτε λόγος βέβαια για να αλλάξω πλευρό.

Τα παπούτσια μου είναι ακουμπισμένα κάπου μέσα στο δωμάτιο, παρατημένα όπως όπως. Η ίδια κατάσταση επικρατεί και σε όλο το άλλο σπίτι, είναι και αυτό παρατημένο, βρόμικο.

Η τηλεόραση παίζει χωρίς ήχο, βουβά, σαν ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν. Βλέπεις εικόνες με μουσική και περιμένεις το καρέ με τα λόγια - σε περίληψη - που θα σου γράψει ότι έχουν πει οι πρωταγωνιστές. Έχεις την ελευθερία να βάλεις δικές σου σκέψεις σε αυτά που συμβαίνουν και σε αυτήν ακριβώς την στιγμή ανακαλύπτω την μαγεία του βωβού κινηματογράφου. Δεν ήταν τα λόγια που σε οδηγούσαν στην υπόθεση, έβλεπες μόνο τα πρόσωπα, τις καταστάσεις γύρω τους, το περιβάλλον και έδινες την δική σου ερμηνεία, στην υπόθεση του έργου.

Πόσο πολύ παρασύρομαι σε άλλες σκέψεις αυτές τις ημέρες.

Με το γράψιμο δεν έχω όρεξη να ασχοληθώ, όχι γιατί δεν θέλω, αλλά νομίζω πως έχω αδειάσει, πως δεν έχω κάτι ενδιαφέρον να γράψω. Δείχνουν όλα να είναι τόσο άδεια, τόσο πεζά.

Τριάντα μέρες τώρα κοιτάζω τους τοίχους, την τηλεόραση, ακούω μουσική και διαβάζω βιβλία.

Στους τοίχους έχω πίνακες, στην τηλεόραση έχω κινούμενες εικόνες.

Η μουσική είναι μαγευτική και ταξιδιάρικη, ενώ τα βιβλία είναι γεμάτα από υπέροχες ιστορίες και κόσμους που κρυφοκοιτάς με ζήλια.

«Τα Πάθη του Νεαρού Βερθερού».

Φιλία, θαυμασμός, αγάπη, έρωτας, πάθος, ζήλια, θυμός, θλίψη, αυτοκτονία, ζωή!

Και αναρωτιέμαι, τι είναι η ζωή χωρίς αγάπη;

Τι είναι η ζωή χωρίς έρωτα, πάθος, θλίψη και ζήλια;

Τι είναι η ζωή χωρίς φως;

Η σκέψη μου αγγίζει νοερά το φως και την αγάπη.

Σε κοιτάζω που στέκεσαι εκεί απέναντι μου, τριάντα μέρες τώρα. Σε κοιτάζω και εμπνέομαι, ζω και γεμίζω φως, ιδέες. Προσπαθώ να σε φανταστώ με χρώματα, σε φοβάμαι τολμώ να πω. Φοβάμαι να σε γεμίσω χρώμα. Όμως δεν φοβάμαι να σε γεμίσω με φως. Αυτό ακούγεται, ίσως, λιγάκι παράδοξο!

Λίγες μέρες πριν ξαπλώσω απέναντι σου σε είχα δημιουργήσει. Είχα χαράξει με κάρβουνο τις γραμμές σου. Λίγες ημέρες μετά είχα σκοπό να κάτσω να σε ζωγραφίσω, όμως η τύχη τα έφερε έτσι ώστε να στέκεσαι απέναντι μου τριάντα μέρες τώρα, απλή μες στις αχνές σκούρες γραμμές σου. Σε συνήθισα τόσο πολύ που δεν θέλω να σε πειράξω, νιώθω πως αν σε αγγίξω με το πινέλο θα κάνω ιεροσυλία, όμως χρειάζεσαι το χρώμα, χρειάζεσαι το φως.

Μπλε, κίτρινο, πράσινο, ώχρα με λευκό και καρμίνιο, καφέ Βαν Ντάικ, πορτοκαλί!

Καταιγισμός, η μορφή ζωντανεύει στον καμβά από το φως που του προσφέρουν τα χρώματα. Άλλωστε ο ζωγράφος είναι αυτός ο καλλιτέχνης που ζει γράφοντας το φως. 

Ζω - γρα - φως

Χαμογελάω σχεδόν σκανταλιάρικα, ξέρω ότι η λέξη ζωγράφος δεν έχει αυτό το νόημα, αλλά δεν μπορώ να κρύψω ότι μου άρεσε η ιδέα ότι μπορεί να υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι στον κόσμο που μπορούν να το κάνουν αυτό και να ονομάζονται έτσι.

Για αυτές τις λίγες ημέρες, χωρίς να μπορείς να το ξέρεις, γίνεσαι η πιο άμεση αντίζηλος ενός ανθρώπου. Σε ζηλεύει αλλά δεν το λέει, σε θαυμάζει και σε προσέχει. Γι' αυτήν είσαι ένα ακόμα έργο, για εμένα είσαι ακόμα ένα κομμάτι της ψυχής μου.

Πριν φύγεις για εκεί που ετοιμάζεσαι να πας θα σου δώσω ένα φιλί, όπως και σε όλα τα έργα μου. Για να έχεις και κάτι άλλο από εμένα, εκτός από την ψυχή μου που στην έχω παραδώσει από την πρώτη στιγμή που σε οραματίστηκα.

Τριάντα ημέρες και κάθε μέρα σου έκανα και από μια τέτοια εξομολόγηση μην περιμένοντας βέβαια απάντηση σου.

Σου δίνω τόση αγάπη γιατί ξέρω πως όσο πιο πολύ σε αγαπήσω τόσο πιο πολύ θα είσαι μοναδική.