ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ 58a

 A

Βρισκόμουν στο σπίτι, μετά την δουλειά, περίπου στις έξι το απόγευμα, προσπαθώντας να μαγειρέψω μια υπέροχη συνταγή, που βρήκα στο διαδίκτυο. Μου έκανε και εμένα εντύπωση γιατί την χαρακτήριζα υπέροχη. Εν' τω μεταξύ, τον ίδιο ακριβώς χαρακτηρισμό, είχα αναφέρει και στην Άννα στο τηλέφωνο, όταν με ρώτησε τι φαγητό έφτιαχνα. Ήταν καλεσμένη μου, μια μικρή ηρωίδα, όπως η ίδια και οι φίλοι μας την χαρακτήριζαν, αφού είχε το προνόμιο, να δοκιμάζει κάθε πειραματισμό μου πάνω στην μαγειρική. Με ρώτησε, δυο τρεις φορές, με ποιο τρόπο γνώριζα ότι ήταν υπέροχη αυτή η συνταγή και η αλήθεια ήταν πως δεν είχα ούτε ένα πειστικό επιχείρημα να της δώσω, πέραν της καταπληκτικής μαγειρικής μου δεινότητας. Μια παύση και πνιχτά γέλια στην άλλη πλευρά του ακουστικού, με έκαναν να μετακινηθώ αμήχανα στον καναπέ μου. Σε περιμένω στις εννέα και μισή, ακριβώς. Της είπα, δήθεν αυστηρά, για να της τονίσω πως και αυτή, στα ραντεβού της, δεν ήταν Αγγλίδα.

Το ψητό μοσχαράκι, με σάλτσα από κόκκινο κρασί, γαρνιρισμένο με πατάτες, ψημένες σε μαύρη μπίρα, που συνοδεύονταν από μια παράξενη σάλτσα, με βάση την μουστάρδα και το σαφράν με είχαν ξεσηκώσει. Για πρώτο πιάτο ετοίμαζα μια σαλάτα, με ψιλοκομμένη ντομάτα, πιπεριά τσίλι, φρέσκο κρεμμύδι, μαϊντανό και μαρούλι. Όλα, το επιβεβαιώνω αυτό, θα ήταν ψιλοκομμένα, αν την ώρα που δημιουργούσα δεν χτυπούσε το τηλέφωνο.

«Ακαδημίας, πενήντα οκτώ». Αυτή ήταν η τελευταία κουβέντα και η διεύθυνση που μου έδωσαν, προκειμένου να παρευρεθώ σε μια ομιλία, με ένα θέμα, που το ξέχασα, ακριβώς την στιγμή που το ανέφεραν.

Τους εξήγησα, πολύ ευγενικά, ότι δεν θα μπορούσα να παρευρεθώ. Χρησιμοποίησα την ίδια λέξη που μου είχαν πει, γιατί δεν είχα άλλη εύκαιρη και κομψή, για να τους πω ότι πίστευα πως θα έχανα τον χρόνο μου. Ωστόσο, την ίδια στιγμή που έκλεινα το τηλέφωνο και ήμουν έτοιμος να ψιλοκόψω τα φύλλα από τα μαρούλια με τον μαϊντανό, κάτι με έκανε να σκέφτομαι συνεχώς αυτό το τηλεφώνημα. Έπρεπε να το παραδεχθώ πως υπήρχε κάτι παράδοξο σε όλο αυτό, κάτι που με γυρνούσε πίσω στον χρόνο.

Δεν με ενδιέφερε καθόλου μια ακόμα ομιλία, βαριόμουν ειλικρινά να πάω και δεν είχα ανακαλύψει, έστω και έναν, ηλίθιο λόγο, για να ξεσηκωθώ από το σπίτι μου και να ακούσω κάποιον να μιλάει, για θέματα που δεν με αφορούσαν. Παρόλα αυτά η διεύθυνση καρφώθηκε στο μυαλό μου.

Ακαδημίας, πενήντα οκτώ.

Ένα από τα αγαπημένα μου χόμπι, πέραν από το να προσπαθώ να φέρω σε σύγχυση τους γευστικούς κάλυκες της Άννας, ήταν να περιφέρομαι, άσκοπα, μέσα στον βαθύ αστικό ιστό και να ανακαλύπτω. Το τι, δεν με ενδιέφερε. Μπορεί να ήταν μια κορεάτικη ταινία, που πολύ αργότερα θα έπαιρνε και όσκαρ. Ένα ταχυφαγείο με γεύσεις από κάποια άγνωστη χώρα. Ειλικρινά, μια φορά, έψαξα την χώρα στο Google, για να βεβαιωθώ ότι υπήρχε. Street food from Curaçao! Μέχρι εκείνη την ημέρα ήξερα το λικέρ Blue Curaçao, για την νέα χώρα, έμαθα εκείνη την ημέρα, όπως την ίδια ακριβώς στιγμή δοκίμαζα και ένα από τα πολλά, πρόχειρα σνακ, που φτιάχνουν οι καντίνες, σε αυτήν την νησιωτική χώρα της Καραϊβικής. Το θεώρησα καταπληκτικό που πρώτα γεύτηκα και μετά έμαθα ότι υπήρχε η χώρα!

Εννέα και μισή ακριβώς, αν είναι δυνατόν, άκουσα το κουδούνι της εξώπορτας να χτυπάει. Αγχώθηκα και εκνευρίστηκα, δεν είχα ετοιμάσει ακόμα την σαλάτα.

Η Άννα ανέβαινε τα σκαλιά, ενώ εγώ είχα αφήσει την πόρτα ορθάνοιχτη για να περάσει μόνη της μέσα.

Με επέπληξε με δυνατή φωνή, για να ακούσουν όλοι όσοι βρίσκονταν στην πολυκατοικία.

«Ωραίους τρόπους έχεις Αλέξη!»

Κλείσε την πόρτα, φώναξα μέσα από την κουζίνα και άκουσα την φωνή μου να αντηχεί σε όλα τα διαμερίσματα, μέχρι τον πέμπτο. Μπήκε γελώντας, ενώ προσπαθούσα να κόψω την σαλάτα καθώς την ίδια στιγμή, απέφευγα με μαεστρία τα δάχτυλα μου.

«Έχεις αργήσει!» Μου είπε γελώντας. Δεν είχε σταματήσει να γελάει και ομολογώ πως σήμερα με είχε του χεριού της.

Της εξήγησα, στα γρήγορα, τον λόγο που είχα μείνει πίσω στις παρασκευές μου και της υποσχέθηκα, πως μόλις καθόμασταν για να φάμε, θα της έλεγα, λεπτομερώς, τις σκέψεις μου. Όλη εκείνη την ώρα, που τελείωνα το πιάτο με την σαλάτα, βάζοντας μια πινελιά από μια βινεγκρέτ από μπαλσάμικο, λάδι, μέλι, ξύσμα πορτοκαλιού και μια ιδέα από τριμμένο φιστίκι Αιγίνης, είχα περιηγηθεί, νοερώς, στην Αθήνα και ήμουν έτοιμος για να της αποκαλύψω την ιστορία για εκείνη την μυστήρια διεύθυνση. Όσο το σκεφτόμουν ένας φόβος με έσφιγγε. Ποιος μου είχε τηλεφωνήσει από εκεί μέσα; Δεν ήταν βέβαιο ότι το τηλεφώνημα έγινε μέσα από εκείνο το μέρος, αλλά και μόνο που σε καλούσαν σε αυτό το, παράδοξο να το πω; κτίριο ...

Έβαλα τα τελευταία πιάτα, άνοιξα ένα μπουκάλι κρασί, από ποικιλία αμπελιών Μαλαγουζιά, που ήταν το αγαπημένο της Άννας και ήμασταν πλέον έτοιμοι για να γευτούμε την υπέροχη συνταγή και να της αποκαλύψω την ιστορία για την Ακαδημίας, 58a.

Τελειώσαμε το φαγητό μας και με μια κίνηση βγαλμένη από τις σελίδες του Σαβουάρ Βιβρ, που την σχολίασα αναλόγως, πήρε μια φέτα ψωμί και καθάρισε όλο το πιάτο από την σάλτσα. Ύστερα άφησε, με μια λεπτεπίλεπτη κίνηση, την πετσέτα της πάνω στο τραπέζι και μια μικρή αμφισβήτηση φάνηκε να γεννιέται κάπου βαθιά μέσα της.

«Τι συμβαίνει». Την ρώτησα. Μου απάντησε, θρασύτατα μπορώ να πω, πως δεν περίμενε ότι θα της άρεσε τόσο πολύ το πιάτο που της ετοίμασα.

«Η αλήθεια είναι ότι με εξέπληξες ευχάριστα, ξεπέρασες τον εαυτό σου, κάτι που βέβαια δεν ήταν και πολύ δύσκολο!» Την ευχαρίστησα για τα καλά της λόγια και της επέστησα την προσοχή πως το πιάτο της θα το γυρνούσα, εύκολα, στο ντουλάπι. Δεν χρειαζόταν καν πλύσιμο. Γέλασε χαιρέκακα και της ανταπέδωσα με τον ίδιο τρόπο. Ωστόσο στο μυαλό μου γυρνούσε ακόμα σε εκείνη η ομιλία, στο κέντρο της Αθήνας.

«Νιώθω την ανάγκη να σου μιλήσω για κάτι». Της αποκάλυψα. Με κοίταξε με απορία, ήταν από τις ελάχιστες φορές που της μιλούσα σοβαρά. Της έκανα νόημα να περάσει στο σαλόνι, σήκωσα το τραπέζι και κάθισα κοντά της στον καναπέ. Έβαλα μουσική και της γέμισα το ποτήρι.

«Τι έχει γίνει, φέρεσαι λίγο περίεργα. Δηλαδή, να σου πω την αλήθεια, αν δεν σε ήξερα, θα πίστευα πως δεν είσαι εσύ, αλλά ένας άλλος που μου κάνει πλάκα. Ρε μου κάνεις πλάκα;»

«Με κάλεσαν σε μια ομιλία». Χαμογέλασε. Ήταν βέβαιη πλέον πως της έκανα πλάκα και ξεκίνησε να ασχολείται με το κινητό της, προσπαθώντας να μεταφέρει την εμπειρία της σε όλη την παρέα. Προς τιμήν της και αρκετά γρήγορα, πρόσεξε πως δεν της ανταπέδωσα το χαμόγελο. Κούνησε το δάχτυλο της προς το πρόσωπο μου και πήρε το σοβαρό της ύφος.

«Και είναι τόσο σοβαρό αυτό;» Ρώτησε αφήνοντας το κινητό της στο τραπέζι. Δεν της απάντησα. Είχε επιτέλους καταλάβει πως δεν αστειευόμουν καθόλου.

Αναρωτήθηκα μήπως υπερέβαλα. Ίσως ότι είχα δει και ζήσει εκείνες τις ημέρες, να ήταν κάτι που συνέβη μόνο στην φαντασία μου. Και η αλήθεια ήταν πως όλα έμοιαζαν τόσο μακρινά, σαν να τα είχα ζήσει σε κάποιο όνειρο, το οποίο τώρα είχε ξεθωριάσει στο υποσυνείδητο μου.

Το ρολόι στον τοίχο έδειχνε δώδεκα και δέκα, ήπια μια γουλιά από το κρασί μου, έχοντας αποφασίσει να μην αποκαλύψω τους φόβους μου.

«Θα μου απαντήσεις ή θες να περάσω σε ανακριτικές μεθόδους».

«Το μοσχαράκι κρατούσε την γεύση του κόκκινου κρασιού ή μόνο στην σάλτσα το ένιωσες». Έσμιξε τα φρύδια της και τα μάτια της έγιναν σαν της γάτας, έτοιμης να επιτεθεί στο θήραμα της.

«Λες ένα πιο έντονο κρασί να έκανε καλύτερα την δουλεία του; Το πιστεύεις ή είναι μόνο δική μου αίσθηση».

«Άκου να δεις Αλέξη μου. Είναι μαύρα μεσάνυχτα, βλέπω στο πρόσωπο σου ότι κάτι σοβαρό σε απασχολεί και εμένα δεν με ξεγελάς. Ωστόσο τώρα μου λες βλακείες, και ναι, πράγματι, αν έβαζες ένα καλύτερο κρασί θα είχες πετύχει μια καλύτερη γεύση. Βέβαια πρέπει να παραδεχθώ, πως για τις δικές σου ικανότητες, μια χαρά ήταν το μοσχαράκι και αν έχεις αποφασίσει να μου σπάσεις τα νεύρα, σου ομολογώ ότι το έχεις καταφέρει. Πρέπει όμως να παραδεχθείς, ότι εσύ ξεκίνησες αυτήν την συζήτηση φίλε μου και νομίζω πως δικαιούμαι μια απάντηση.

»Α! και γέμισε ξανά το ποτήρι μου». Την κοίταξα σχεδόν έκπληκτος και πολύ περήφανος, που με μια μόνο ανάσα, η Άννα, είχε καταφέρει να τελειώσει αυτήν την επικών διαστάσεων φράση. Ένιωσα πως ίσως θα έπρεπε να την έχω χειροκροτήσει, αλλά το ένστικτο της αυτοσυντήρησης με συγκράτησε.

«Η αλήθεια είναι πως δικαιούσαι μια απάντηση αλλά δεν ξέρω αν πρέπει να την δώσω. Δεν θα ήθελα να σε μπλέξω με αυτό».

«Το ποιο; Ρε Αλέξη μίλα, σκας γάιδαρο».

«Μου αρέσει που αυτοσαρκάζεσαι». Είδα μέσα στα μάτια της, λέξεις που θα έβαζαν σε σοβαρό κίνδυνο την φιλία μας. Αποφάσισα πως τίποτε δεν άξιζε για να διακινδυνεύσω κάτι τέτοιο.

«Λοιπόν;» Η Άννα με πλησίασε και με κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Για μια στιγμή πάγωσε και στην αμέσως επόμενη τραβήχτηκε μακριά.

«Δεν μπορεί; Μετά από τόσα χρόνια;» Ξεροκατάπια. Δεν υπήρχαν λόγια. Η σιωπή έφερε μια παράξενη ατμόσφαιρα μέσα στο σαλόνι. Την παρακολουθούσα μέχρι την στιγμή που βγήκε από το σαλόνι. Δεν μπήκα στην διαδικασία να την ρωτήσω που πήγαινε. Θα την δικαιολογούσα απόλυτα αν έφευγε και ξαναρχόταν μετά από δέκα χρόνια. Άκουσα να γεμίζει το ποτήρι της με κρασί, που είχα αφήσει στην κουζίνα και λίγο μετά ήρθε και κάθισε απέναντι μου στον καναπέ.

«Δεν έφυγες;»

«Είσαι βλαμμένος; Δεν αφήνεις έναν άνθρωπο, που φτιάχνει τέτοιο μοσχάρι, με φτηνό κόκκινο κρασί».

«Με λες τσιγκούνη;» Την είδα που το σκεφτόταν λίγο.

«Τα υπόλοιπα επίθετα που σκέφθηκα σε κάνουν να δείχνεις χειρότερος. Ναι είσαι λίγο τσιγκουνάκος».

«Σε ευχαριστώ για το υποκοριστικό».

«Λέγε τώρα».

Η προστακτική σαν να με πάγωσε. Η μνήμη μετά από τόσα χρόνια δεν βοηθούσε σίγουρα. Ούτε τα πόσα χρόνια ακριβώς δεν θυμόμουν. Από εκείνη την, ηθελημένα, λησμονημένη εποχή, είχαν απομείνει μόνο εικόνες, σκόρπιες, δίχως αρχή και τέλος, σπαράγματα μιας ιστορίας που πλήγωνε με τον πιο δυνατό τρόπο. Στην ψυχή μου υπήρχε ένα κόμπιασμα ή κάτι παρεμφερές που δεν μπορούσα να το παρομοιάσω με μια λέξη ή τουλάχιστον να την εφεύρω. Ούτε καν το μούδιασμα, που νιώθεις, όταν μια ανάμνηση είναι τόσο δυνατή, δεν ήταν δυνατό να περιγράψει εκείνες τις ημέρες.

΄΄Πόσες ήταν;΄΄Αναρωτήθηκα αλλά απάντηση δεν υπήρχε. Κοιτούσα το κόκκινο κρασί, σαν υγρό διαμάντι, να ταλαντεύετε σε κάθε σπασμό των μυών του χεριού μου. Υπήρχα, αυτό ήταν μια πραγματικότητα. Οι παλμοί αποδείκνυαν ότι υπήρχε μέσα μου ζωή. Ωστόσο άδειος, από τότε άδειος, όσο και να προσπαθούσα να τυφλώσω, να ξεγελάσω, την ίδια μου την ύπαρξη, πως όλα πάνε καλά. Είχα πρόβλημα με τα νούμερα. Πάντα; Όχι! Μετά από τότε είχα πρόβλημα να θυμάμαι νούμερα. Χρονολογίες, πράξεις, ημέρες, διάστημα, το πέρασμα του χρόνου. Όλα ίδια, ανακατεμένα, χωρίς τακτοποίηση.

Στο πικάπ έπαιζε το Shadow της Lindsey Stirling. Πάντα βινύλιο, στο σπίτι υπήρχαν μόνο δίσκοι βινυλίου. Αυτός ο αρχαΐζων ήχος της βελόνας, που ακουμπούσε τον δίσκο, η επαφή των πραγμάτων, των σωμάτων, των χειλιών με έκανε να αισθάνομαι ρομαντικός. Αν ήμουν;

Είδα τις άκρες των παπουτσιών μου να κινούνται, το πλακόστρωτο ήταν γνωστό, ξεχαρβαλωμένο πεζοδρόμιο γεμάτο από λεκέδες από καφέ, μαύρα στίγματα από τσίχλες που είχαν γίνει ένα με την τσιμεντένια πλάκα, ρωγμές, που αποδείκνυαν πως ο χρόνος είναι ανελέητος ακόμα και για τα σκληρά και άψυχα αντικείμενα. Ακόμα και για τους ανθρώπους με τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά. Σκληροί και άψυχοι!

Η κίνηση στην εγγύς λεωφόρο δεν ήταν μεγάλη, δυο τρία αυτοκίνητα κάθε τόσο, απλά για να σηματοδοτούν την ύπαρξη της. Μια αρτηρία της πόλης, που χτυπά. Παλμός, μια απόδειξη, ανατάραξη του κρασιού στο κρυστάλλινο ποτήρι.

Κάποιος μου έπιανε το χέρι, το αγκάλιαζε. Αν και το ένιωθα ιδρωμένο πάνω μου δεν με πείραζε. Αντίθετα ήθελα να ιδρώσει περισσότερο, πάνω στην δική μου παλάμη, ο δικός μου ιδρώτας να ενωθεί με τον δικό της, αν ήταν δυνατό να είναι τόσο σφιγμένα που ...

Πρέπει να ήταν σούρουπο, έπεφτε ο ήλιος. Ποιος ήλιος; Που ήταν ο ήλιος μέσα σε μια πόλη; Έπαιζε κρυφτό μέσα από ψηλά κτίρια, από γωνίες και πίσω από λευκά σύννεφα. Ένα παιχνίδι. Που είσαι, βγες, θα σε βρω, μια τρεχάλα και φτου ξελεφτεριααά. Γέλια μέσα στα αυτιά μου, στις μνήμες μου, που ήταν έτοιμες για να εκραγούν.

Ανηφορίζαμε, όχι καμιά τρελή κλίση αλλά εγώ είχα φουσκώσει. Άτιμο πράγμα το τσιγάρο. Μια κόρνα και κάποιες ανάρμοστες εκφράσεις μου τράβηξαν την προσοχή. Ο ένας από τους δυο είχε βγει ο μισός έξω από το παράθυρο και έσκουζε, ο άλλος χαμένος, κρυμμένος πίσω από το τζάμι του αυτοκινήτου να προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί.

«Δεν με βλέπεις ρε μαλάκααααα!!!!» Τόσα πολλά φωνήεν σε μια λέξη. Τενόρος ο κύριος. Ίσως να τον ενέπνευσε η τοποθεσία, ακριβώς έξω από το θέατρο Ολύμπια ή Μαρία Κάλας.

Δεν υπήρξε απάντηση από τον υψίφωνο. Ο τενόρος, σίγουρος για την ορθότητα των λόγων του, αφού κανείς δεν του απαντούσε στα επιχειρήματα του, συνέχισε σε όλη την πορεία, μέχρι να απομακρυνθεί από το σημείο, να βγάζει στεντόρειες κραυγές.

Ένα γέλιο, ανέκφραστα πρόσωπα και το επεισόδιο θεωρήθηκε λήξαν. Ακόμα και ο άλλος οδηγός πάτησε γκάζι και έφυγε χωρίς να τοποθετηθεί στο φλέγον ζήτημα.

Λίγα συγχρονισμένα βήματα ακόμα, σαν μπαλαρίνες από την λίμνη των κύκνων, με έφεραν αντιμέτωπο με μια πόρτα και έναν δράκο. Έκανα ένα ή δυο βήματα πίσω.

«Τι θέλει αυτό το πράγμα εδώ;» Ρώτησα με απορία.

Ο ήλιος είχε πέσει πίσω από από το Φιλοπάππου. Το χέρι με είχε αφήσει, χωρίς να το καταλάβω με είχε αφήσει. Μια ανησυχία με πλημμύρισε, κοίταξα δεξιά και αριστερά μα δεν την είδα πουθενά. Οι περαστικοί με κοιτούσαν, με απέφευγαν, στην θέση τους και εγώ το ίδιο θα έκανα.

Άγγιξα την παλάμη μου για να νιώσω τον ιδρώτα, το χέρι μου ήταν στεγνό.

Ένιωσα ένα χάδι στον ώμο και ένα ταρακούνημα.

«ΕΕ!!! Είσαι μαζί μας; Γη καλεί Αλέξη». Η Άννα με κοιτούσε περίπου ανήσυχη, όχι ακριβώς, ίσως γιατί είχε καταλάβει τι είχε συμβεί.

«Πριν έντεκα χρόνια». Της είπα. Είχα επαναφέρει κάτι από τότε στην μνήμη μου.

«Τόσο άσχημα;»

«Δεν μπορώ να πω αυτήν την λέξη, δεν ταιριάζει».

«Δηλαδή, δεν ήταν άσχημα;»

«Έχουν περάσει τόσα χρόνια. Δεν θυμάμαι την αίσθηση».

«Και πως θυμάσαι εκείνη την περίοδο;» Δεν της απάντησα. Πριν λίγα δευτερόλεπτα της είχα πει πως δεν θυμόμουν. Την κοίταξα νευριασμένος, γιατί με ρωτούσε η Άννα τόσο επιτακτικά;

«Εγώ θυμάμαι, ότι τότε έμοιαζες ευτυχισμένος, απόλυτα ευτυχισμένος».

Η μνήμη μου για ακόμα μια φορά προσπάθησε να συνδέσει κομμάτια εκείνης της εποχής. Ένα παζλ χιλιάδων κομματιών, σκορπισμένα στο πάτωμα.

Στεκόμουν, μόνος, μέσα σε εκείνο το δωμάτιο, κοιτάζοντας τα πολύχρωμα κομμάτια. Έμοιαζαν λες και πριν λίγα δευτερόλεπτα είχε θρυμματιστεί κάτι ιδιαίτερα πολύτιμο και εύθραυστο. Το δωμάτιο ήταν απόλυτα τετράγωνο, δεν υπήρχε ούτε μια εσοχή που να σπάει το απόλυτο. Το ξύλινο πάτωμα ήταν γυαλισμένο, καφέ ανοικτό και οι τοίχοι, μια απόχρωση σκληρού λευκού. Από ένα παράθυρο, λίγο πιο ψηλά από εκεί που θα έπρεπε να βρίσκεται, εισχωρούσε ένα ζεστό φως. Δεν υπήρχαν έπιπλα, αλλά δεν υπήρχε ούτε πόρτα! Γύρισα το βλέμμα μου τριακόσιες εξήντα μοίρες, ώσπου γύρισε στο ίδιο σημείο από όπου είχε ξεκινήσει. Με κάποιο τρόπο είχα μπει σε αυτό το δωμάτιο, αλλά δεν ήξερα το πως. Από το ταβάνι κρεμόντουσαν κάτι σκουριασμένες αλυσίδες. Είχαν μια ανεπαίσθητη ταλάντωση, χωρίς να είναι φανερή η αιτία αυτής. Γονάτισα και χωρίς να αγγίξω τα κομμάτια, προσπάθησα να αποφασίσω, από που θα ήταν λογικό να ξεκινήσω.

Η πόρτα, με τον δράκο, ήταν ακόμα απέναντι μου ή για να ακριβολογώ, βρισκόμουν εγώ ακόμα απέναντι της. Ακούμπησα πάνω στο κιγκλίδωμα του πεζοδρομίου και σήκωσα το βλέμμα για να παρατηρήσω το παράδοξα μακρόστενο κτίριο. Ακόμα ένας δράκος, πολύ πιο μεγάλος, στεκόταν στην μετόπη του μπαλκονιού, πάνω από την πόρτα και τον φεγγίτη με τα σκουριασμένα κάγκελα. Έμοιαζε να εκτελεί χρέη ακοίμητου φρουρού. Τα φτερά του ήταν ανοιγμένα, σαν να ήταν έτοιμος να εφορμήσει στον ανεπιθύμητο επισκέπτη, που θα είχε το θράσος να τολμήσει να αγγίξει την πόρτα. Μια καστρόπορτα που φάνταζε απόρθητη. Δεν θα μου προξενούσε καμιά έκπληξη, αν τυχών, την στιγμή που θα έπαιρνα την απόφαση να πλησιάσω, με έλουζε με φωτιά, που θα έβγαινε από τα σωθικά του.

Το χέρι που με αγκάλιαζε μου έλειπε ακόμη, η αίσθηση ασφάλεια που μου χάριζε, τώρα που απουσίαζε, είχε μεταλλαχτεί σε κάτι πιο σκοτεινό, που πολλοί το ονομάζουν φόβο. Δεν είχα την ίδια λέξη μέσα στο μυαλό μου και για ακόμα μια φορά αντιλήφθηκα πως προσπαθούσα να ανακαλύψω ένα καινούργιο λεξιλόγιο, ώστε να μπορώ να περιγράψω συναισθήματα.

Είχε νυχτώσει, τα φώτα της πόλης απλωνόντουσαν, προσπαθώντας να διώξουν το σκοτάδι, που πλημμύριζε τις γωνιές της. Οι κεντρικοί λεωφόροι λουζόντουσαν σε ένα κίτρινο, αρρωστημένο φως, ενώ τα κάθετα στενά τους, έμοιαζαν σαν πύλες, που οδηγούσαν σε έναν κόσμο σκοτεινό, με ήχους και σιλουέτες που προσπαθούσαν να περάσουν απαρατήρητες.

Το στόμα μου είχε στεγνώσει και η αναπνοή μου είχε σταθεροποιηθεί σε ένα αργό τέμπο, σαν να προσπαθούσα να θέσω τον εαυτό μου σε έναν καταναγκαστικό διαλογισμό.

Η προηγούμενη ανησυχία με είχε εγκαταλείψει. Οι περαστικοί με προσπερνούσαν, δίχως να μου δίνουν ιδιαίτερη σημασία. Εκεί, στο κιγκλίδωμα που στεκόμουν, περνούσα, μάλλον, απαρατήρητος. Δεν μπορώ να θυμηθώ πόσες ώρες έμεινα εκεί, απέναντι από την καστρόπορτα να κοιτάζω. Ούτε μια κίνηση, ούτε ένα ανεπαίσθητο σάλεμα δεν μου έδωσε την αίσθηση, ότι αυτό το παράταιρο οίκημα, μόλις τεσσάρων μέτρων πλάτους, χωμένο στην κυριολεξία ανάμεσα σε μοντέρνα κτίρια, λες και κάποιος φοβήθηκε να το αγγίξει στο πέρασμα των αιώνων, μην τυχών και διαταράξει κάτι που κοιμόταν μέσα, έδειχνε σημάδια ζωής. Ακόμα και ο λαμπτήρας του δρόμου. που τρεμόπαιζε έτοιμος να σβήσει, συνωμοτούσε σε όλη την απόκοσμη ατμόσφαιρα, που είχε σταθεί μέσα σε αυτά τα τέσσερα μέτρα.

«Απόλυτα ευτυχισμένος». Είπα στον αέρα, καθώς έβαζα ένα ένα τα κομμάτια του παζλ στην σειρά. Η πόρτα δεν θα εμφανιζόταν αν δεν το ολοκλήρωνα.

«Έμοιαζα πράγματι έτσι;» Ρώτησα την Άννα για να επιβεβαιώσω. Μου κούνησε ελάχιστα το κεφάλι, καθώς εκείνη την στιγμή είχε φέρει το ποτήρι στα χείλη της. Από αιώνες πριν ... υπερβολή; όχι για εμένα, η Άννα μου άρεσε. Τα χείλη της είχαν το χρώμα ώριμων κερασιών, που συνδυάζονταν απόλυτα με το μελαχρινό δέρμα της και τα μελιά μάτια της. Τα μαλλιά της, έπεφταν πάνω στους ώμους της απαλά, φυσικά. Το καστανό χρώμα τους με μάγευε, με μαγνήτιζε, σε βαθμό που θα μπορούσα να τα αγγίζω για μια ολόκληρη ζωή και να είμαι ολοκληρωμένος με αυτό. Το γνώριζε; Όχι! Το γνώριζα;;

«Πότε δεν μίλησες σε κανέναν για ότι συνέβη τότε. Κάποια στιγμή ... πριν έντεκα χρόνια. Πράγματι τόσα ήταν! Απομακρύνθηκες από όλους, διακριτικά. Μόνο ίσως, εμένα;»

«Μόνο εσένα». Κοιτούσα μέσα στα μάτια της και αυτή μέσα στα δικά μου. Μια αιώνια στιγμή. One moment to eternity. Η μουσική του Stephen Melillo, γέμισε τα κενά που που είχαν αφήσει τα λόγια και οι σκιές, που ίσως δεν με είχαν εγκαταλείψει ποτέ, που ήρθαν πάλι και στάθηκαν εμπρός μου.

Β

Μέρες μετά από εκείνη την συνάντηση με την Άννα και το μοσχάρι με σάλτσα κόκκινου κρασιού, είχα κλειστεί στον εαυτό μου. Στην συζήτηση εκείνης της βραδιάς δεν ειπώθηκαν πολλά. Βασικά δεν ειπώθηκε τίποτα ουσιαστικό, αφού δεν μπορούσα ... δεν ήθελα, να θυμηθώ εκείνες τις ημέρες. Εκείνες τις δέκα ημέρες που με οδήγησαν σε μια πραγματικότητα εντελώς διαφορετική, παράδοξη, ξένη. Σε έναν άλλο κόσμο, που κανείς άλλος δεν έχει δει ή δεν έχει τολμήσει να μιλήσει. Ποιος ήμουν εγώ για να τον αποκαλύψω; Ένα επισκέπτης; Ένας ονειροπόλος; Γιατί μου δόθηκε αυτή η ευκαιρία, να αντικρίσω πέρα από την πραγματικότητα, πέρα από την αλήθεια(;) του κόσμου μας; Γιατί να είμαι εγώ ο μόνος εκλεκτός;

Οι ερωτήσεις έπεφταν σαν κοσμική βροχή μέσα στο κεφάλι μου και εγώ, ανίκανος να μπορώ να εφεύρω κάποια πειστική απάντηση.

Η Άννα με καλούσε στο τηλέφωνο κάθε μέρα και πολλές φορές δυο φορές την ημέρα. Πάντα το έκανε, όμως τώρα, ο τόνος της φωνής της είχε κάτι διαφορετικό, είχε αλλάξει. Εκείνο το ΄΄Μόνο εσένα΄΄, πρέπει να την οδήγησε στο να σκεφτεί, γιατί μόνο αυτή.

Ωστόσο αυτήν την φράση έπρεπε να την σκεφτώ και εγώ. Γιατί απέφευγα, επανειλημμένος, να απαντήσω στην ίδια μου την ερώτηση, το γνώριζα; Κάθε φορά δαγκωνόμουν, συνήθως το κάτω χείλος. κρυβόμουν από ποιον; Από όλους, από τον εαυτό μου, από την Άννα, από τις σκιές; Από αυτές δεν τα κατάφερα!

Η μέρα της ομιλίας πλησίαζε και η δικαιολογία, που θα έπειθε τον εαυτό μου, για να μην βρεθεί ξανά έξω από αυτό το κτίριο απουσίαζε. Καθόμουν στην πολυθρόνα την οποία την είχα στρέψει προς το παράθυρο παρατηρώντας τον ουρανό. Με ένα ποτήρι στο ένα χέρι και στο άλλο, θα έπρεπε, να υπήρχε ένα τσιγάρο, που ο καπνός του θα ανέβαινε προς το ταβάνι, σχηματίζοντας παράξενες, κυανές, σιλουέτες. Δεν είχα την τύχη να τις δω να ξανασχηματίζονται, η απόφαση να κόψω το τσιγάρο ήταν αδιαπραγμάτευτη.

Τα παγάκια, δημιουργούσαν έναν μυστηριώδη ήχο, σε κάθε επαφή τους με το κρύσταλλο, κάθε φορά που ανακινούσα το ποτήρι, για να το κατευθύνω στα χείλη μου. Πικρή, παγωμένη γεύση, γέμιζε το στόμα μου. Ο ουρανός είχε γκριζάρει και αν δεν υπήρχαν τα φώτα της πόλης, ίσως να έβλεπα και τα άστρα, που σίγουρα βρισκόντουσαν στο στερέωμα. Οφθαλμαπάτη! Πόσα καλύπτονται από το φως; Είναι παράξενο αν το σκεφτείς. Υπάρχουν πράγματα που το φως τα αποκρύπτει, τα κάνει αόρατα. Ο δίσκος βινυλίου έπαιζε το Crystal skies του Nigel Stanford. Μια γουλιά ακόμα και θα ζαλιζόμουν, το ήξερα, το ένιωθα. Αισθάνθηκα κάτι να περιφέρεται στον χώρο. Μια σκιά, μέσα στο σκοτάδι του δωματίου. Χαμογέλασα γιατί ήμουν βέβαιος πως ήταν η ψυχή μου ή η συνείδηση μου.

«Δεν γαμιέται». Είπα λίγο δυνατά, χωρίς λόγο και κατέβασα όλο το ποτό, το τέταρτο, που βρισκόταν μέσα στο ποτήρι. Το κάψιμο στο στόμα μου και στον φάρυγγα, ανέβασε τους παλμούς μου και την ίδια στιγμή όλα γύριζαν γλυκά μέσα στο κεφάλι μου. Είχα καταφέρει να αναστρέψω την πραγματικότητα! Ένιωσα ελάχιστα περήφανος γι' αυτό που έκανα στον εαυτό μου αλλά ήταν πια αργά. Το παράθυρο, αν και παρέμενε στην αρχική του θέση, νομίζω πως έγερνε, λίγο στα δεξιά. Αν ήταν πίνακας θα σηκωνόμουν να τον ισιώσω. Αν και το να σηκωθώ σε αυτήν την κατάσταση, μάλλον δεν ήταν πολύ καλή ιδέα. Το άφησα έτσι, γερμένο, έγειρα το κεφάλι μου μήπως και το ισιώσω με αυτό τον τρόπο, μάταιος κόπος και ένα πόνος στον σβέρκο, που μέσα στην θολούρα μου, ήξερα πως την άλλη μέρα αυτός θα συνέχιζε να βρίσκεται εκεί. Το μόνο παρήγορο, τα αστέρια, που τα έβλεπα να πέφτουν από τον ουρανό και εγώ σε σύγχυση, να κάνω συνεχόμενες ευχές, που δεν θα πραγματοποιόντουσαν ποτέ.

Ένα κουδούνισμα, μου θύμισε κάτι, το οποίο ξέχασα στο δεύτερο κουδούνισμα του τηλεφώνου. Η αλλαγμένη φωνή ήταν στην άλλη γραμμή του ακουστικού.

«Τι ώρα είναι;» Ρώτησα. Εφτά το απόγευμα!

«Να περάσω;» Είχα γίνει λιώμα στις εφτά το απόγευμα;

«Δεν ... έχω πιει». Μου το επιβεβαίωσε και η ίδια εφτά χιλιόμετρα μακριά και με ένα ακουστικό στο αυτί.

«Το ακούω». Μου είπε. Αναρωτήθηκα αν ακούγεται και γέλασα μόνος μου.

«Έρχομαι!» Δεν απάντησα, ένας μακρόσυρτος ήχος με ανάγκασε να τραβήξω το ακουστικό από το αυτί μου και να το αφήσω στην βάση του.

«Φίλε, πρέπει γρήγορα να συνέλθεις». Πριν φύγω για την κουζίνα, μπας και καταφέρω να φτιάξω κανέναν καφέ, κοίταξα τον ουρανό. Τι είχε αλλάξει; Τόσες χιλιάδες ευχές, τόσα αστέρια πεταμένα, κάπου στην λήθη, γιατί ποιος θυμάται εκείνη την στιγμή, που ένα αστέρι έπεφτε και έκανε μια ευχή;

«Η Άννα είναι καθ' οδών, να μια ευχή που πραγματοποιήθηκε, σχετικά γρήγορα!» Και μόνο στην σκέψη ότι ερχόταν, είχα ήδη συνέλθει αρκετά, σε σημείο που θα μπορούσα να της πω, ότι υπερέβαλε όταν είπε πως με είχε ακούσει μεθυσμένο.

 Κάθισα σε μια πολυθρόνα, με έναν καφέ στο χέρι, κοιτώντας σαν χαμένος, το σκοτάδι που έπεφτε έξω και ανασύροντας από την μνήμη μου αναμνήσεις. Την Άννα την γνώριζα από το σχολείο. Είχαν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια, από την ημέρα εκείνη που μπήκα στην τάξη, ενώ δίπλα μου στεκόταν ο γυμνασιάρχης και με παρουσίαζε στους μελλοντικούς συμμαθητές μου. Είχαμε έρθει γύρω στα μέσα Οκτωβρίου με τους γονείς μου στην πρωτεύουσα, αφήνοντας την επαρχία πίσω μας. Νέες ευκαιρίες, έλεγε ο πατέρας μου λόγο της δουλειά του που ήθελε να επεκταθεί. Σιωπηλή η μητέρα μου, κλεισμένη, εθελοντικά, από εκείνη την ημέρα, στο διαμέρισμα. Με συχνές εξόδους, που αφορούσαν τον μπακάλη, τον μανάβη και τον αρτοποιό. Τα έβαζε με όλους. Πότε της έφταιγε το ψωμί, που σαν το ζυμωτό που να βρεις και τι ξέρουν αυτοί από ψωμί. Πότε με τον μανάβη, που οι ντομάτες δεν είχαν μυρωδιά, αλλά στο χωρίο την κόβεις κατευθείαν από το φυτό και γενικά σε κάθε τέτοια έξοδο είχε να λέει. Με τον καιρό τα έμαθε τα κατατόπια και έκανε και φιλίες. Εγώ ακόμα να στέκομαι δίπλα στον γυμνασιάρχη, για εβδομάδες και να προσπαθώ να δω φιλικά εκείνα τα πρόσωπα που με κοίταζαν αδιάφορα ως εχθρικά. Έπαιζα άμυνα με όλους και αυτοί από μακριά να κοιτάνε τον ξένο που έπιανε τον ζωτικό τους χώρο. Νευριασμένος, όσο δεν πάει, έκανα δυο εβδομάδες να μιλήσω στον πατέρα μου, μια εβδομάδα στην μητέρα μου και σχεδόν ένα μήνα για να τα βρω με τον εαυτό μου. Μοναδική όαση στο σχολείο, όχι στην τάξη, η Άννα με τα χαρούμενα μελιά μάτια της, που δεν με κοίταζαν ποτέ.

Θαυμαστής εκ του μακρόθεν, την χάζευα στα διαλείμματα, σιωπηλός, καθισμένος σε ένα τσιμεντένιο σκαλί, προσπαθώντας να βρω, έξυπνους τρόπους για να την πλησιάσω. Είχα ανακαλύψει κάποια πανούργα σχέδια, που ποτέ δεν έβαλα σε εφαρμογή, γιατί λίγο μετά καταλάβαινα πόσο ανόητα ήταν, σε σημείο που απορούσα και εγώ ο ίδιος με την αφέλεια, που πάντα έχει ένα αγόρι στην δευτέρα γυμνασίου.

Ο κρύος καφές με συνέφερε, έφερα το κεφάλι να πέσει πίσω, έκλεισα τα μάτια για να ελέγξω την κίνηση και ένα δυνατό κρακ, προερχόμενο από τον αυχένα, με ανακούφισε.

Κατάφερα να της μιλήσω σε μια σχολική θεατρική παράσταση, αυτή έπαιζε την Κλυταιμνήστρα, εγώ ήμουν θεατής. Σε όλη την παράσταση δεν πήρα τα μάτια μου από πάνω της. Μάλλον πρέπει να με κατάλαβε, δεν ήταν και πολύ δύσκολο και μόλις τελείωσε το θεατρικό με πλησίασε.

΄΄Σου άρεσα;΄΄Με ρώτησε πονηρά. Εγώ αδαής, απάντησα πως έπαιξε υπέροχα την μητέρα της Ιφιγένειας και πως ήταν επιβεβλημένο να ακολουθήσει τον δρόμο της υποκριτικής. Άλλα τι άλλον δηλαδή. Με ευχαρίστησε και έφυγε κουμπωμένη, εγώ έμεινα πίσω, να σιχτιρίζω τον εαυτό μου, για την τεράστια βλακεία που είχα κάνει. Πέρασε σχεδόν όλη η σχολική χρονιά, μέχρι να καταφέρω να της μιλήσω, πέρα των συγκαταβατικών χαμόγελων που δίναμε ο ένας στον άλλον και ένα σιωπηρό, καλημέρα τι κάνεις, όταν βρισκόμασταν πιο κοντά.

«Θες να πάμε για ένα καφέ;» Τόλμησα και είπα.

Γελούσα μόνος μου στην πολυθρόνα, καθώς θυμόμουνα κάθε τρελό χτύπο της καρδιάς μου, μέχρι να μου απαντήσει. Αυτά τα δευτερόλεπτα αναμονής ήταν τόσο βασανιστικά που ανακουφίστηκα όταν άκουσα πως μου απαντούσε ... Δεν μπορώ;!

Τα γέλια κόπηκαν. Σοβάρεψα. Ένιωσα έντονα εκείνη την αίσθηση μέσα στην ψυχή, όταν γκρεμίζεται ότι έχεις χτίση με κόπο, με όνειρα, με σκέψεις, με ιδεατούς διαλόγους που πάντα φτάνουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Το ... δεν μπορώ της δεν με ανακούφισε, δεν ήταν σχεδιασμένη έτσι η συζήτηση. Είδα τα χείλη της να κουνιούνται και ήμουν σίγουρος για το ναι. Είχα σχεδιάσει κάθε λεπτομέρεια εκείνης της ημέρας. Ποιο δεν μπορώ; Δεν υπάρχει το δεν μπορώ.

Πάντα υπάρχει μια αφορμή για να ριχτείς στις σκιές των σκέψεων, που σε σκεπάζουν, που παραμορφώνονται από το φως και την αντανάκλαση. Άκουσα, κάπου μακριά, το κουδούνι να χτυπάει, ο ήχος έγινε ποιο δυνατός, κοιτούσα ακόμα έξω από το παράθυρο, με την πολυθρόνα γυρισμένη σε αυτό. Είχε έρθει.

Μπήκε μέσα στο διαμέρισμα σαν σίφουνας. Φορούσε ένα σκούφο και αδιάβροχο, το οποίο δεν ήταν βρεγμένο. Ήμουν ακόμα ζαλισμένος, ωστόσο αναρωτήθηκα τι δουλειά είχε το αδιάβροχο πάνω της αφού έξω είχε ξαστεριά. Κοίταξα για επιβεβαίωση έξω και πράγματι ούτε ένα ίχνος από σύννεφο. Την άκουγα, από κάπου μακριά, να με μαλώνει με σκληρό ύφος γι' αυτό που κάνω στον εαυτό μου.

΄΄Τι κάνω στον εαυτό μου΄΄. Αναρωτήθηκα με μια σκέψη που δεν τόλμησα να εκφράσω.

«Πρέπει να πίνεις;» Η απάντηση είχε έρθει. Θα ερχόταν ούτως ή άλλως. Μέσα στον τυφώνα των λέξεων της Άννας κάθισα να παρατηρώ το σπίτι μου. Ο φωτισμός ήταν πολύ χαμηλός. Δεν είχα φτιάξει ατμόσφαιρά, είχε ξεμείνει έτσι, από προηγούμενες ώρες που το φως της ημέρας, έστω και αχνό, φώτιζε το σαλόνι. Τώρα που έξω άνοιγαν οι δημοτικοί λαμπτήρες μέσα στο σπίτι επικρατούσε σκοτάδι, πέρα από τις παρατημένες φλόγες στο τζάκι, που έσπερναν δειλά λίγο κίτρινο φως.

Το γλυκό παραλήρημα, ενός ανθρώπου που σε νοιάζεται, συνεχιζόταν δίχως έλεος. Έκανα δέκα βήματα, πέρασα από μπροστά της κουνώντας το κεφάλι και συμφωνώντας απόλυτα με ότι και να έλεγε, ήμουν σίγουρος πως είχε δίκιο. Πλησίασα επιτέλους τους διακόπτες και με ένα πάτημα το σαλόνι γέμισε φως.

«Επιτέλους! Αυτό ακριβώς εννοώ, ζεις μέσα στο σκοτάδι, μέσα στα φαντάσματα, πίνοντας προσπαθώντας να ξεχάσεις τι;»

Μπορεί να ακούς όλη την ημέρα συζητήσεις, διαλόγους να κουβεντιάζεις με ανθρώπους και να σου περνάει αδιάφορο. Να μην δίνεις καμιά σημασία γιατί πραγματικά δεν έχουν κάποιο αντίκτυπο πάνω σου, όμως υπάρχει μια λέξη, μια κουβέντα, ακόμα και ένα υπονοούμενο που σε στοιχειώνει.

Έμεινα ακίνητος δίπλα στους διακόπτες κοιτώντας την Άννα αποσβολωμένος, τα κερασιά χείλια είχαν σταματήσει να κουνιούνται έχοντας σταθεί μισάνοιχτα, αισθησιακά, απέναντι μου αποκαλύπτοντας, αχνά, τις κορυφές των λευκών δοντιών της. Τα μάτια της είχαν κάτι από φόβο μέσα. Ίσως να αναρωτιόταν αν το είχε παρακάνει με την κατσάδα μου που είχε βάλει. Ήθελα να γκρεμίσω ότι με εμπόδιζε στο να την πλησιάσω σε ευθεία και να την φιλήσω. Ένας καναπές και ένα τραπεζάκι ήταν τα εμπόδια.

«Οι δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο». Της είπα, θυμίζοντας της τον τίτλο του βιβλίου του John Reed, αλλά αναφερόμενος στην ουσία στις δικές μου δέκα ημέρες.

«Γεννήθηκε ένας άλλος κόσμος τότε!» Μου απάντησε και εντυπωσιάστηκα που γνώριζε το βιβλίο.

«Και στις δικές μου, εκείνες τις δέκα ημέρες, γεννήθηκε ένας άλλος κόσμος, εντελώς διαφορετικός από αυτόν που γνωρίζεις». Μείναμε για λίγες στιγμές αμίλητοι, τα μελιά μάτια της ζητούσαν απεγνωσμένα ένα σημείο στήριξης. Τα παρατηρούσα πως έπαιζαν μέσα στον χώρο, αναζητώντας κάτι πιο χειροπιαστό από εμένα. Στάθηκαν σε μια φωτογραφία μου, που στεκόταν πάνω από το τζάκι. Μόνος, σε κάποιες διακοπές στο Βερολίνο. Νέος, πιο νέος από τώρα, περίπου έντεκα χρόνια πριν.

«Θέλεις ένα ποτό; Θα έχει στεγνώσει το στόμα σου τόση ώρα που με κατσαδιάζεις!» Γέλασε!

Της γέμισα ένα κοντό ποτήρι με πάγο, μαρτίνι και μια σταγόνα φυσικό λεμόνι. Για ντεκόρ της βούτηξα μέσα στο ποτό μια ολόκληρη φέτα από το ίδιο εσπεριδοειδές. Είδα στο πρόσωπο της ότι εντυπωσιάστηκε από την παρουσίαση. Εγώ συνέχισα με τον καφέ, που τόσο πολύ με είχε στηρίξει στα δύσκολα!

«Έχεις ακούσει πως θα βρέξει;» Για μια στιγμή με κοίταξε απορημένη, μετά κοίταξε το αδιάβροχο της, το οποίο φορούσε ακόμα.

«Τις αμέσως επόμενες ημέρες!»

«Δηλαδή έχεις σκοπό να μείνεις μέρες μαζί μου;» Για να αποφύγει την απάντηση ήπιε γρήγορα μια γουλιά από το πότο της και περπάτησε μέσα στο σαλόνι κοιτάζοντας ακόμα την φωτογραφία από το Βερολίνο. Άφησε το ποτήρι στο τραπέζι και με μια επιδέξια κίνηση έβγαλε το πορτοκαλί αδιάβροχο της αποκαλύπτοντας ένα υπέροχο μπορντό φόρεμα που τόνιζε τα όσο έπρεπε τα δυνατά της σημεία, δηλαδή όλα! Την χάζεψα, όσο αυτή κοιτούσε με ενδιαφέρον την φωτογραφία πάνω στο τζάκι. Έριξα δυο ξύλα στην φωτιά για να την αναζωπυρώσω και μύρισα το άρωμα της. Dolce Cabana. Χαρακτηριστικό άρωμα της Άννας. Το χρησιμοποιούσε από την εποχή που έκανε την εμφάνιση του. Ήταν τόσο δικό της, που οπουδήποτε και αν υπήρχε η εσάνς του, η πρώτη εικόνα που ερχόταν στο μυαλό μου ήταν της Άννας.

«Πάντα το ίδιο άρωμα». Γύρισε χαμογελώντας και με κοίταξε.

«Το πρώτο μου άρωμα, δικό σου δώρο σε κάποια γιορτή μου. Δεκέμβριος».

Πως το είχα ξεχάσει; Πια λειτουργία του εγκεφάλου είχε καταφέρει να με κάνει να εξαφανίσω αυτήν την ανάμνηση, που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να ήταν χαραγμένη με πυρακτωμένο σίδερο, στο πιο πολυσύχναστο σημείο των αναμνήσεων μου. Σαν ταινία που γυρνάς από την αρχή, περνούσαν οι εικόνες από το μυαλό μου, προσπαθώντας να βρω την χαμένη θύμηση.

Η πρώτη σχολική μου χρονιά στην πόλη είχε τελειώσει. Η επαρχία ξαναγύρισε στην ζωή, σαν παρένθεση, για όλο το καλοκαίρι. Πάντα βέβαια με το μυαλό μου να σκέπτεται την Άννα. Για πρώτη φορά ανυπομονούσα να γυρίσω στο σχολείο και για πρώτη φορά οι ημέρες έμοιαζαν να έχουν τον διπλάσιο χρόνο. Είχαν φτάσει οι τελευταίες ημέρες του Αυγούστου και επιτέλους είχαμε επιστρέψει. Η μητέρα μου επέστρεψε και αυτή στην γκρίνια της με τους μπακάληδες και ο πατέρας μου στις νέες ευκαιρίες, που χωρίς τότε να δίνω σημασία, του πήγαιναν αρκετά καλά. Η διακοπή έμοιαζε πια αυτή μακρινή και στο σχολείο δεν είχαν περάσει παρά ελάχιστες ημέρες μετά από εκείνη την παράσταση.

Η Άννα παρέμενε το κεντρικό πρόσωπο του σχολείου και βρισκόταν, ξανά, μόνιμα, περικυκλωμένη από πολλούς μνηστήρες και θιασώτες. Έμοιαζε κολακευμένη, λογικό. Και εγώ παραγκωνισμένος, ξανά, στο τσιμεντένιο μου σκαλοπάτι, προσπαθώντας να χωνέψω εκείνο το ξεχασμένο της ΄΄δεν μπορώ΄΄.

Πρέπει να ομολογήσω όμως, πως από εκείνη την ημέρα, του δεν μπορώ, είχα καταφέρει να μην είμαι πια αόρατος στα μάτια της. Το βλέμμα της αρκετές φορές την ημέρα, στα διαλείμματα, με έψαχνε και αφού δεν είχε και πολλά μέρη για να ψάξει, με εντόπιζε πάντα σε εκείνο το σκαλοπάτι στις τσιμεντένιες σκάλες του προαυλίου. Μου χαμογελούσε και γυρνούσε την πλάτη για να συνεχίσει να λαμβάνει κολακείες από στους αυλικούς της.

Είχαν περάσει μήνες και ήθελα σαν παλαβός να βρω έναν τρόπο να την εντυπωσιάσω. Να της τραβήξω την προσοχή για να της ξαναμιλήσω, αφού πάλι όλα τα περίτεχνα σχέδια προσεγγίσεις της έπεφταν στο κενό. Όχι λόγο αστοχίας αλλά λόγο ξεκάθαρης ατολμίας.

Ήταν Κυριακή, χιόνιζε αρκετά και εγώ ήμουν στην κουζίνα περικυκλωμένος από φρέσκα προϊόντα, για τα οποία είχε δοθεί μια μικρή μάχη για να τα έχουμε σε αυτήν την μορφή, σύμφωνα με την μητέρα μου, που ετοίμαζε το κυριακάτικο τραπέζι. Ο πατέρας μου ήταν στο σαλόνι και διάβαζε την εφημερίδα του, πίνοντας τον καφέ του, τραντάζοντας όλο το διαμέρισμα από το ρούφηγμα και την ενοχλητική αλλαγή των σελίδων. Εγώ κοίταζα την μητέρα μου, προσηλωμένος, να φτιάχνει το απαράμιλλο γιουβέτσι της και να κλέβω κάποια μυστικά, που έκαναν το φαγητό της πεντανόστιμο. Πάντα μου άρεσε η διαδικασία του να δημιουργήσω ένα νόστιμο πιάτο. Αν δεν με είχε στρέψει ο πατέρας μου στην αρχιτεκτονική, τότε σίγουρα θα είχα γίνει σεφ.

«Έχεις διαβάσει;» Με ρώτησε η μητέρα μου, ακριβώς την ώρα που έχωνε μέσα στο κρέας τα μικρά της μπαχαρικά μυστικά, για να του χαρίσει πικάντικες γεύσεις και αρώματα. Της απάντησα ένα ξερό ναι. Την επόμενη στιγμή είδα το πρόσωπο της μπροστά στα μάτια μου, με κοίταξε με ερευνητικό ύφος και αφού έκλεψε τις σκέψεις μου, με έναν τρόπο που ξέρουν μόνο η μητέρες, χαμογέλασε.

«Ποια είναι;» Την κοίταξα σαν να είχε εμφανιστεί μπροστά στα μάτια μου ένας παράξενος μάγος με εκπληκτικές δυνατότητες. Η πήλινη γάστρα, ακόμα ένα μυστικό γεύσεις, μπήκε στον φούρνο. Η μητέρα μου σκούπισε τα χέρια της, κάθισε απέναντι μου, περιμένοντας απαντήσεις σε ερωτήσεις που δεν είχε σκοπό να κάνει.

«Την λένε Άννα. Είναι στην ηλικία μου και δεν βρίσκεται στην τάξη μου». Η αποκάλυψη γινόταν χωρίς ίχνος βίας. Μόνο με εκείνο το βλέμμα, που ξέρεις ότι δεν μπορείς να ξεφύγεις ότι και να κάνεις.

«Δεν έχω τολμήσει να της μιλήσω. Μόνο μια φορά, πέρυσι, μετά την σχολική παράσταση και λίγους μήνες μετά, που της ζήτησα να πάμε για καφέ και είπε όχι ...» Δεν μπορούσα να καταλάβω πως το έκανε αυτό η μητέρα μου και διόρθωσα.

«Δεν μπορώ είπε».

«Άρα δεν είπε όχι». Μου διευκρίνισε, χωρίς να προσθέσει κάτι άλλο. Δεν μπορούσε να συλλάβει το μυαλό μου τι μου είχε πει. Ήταν πραγματικά τόσο απλή η εξήγηση; Και εγώ γιατί βασανιζόμουν τόσο πολύ;

«Να πας να της μιλήσεις, να της ζητήσεις να βγείτε. Σε λίγες ημέρες είναι η γιορτή της».

Δεν ανέφερε τίποτε άλλο όλη την ημέρα, ούτε καν στο τραπέζι, στον πατέρα μου δεν είπε κάτι. Το γιουβέτσι ήταν καταπληκτικό, εκείνη η πήλινη γάστρα έκανε για ακόμα μια φορά το θαύμα της.

Την Δευτέρα είχα μαζέψει όλο το θάρρος μου για να την πλησιάσω. Όλα σχεδιασμένα στην εντέλεια από την αγρύπνια της Κυριακής. Το σχέδιο πήγε κατά διαόλου, αφού όποτε την πλησίαζα στα δέκα βήματα απόσταση, έκανα πλήρη μεταβολή και επέστρεφα στο τσιμεντένιο σκαλοπάτι, θυμωμένος με τον εαυτό μου και άντε πάλι από την αρχή. Θα πρέπει να με λυπήθηκε και ο θεός, αφού ήταν η ίδια που με πλησίασε, για να με καλέσει στο σπίτι της, στο πάρτι για την γιορτή της, το Σάββατο.

Απέκρυψα με περισσή τέχνη την ατολμία μου στην μητέρα μου και της αποκάλυψα, μόνο, ότι ήμουν καλεσμένος στο πάρτι. Το Σάββατο το μεσημέρι βρήκα πάνω στο γραφείο μου ένα κουτί, τυλιγμένο για δώρο.

 Γ

Την παρατηρούσα που με κοιτούσε ερευνητικά, της χαμογέλασα και της έκανα ένα μορφασμό. Στην παραμικρή κίνηση της το φόρεμα ήταν σύμμαχος της και το άρωμα διαχεόταν στον χώρο ιμπεριαλιστικά. Άνιση προέλαση στον χώρο και στην καρδιά μου.

«Είχες ετοιμαστεί για κάπου;» Την ρώτησα, με μια ελαφριά ζήλια να με τσιμπάει, κάπου μέσα στο σώμα μου και αδυναμία να προσδιορίσω που ακριβώς δημιουργούνταν η πληγή.

«Πως και δεν έχεις μουσική;» Είπε αδιαφορώντας για την ερώτηση μου και την αγωνία μου, να μην μεγαλώσει κι άλλο αυτή η πληγή. Ωστόσο είχε δίκιο, σπίτι μου και να μην παίζει μουσική; Αδιανόητο!

Καθώς έκανα την κίνηση να πάω προς το πικάπ, η Άννα μου αποκάλυψε αιφνιδιαστικά, πως ένα από τα χαρακτηριστικά μου, που την έκαναν να με προσέξει, ήταν η αγάπη μου για την μουσική, μια εντελώς διαφορετική μουσική από αυτήν που άκουγαν τα παιδιά της ηλικίας μας. Την άκουγα να μιλάει για το παρελθόν και αναρωτήθηκα τον λόγο που έκανε τώρα αυτήν την αποκάλυψη; Γιατί περίμενε να περάσουν τόσα χρόνια;

Πλησίασα σε μια βιβλιοθήκη, ειδικά διαμορφωμένη, ώστε να χωράει στις προθήκες της τους δίσκους με τα χαρτονένια εξώφυλλα τους. Ήταν αρκετά μεγάλη, αφού απλωνόταν από τοίχο σε τοίχο και με τον ανάλογο αριθμό βινυλίων πάνω της.

Είχα ξεκινήσει, πριν χρόνια, μια προσπάθεια να κάνω μια καταμέτρηση, με σκοπό να ταξινομήσω τους δίσκους μου χρονολογικά. Όμως πάντα γεννιόταν ένα λόγος που με καθυστερούσε. Αργότερα αυτοί οι λόγοι έγιναν καμιά χιλιάδα, ακριβώς όσος ήταν και ο αριθμός των βινυλίων που βρισκόντουσαν άτακτα πάνω στο έπιπλο. Ο μοναδικός μπούσουλας που υπήρχε σε αυτό το χάος, ήταν οι δυο, σχεδόν δυόμισι, πρώτες προθήκες, όπου είχα τοποθετήσει τους πρώτους δίσκους που είχα αποκτήσει.

Χωρίς να μπω στον κόπο να σκεφτώ, έσκυψα για να βρω το μπλε εξώφυλλο, που απεικόνιζε ένα νεαρό Γάλλο. Δεν άργησα ούτε ένα δευτερόλεπτο και είχα τον δίσκο στα χέρια μου.

«Θυμάμαι που μια μέρα, μας είχες βάλει να ακούσουμε ένα τραγούδι, γαλλικό νομίζω πως ήταν ... να δεις πως ήταν ο ρυθμός του. Έπαιζε και σε μια διαφήμιση της εποχής ... μα να μην μπορώ να θυμηθώ ... ωραίο ήταν αλλά τότε όλοι γέλασαν μαζί σου ...»

Έβγαλα τον δίσκο από το εξώφυλλο του, το βινύλιο του γυάλιζε σαν καινούργιο. Τον έπιασα προσεχτικά από την ακμή του και τον τοποθέτησα πάνω στο περιστροφικό πλατό. Έβαλα τον σταθεροποιητή στο κέντρο του και έβγαλα με ευλάβεια το βελούδινο σφουγγαράκι. Αφού το ράντισα με αντιστατικό, τον πέρασα όλον και τον άφησα να στεγνώσει. Όλη η διαδικασία παραπέμπει σε μια τελετουργία που σε βοηθά να κατανοήσεις την μουσική, που σου γεννά μια σιγουριά, πως πράγματι, αυτόν τον δίσκο, αυτήν την μουσική θέλεις να ακούσεις. Με τα ψηφιακά όλα αυτά έχουν αλλάξει. Βρίσκεις ένα μουσικό κομμάτι, το βάζεις δεν σου αρέσει, πατάς ένα κουμπί, πάει στο επόμενο και ου το κάθε εξής. Με το βινύλιο δεν υπάρχει αυτό, βάζεις την βελόνα πάνω στις αύλακες, ξεκινάει να παίζει ο δίσκος και δεν υπάρχει επιστροφή μέχρι να φτάσει στο τέλος του. Είναι αυτή η βραχνάδα της βελόνας, που ακολουθά όλα τα κομμάτια και τα κάνει μοναδικά.

Κατέβασα με ήρεμη κίνηση τον μοχλό που άφηνε απαλά την βελόνα πάνω στο δίσκο και μετά από ένα με δυο δευτερόλεπτα ακούστηκαν οι πρώτες νότες από το, Mon amour, a moi, il est comme le soleil. Η Άννα με κοίταξε εκστασιασμένη, από το πρώτο άκουσμα κατάλαβε πως είχα βάλει το τραγούδι για το οποίο μου μιλούσε.

«Πως κατάλαβες για ποιο κομμάτι έλεγα;» Με ρώτησε γεμάτη έκπληξη.

«Δεν ήταν και πολύ δύσκολο. Μετά από εκείνη την ημέρα δεν τόλμησα να σας βάλω κάτι άλλο». Άφησα τον δίσκο του Enrico Macias να παίζει και κάθισα απέναντι από την Άννα χαζεύοντας την να σιγοτραγουδάει. Ήξερα πως δεν γνώριζε λέξη γαλλικά, αλλά θαύμαζα την φιλότιμη προσπάθεια της να πετύχει έστω και μια πρόταση. Στο κενό, ανάμεσα στα δυο τραγούδια, μου χαμογέλασε σαν να περίμενε χειροκρότημα. Θα μπορούσα να είχα βάλει να παίξει ένας δίσκος από κάποια γυναίκα τραγουδίστρια, που θα της πήγαινε πιο πολύ με αυτό το υπέροχο φόρεμα, ίσως Yma Sumac.

«Τι λένε οι στίχοι;» Τι της απαντάνε τώρα σκέφτηκα. Παράξενοι στίχοι.

«Χώμα και νερό μπορείς να τα πάρεις, αν είναι πολύ ακριβά μπορείς και να τα κλέψεις, όμως ότι και να κάνεις τον ήλιο δεν μπορείς να τον πιάσεις. Για εμένα η αγάπη είναι σαν τον ήλιο, είναι ψηλά, είναι μακριά, είναι εκεί.

»Άναψε όλα τα φώτα της πόλης, δεν είναι παρά ένα μόνο σημείο στο απέραντο. Για εμένα η αγάπη είναι σαν τον ήλιο, είναι ψηλά, είναι μακριά, είναι εκεί».

«Χώμα και νερό!» Ψιθύρισε και έμεινε να κοιτάει το απέραντο, που κρυβόταν κάπου πίσω από την πλάτη μου.

«Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από χώμα και νερό και ύστερα, με θεϊκή πνοή, με φως, απέκτησε ζωή». Μου χαμογέλασε και ήπιε μια ακόμα γουλιά από το ποτό της. Από τα ηχεία ακουγόταν το Noël a Jérusalem. Μου έδειξε με τα μάτια της την φωτογραφία από το ταξίδι στο Βερολίνο. Γιατί είχε τόση εμμονή με αυτήν την φωτογραφία ξαφνικά; Έσμιξα τα βλέφαρα μου για να δω καλύτερα ανάμεσα στις αναμνήσεις, τι ήταν αυτό που της είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον. Ο καιρός ήταν βροχερός, το κρύο τσουχτερό, από αυτό που σε κάνει να να μην θες να ξεμυτίσεις από το σπίτι. Πριν μερικά λεπτά κοιτούσα έξω από το παράθυρο του ξενοδοχείου που διέμενα. Τώρα βρισκόμουν εκτεθειμένος στις καιρικές συνθήκες της βόρειας Ευρώπης, χωμένος στην κυριολεξία μέσα σε μια καμπαρντίνα, που προσπαθούσε να κάνει την δουλειά για την οποία είχε αποκτηθεί. Απέκρουε την αδύναμη βροχή με επιτυχία και άφηνε το κρύο να περνάει μέσα από τον γιακά, αναγκάζοντας με να σηκώνω κάθε τόσο τους ώμους για να κλείσω το κενό. Ένα κασκόλ θα μου πρόσφερε μια τέλεια μόνωση από το κρύο, αλλά το είχα αφήσει να ξεκουράζεται πάνω στον καναπέ, του μπαρ, του ξενοδοχείου, στο οποίο είχα κάνει μια μικρή στάση πριν βγω. Πίστευα πως μια γερή δόση από μπράντι θα με ζέσταινε, αλλά όταν βγήκα από την πόρτα σκέφτηκα πως θα ήθελα να είχα μαζί μου το βαρελάκι που κουβαλάν τα σκυλιά του Αγίου Βερνάρδου στον λαιμό τους ή ακόμα καλύτερα, τον ίδιο τον σκύλο με το βαρελάκι για συντροφιά, αφού είχα επισκεφθεί μόνος το Βερολίνο. Ήταν περίπου στα τέλη Νοεμβρίου, μια ανάσα πριν μπει ο Δεκέμβρης και εγώ βρισκόμουν να βαδίζω μόνος, ανάμεσα σε εκατοντάδες ανθρώπους, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο προορισμό. Τέσσερις ημέρες εκεί και δεν είχα πάει πουθενά, δεν είχα μπει ούτε σε ένα καφέ, ούτε σε ένα μουσείο, ούτε σε ένα κατάστημα. Περιπλανιόμουν στους δρόμους της πόλης, με μια εμμονή να την γυρίσω όλη με τα πόδια, γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. Σηκωνόμουν νωρίς το πρωί, έτρωγα πρωινό στο ξενοδοχείο και ξεχυνόμουν στα οικοδομικά διαμερίσματα του Βερολίνου, με ένα σχέδιο το οποίο είχε καταστρώσει από το προηγούμενο βράδυ. Το μεσημέρι γυρνούσα στο ξενοδοχείο, έτρωγα και ξεκουραζόμουν ως τις πέντε, όπου έβγαινα πάλι για να ολοκληρώσω, το εξαγγελθέν, βραδινό, σχέδιο περιπλάνησης.

Δέκα ημέρες, τόσες θα έμενα. Ακόμα δέκα ημέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο μου.

Η ματιά μου είχε πέσει πάνω στις φλόγες, που τώρα είχαν θεριέψει μέσα στο τζάκι, δημιουργώντας παράξενες σκιές πάνω στους τοίχους. Η αναπνοή μου θα πρέπει να κόπηκε για μερικά δευτερόλεπτα βλέποντας μέσα σε αυτές κάτι πολύ γνώριμο, αν και αρκετά μακρινό. Τα φώτα ήταν σβηστά, υπέθεσα πως τα είχε κλείσει η Άννα, που έδειχνε να ακούει με ενδιαφέρον τις αναμνήσεις, που κατάφερνα να ανασύρω και της αφηγούμουν από εκείνο το ταξίδι. Τώρα καθόταν λίγο πιο κοντά μου από ότι πριν, σε μια απόσταση που δεν χαρακτηρίζει δυο φίλους, αλλά μια άλλη σχέση εντελώς διαφορετική. Θα μπορούσα με ευκολία να την αρπάξω και να την φιλήσω. Το άρωμα της με προέτρεπε, όπως και το κόψιμο του φορέματος, στους ώμους και το μπούστο. Ωστόσο οι σκιές με εμπόδιζαν, γυρνούσαν γύρω της, χορεύοντας σε παγανιστικούς ρυθμούς, έτοιμες να την αρπάξουν, σε έναν κόσμο που εγώ είχα ζήσει και θα ευχόμουν κανείς άλλος να μην γνωρίσει. Σηκώθηκα απότομα και έτρεξα στους διακόπτες, άναψα τα φώτα και κοίταξα πίσω από την Άννα. Οι σκιές είχαν απομακρυνθεί από κοντά της. Νομίζω πως είδα να χαμογελούν με ικανοποίηση. Η Άννα με κοιτούσε απορημένη, σχεδόν σαν να είχε παρεξηγηθεί για κάτι αλλά δεν μπορούσε να το εκφράσει. Πήρα μια βαθιά ανάσα, σαν να βγήκα από τα βάθη της θάλασσας και προσπαθούσα να συνέλθω, μέχρι να ανακτήσω την πραγματικότητα στις αισθήσεις μου.

«Έχει πάει αργά». Μου είπε. Την κοιτούσα και μέσα μου κάτι θρυμματιζόταν σε πολλά, χιλιάδες, μικρά κομμάτια, που είναι αδύνατον να τα συνθέσεις στην αρχική τους μορφή.

Φόρεσε το πορτοκαλί αδιάβροχο, που τώρα που το παρατηρούσα, δεν πήγαινε καθόλου με το μπορντό φόρεμα. Δεν είχε ετοιμαστεί για πουθενά αλλού, εδώ ερχόταν, για να μείνει μέρες, ίσως μέχρι να ξεκινήσει εκείνη η βροχή, που είχε προβλέψει το μετεωρολογικό δελτίο.

«Σίγουρα θα πρέπει να μιλήσουμε για εκείνες τις ημέρες». Μου είπε σε πολύ σοβαρό τόνο και έδειχνε να εννοεί κάθε λέξη που είχε βγει από το στόμα της. Αναρωτήθηκα για ποιες από όλες, αφού συνεχώς ανακάλυπτα και άλλες.

Και ξαφνικά μόνος, με εκείνο το αίσθημα πως όλα έχουν γίνει με τον λάθος τρόπο, που στα πάντα έχω φταίξει, που ακόμα και ο εαυτός μου θα ήθελε να με φτύσει για να ικανοποιηθεί. Η πόρτα είχε κλείσει αθόρυβα, ένα ανεπαίσθητο κλακ που ακούστηκε σαν καμπάνα στα αυτιά μου, πλημμυρίζοντας την ησυχία του σαλονιού. Ο Enrico είχε σταματήσει να τραγουδάει, η βελόνα είχε γυρίσει στην θέση της, αφήνοντας μόνο ένα άηχο βόμβο να βγαίνει από τα ηχεία. Η απραξία μου μού έδινε στα νεύρα. Για ακόμα μια φορά είχα γυρίσει στο τσιμεντένιο σκαλοπάτι και κοίταζα την Άννα να φεύγει. Θα μπορούσα κάτι να είχα πει, μια λέξη, που θα έδιωχνε τις σκιές, που θα έκαναν την Άννα να χαμογελάσει. Τα χείλη όμως παρέμειναν ερμητικά κλειστά, μην έχοντας κάτι να πουν.

Ούτε ξέρω πόση ώρα έμεινα να κοιτάω την κλειστή πόρτα, ακίνητος, με το βλέμμα καρφωμένο πάνω της, αποζητώντας ένα πισωγύρισμα στον χρόνο, βέβαιος πως αν μου δινόταν η ευκαιρία θα έκανα ότι χρειαζόταν για να μην φύγει η Άννα. Ακόμα μια ευκαιρία, η υπ' αριθμών χιλιοστή πεντακοσιοστή τέταρτη! Δεν τις μέτραγα, αλλά και τόσες να ήταν, ήξερα, πως εγώ θα δικαιολογούσα τον εαυτό μου περιμένοντας την επόμενη, αυτήν που δεν είχε έρθει ακόμα, την κατάλληλη! Αυτή ήταν η λέξη που με είχε πάρει στον λαιμό της τόσα χρόνια η κατάλληλη στιγμή, η κατάλληλη ώρα, η κατάλληλη ευκαιρία. Η πόρτα με κοιτούσε και χαμογελούσε χαιρέκακα, άκουσα το γέλιο της να τραντάζει τα σωθικά μου. Μια σκιά ήρθε και στάθηκε ανάμεσα σε μένα και την πόρτα, Δεν ξέρω αν είχα ακόμα χρόνο για να τρέξω πίσω από την Άννα, να την προλάβω, να την αγκαλιάσω από τους ώμους και να φέρω τα χείλη μου να ακουμπήσουν τα δικά της, ελαφρά, ίσα για να τα γευτώ, για να νιώσω την δροσιά τους. Στην σκέψη αυτή η σκιά θέριεψε.

Πόσα χρόνια έχω να σε δω;» Την ρώτησα, καθώς την ίδια στιγμή έπαιρνα στα χέρια μου το ποτήρι της Άννας, με το ελάχιστο μαρτίνι μέσα του. Γύρισα την πλάτη μου στην πόρτα, στην σκιά που στεκόταν εμπρός μου και κάθισα στην πολυθρόνα που έβλεπε έξω από το παράθυρο. Άκουσα κάτι να μουρμουράει, πίσω μου. Δεν έβγαλα τις λέξεις, δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία στα λόγια, είχα αφήσει την προσοχή μου πάνω στα άστρα που τρεμόπαιζαν στον ουρανό. Έφερα στα χείλη μου το κρύο κρύσταλλο και έγειρα το ποτήρι μέχρι που να έρθει μια μικρή ποσότητα υγρού να σταθεί πάνω τους. Η γλυκιά γεύση του ποτού, παντρεμένη με την οξύτητα του εσπεριδοειδούς με έκανε να κλείσω τα μάτια και να μυρίσω μέσα στο δωμάτιο το άρωμα της Άννας. Είδα την σιλουέτα της μέσα στο δωμάτιο, δίπλα στις σκιές, που χόρευαν σε ξέφρενους ρυθμούς, μαζί τους να χορεύει και αυτή δίχως όρια, δίχως ανάσα, μέχρι να παραδοθεί και το τελευταίο ίχνος δύναμης και να γονατίσει από ενθουσιασμό και έκσταση. Αποσπασματικά, πίστεψα πως είδα κάποιες από τις σκέψεις της, σπαράγματα από μύχιες, απροσπέλαστες εικόνες, που έκρυβε μέσα σε κλειδωμένα συρτάρια του μυαλού της. Είχα αφεθεί, βέβαιος, πως κοιτάω μέσα στην ψυχή της, πράγμα ωστόσο αδύνατο.

Τα τελευταία ξύλα στο τζάκι είχαν καεί, μόνο η αψάδα του κάρβουνου, πριν γίνει το ξύλο στάχτη, είχε απομείνει να παλεύει με το σκοτάδι που κυρίευε το σαλόνι. Είδα τις σκιές να φεύγουν από το κλειστό παράθυρο και να σκεπάζουν τον ουρανό κρύβοντας τα αστέρια. Σήκωσα το ποτήρι μου αποχαιρετώντας τις Ερινύες μου, ενώ οι αισθήσεις μου πάλευαν με πείσμα να κρατηθούν στην πραγματικότητα, πριν ολισθήσουν, μοιραία, σε έναν κόσμο ονείρων.

Ένα άγγιγμα στο πρόσωπο, γνώριμο από παλιά, μου δημιούργησε ανάμεικτα συναισθήματα. Άφησα το κεφάλι μου να γύρει πάνω στο προσκέφαλο της πολυθρόνας και άκουσα γλύκες φωνές να με καληνυχτούν μακρινές, απαλές, νωχελικές. Ήταν το τελευταίο που θυμόμουν να συμβαίνει μέσα στο σαλόνι, πριν οι σκιές απομακρυνθούν και με αφήσουν να ησυχάσω. Οι υπόλοιπες εικόνες που με συντρόφευσαν, μέχρι το πρώτο φως της ημέρας πέσει μέσα στα μάτια μου, ήταν αυτές οι ακατανόητες ιστορίες του μυαλού, που μοιάζουν τόσο λογικές όταν κοιμάσαι, που τις μπερδεύεις με την πραγματικότητα και τις ονομάζουμε όνειρα.

Αισθάνθηκα πως ξύπνησα, όχι επειδή είχα χορτάσει ύπνο αλλά εξαιτίας διαφόρων πόνων που εξαπλωνόντουσαν στο κορμί μου. Με δυσκολία κατάφερα να ισιώσω, από την άβολη στάση που είχα πάρει πάνω στην πολυθρόνα, για πάνω από πέντε ώρες. Τα κόκαλα μου διαμαρτύρονταν σε κάθε κίνηση με βαριούς ήχους. Ένας πόνος χαμηλά στην μέση πίστεψα πως θα έμενε μόνιμος, αλλά ευτυχώς μέχρι να φτιάξω τον πρώτο καφέ της ημέρας με είχε εγκαταλείψει, ωστόσο η θολούρα στο κεφάλι και μια ανεξήγητη κακοδιαθεσία με συντρόφευαν για ώρες. Προσπαθούσα να ανακτήσω στην μνήμη μου όσα συνέβησαν εχθές. Η Άννα καθόταν στο σαλόνι, οι σκιές την πλησίαζαν, σχεδόν την είχαν αγκαλιάσει. Πόσα χρόνια έχω να σε δω, θυμάμαι να βγήκε αυτή η πρόταση από τα χείλη μου, μια απόκοσμη έκφραση μέσα στην σκιά και ένα μουρμουρητό, όπως τότε. Μύριζε καμένο, κοίταξα στο μάτι της κουζίνας, ο καφές είχε χυθεί τσιτσιρίζοντας πάνω στην καυτή εστία, με αργές κινήσεις πήρα το μπρίκι, το πέταξα μέσα στον νεροχύτη και άρπαξα στα γρήγορα ένα άλλο και με ίδιες κινήσεις έβαλα άλλον καφέ να γίνεται. Η μυρωδιά από το καρβουνιασμένο χαρμάνι πλημμύρισε το διαμέρισμα, ακολουθώντας με σε κάθε χώρο του. Ήπια μια γουλιά από την κούπα και η καφεΐνη αντέδρασε σχεδόν αστραπιαία στο νευρικό μου σύστημα, δίνοντας του την εντολή να ενεργοποιηθεί άμεσα.

Το ρολόι έδειχνε οχτώ παρά τέταρτο, ήταν πολύ νωρίς για να καλέσω στο τηλέφωνο την Άννα, αφού εκτός από την ώρα είχε ξημερώσει και Κυριακή, συνδυασμός που σε κρατάει στο κρεβάτι λίγο παραπάνω από το κανονικό. Από το παράθυρο κοίταξα τον κόσμο που φαινόταν μέσα από αυτό, δεν ήταν βέβαια ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του, αλλά ήταν το δικό μου παράθυρο σε αυτόν. Στον ουρανό κυκλοφορούσαν ανέμελα κάποια γκρι σύννεφα, που δεν έδειχναν να έχουν το κέφι να ενωθούν ώστε να βρέξει, έτσι υπέθεσα πως έξω, ναι μεν θα έκανε κρύο, αλλά τουλάχιστον θα παρέμεναν τα πράγματα στεγνά. Πλησίασα στο πικάπ, ο δίσκος του Enrico Macias ήταν ακόμα εκεί. Δεν ήταν πολλές οι φορές που είχα αφήσει δίσκο πάνω στο περιστροφικό πλατό για μια ολόκληρη νύχτα. Η διαδικασία ακολουθήθηκε με την αντίστροφη φορά και ο δίσκος μαζί με το εξώφυλλο γύρισε στην πρώτη προθήκη της βιβλιοθήκης. Με μια μηχανική κίνηση άπλωσα το χέρι μου και έπιασα την άκρη ενός δίσκου που ήμουν σίγουρος πως ήταν χρόνια εκεί, χωρίς να τον έχω αγγίξει, χωρίς να τον έχω ακούσει. Ένας δίσκος, που είχα φέρει από το Βερολίνο, σε ένα μαγαζί που είχα ανακαλύψει στην οδό Danziger 31 στο παλιό, Σοβιετικό Βερολίνο που ακόμα έχει αφήσει, ισχνά είναι η αλήθεια, κάποια ίχνη. Στον πρώτο ήχο της τρομπέτας θυμήθηκα ότι είχε σχέση με το ταξίδι μου στην γερμανική πρωτεύουσα. Flamenco sketches, Miles Davis, Kind of Blue. Η μουσική ήταν η ιδανική για ότι υπήρχε μέσα στο σπίτι, δηλαδή εγώ και για ότι διαδραματιζόταν έξω από το παράθυρο, η οπτική μου στον κόσμο.

Στάθηκα, με την ζεστή κούπα στα χέρια, χαζεύοντας από τον τέταρτο όροφο τα άδεια πεζοδρόμια, κάποια αμάξια που περνούσαν αγουροξυπνημένα και τα σύννεφα που δεν έλεγαν να ενωθούν για να ρίξουν εκείνη την βροχή που μπορεί να ξέπλενε τα κτίρια, τους δρόμους, τις ψυχές, τις σκέψεις.

Μπορεί η Jazz να είναι μια μουσική φτιαγμένη για την νύχτα, σε έναν βελούδινο καναπέ να πίνεις ένα ποτό αναπολώντας τις αναμνήσεις σου ή αλλιώς, καθισμένος στο σκαμπό ενός ημισκότεινου μπαρ, περιτριγυρισμένος από ψυχές αμίλητες, που φοράνε μόνο ένα χαμόγελο συγκατάβασης και κατανόησης για ότι συμβαίνει μέσα σου. Και βρίσκεσαι εδώ μαζί τους για να το μοιραστείς σιωπηλά, να το αφήσεις να το πάρουν οι νότες και να το ανυψώσουν στα ουράνια, μήπως και σε επισκεφθεί η λύτρωση που αποζητάς. Το ποτήρι στα χέρια, να είναι το φίλτρο επικοινωνίας με το κρυμμένο πνεύμα της ψυχής σου, που κάποιες φορές καλό θα ήταν να μένει φωλιασμένο εκεί που το έχεις καταχωνιάσει εξ' αρχής. Ωστόσο, αν μπορέσεις να ψάξεις καλά, αν μπορέσεις να ακούσεις αυτό που κρύβεται μέσα στην μουσική, ανακαλύπτεις μια αγωνιά για την κρυμμένη αισιοδοξία που πρέπει να ανασύρεις από μέσα σου. Το γιατρικό, που μόνο εμείς έχουμε, για ότι συμβαίνει στην ψυχή μας. Πήρα μια βαθιά ανάσα, πήρα το κινητό στα χέρια μου και ήμουν έτοιμος να καλέσω την Άννα όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ενστικτωδώς έσυρα το δάχτυλο μου στην ένδειξη με το πράσινο τηλέφωνο και την ίδια στιγμή μετάνιωνα για αυτή μου την κίνηση.

«Θα θέλαμε να μας επιβεβαιώσετε ότι θα έρθετε στην ομιλία».

«Ποιος είναι;» Ρώτησα την ουδέτερη φωνή που μιλούσε. Σιωπή, περίμενε ίσως μόνο την επιβεβαίωση.

«Όχι δεν νομίζω ...»

«Συγνώμη που σας διακόπτω αλλά δεν θα κάνετε καλά. Σας περιμένουμε».

«Τι δεν καταλάβατε ...»

«Είναι καλεσμένη και η κυρία Αναστασοπούλου».

«Η Άννα;»

«Ακριβώς. Σε τρεις ημέρες, Ακαδημίας 58a. Σας περιμένουμε».

Δ

Αναρωτήθηκα, μέσα στο άχρονο σύμπαν του μυαλού μου, πόσες ώρες είχαν περάσει, να κοιτάω έναν άσπρο τοίχο, που ακριβώς στο κέντρο του υπήρχε μια ελαιογραφία, κάποιου παράξενου θηλυκού πλάσματος, που έμοιαζε καταπληκτικά με γυναίκα, αλλά είχε ένα λαιμό, μακρύ, σαν καμηλοπάρδαλης. Δεν ξένιζε κανέναν η γυναίκα καμηλοπάρδαλη, πολλοί μάλιστα την θεωρούσαν και ωραία. Κοκκινομάλλα, με πρόσωπο αγιογραφίας, σεμνή, με βλέμμα που εισχωρούσε μέσα στα μύχια της ψυχής σου, αναδύοντας μέσα από τα σκοτεινά νερά της μνήμης αναμνήσεις που πίστευες πως είχες αφήσει πίσω σου.

Ήταν πανέμορφη, ερωτεύσιμη, μια Εύα, που σίγουρα θα σε έπαιρνε από τον παράδεισο για να ζήσεις την περιπέτεια της ζωής.

Κατάφερα με κόπο να ξεκολλήσω τα μάτια μου πάνω από τα μάτια της ελαιογραφίας, δεν ήθελα να προδώσω την εμπιστοσύνη που μου έδειχνε εκείνη την στιγμή. Της ζήτησα συγνώμη και έστρεψα το βλέμμα μου αλλού, σε κάτι πιο γήινο. Το ρολόι έδειχνε, παράλογα, δώδεκα και είκοσι! Τεσσεράμισι ώρες χαμένος, που; Είδα το κινητό μου πάνω στο τραπέζι του σαλονιού. ΄΄Είναι καλεσμένη και η κυρία Αναγνωστοπούλου΄΄. To ηχόχρωμα της ουδέτερης φωνής ακούστηκε μέσα στο κεφάλι μου σαν να μου μίλαγε τώρα. Ενεργοποιήθηκα και συμπλήρωσα με βιασύνη τα νούμερα του τηλεφώνου της Άννας. Μια ευγενική, γυναικεία φωνή, με ενημέρωσε πως ο αριθμός δεν αντιστοιχεί σε συνδρομητή. Ένας ακόμα ήχος, που άκουγα ασυναίσθητα εδώ και ώρα και που προερχόταν μέσα από το σπίτι με έκανε να ανατριχιάσω. Από το πικάπ ακουγόταν ο δίσκος spooky Waltz music και συγκεκριμένα το κομμάτι Dance with the shadows. Γύρισα, καχύποπτα το βλέμμα του μέσα στο χώρο που βρισκόμουν, η ματιά μου έπεσε πάνω στο πικάπ. Το εξώφυλλο του δίσκου βρισκόταν αφημένο δίπλα στο ηχείο, ενώ ο δίσκος του Miles Davis είχε επιστρέψει στην προηγούμενη θέση του. Με την πρώτη ανάγνωση όλα φαίνονταν φυσιολογικά, εκτός από το ερώτημα. Ποιος είχε κάνει αυτήν την αλλαγή στην μουσική;

Σχημάτισα πιο προσεχτικά το τηλέφωνο της Άννα, αυτήν την φορά χτύπησε. Ήταν ολοφάνερο πως είχα κάνει λάθος, αφού η μνήμη της συσκευής με ενημέρωσε πως το νούμερο ήταν περασμένο στον κατάλογο. Ωστόσο ο εκνευριστικός ήχος που καλούσε δεν έλεγε να διακοπή από την φωνή της Άννας, που θα με ανακούφιζε και πως όλα ήταν καλά. Η απάντηση δεν ήρθε, αν ήθελα να ειδοποιήσω την Άννα θα έπρεπε να αφήσω μήνυμα στο τηλεφωνητή. Δεν ήθελα. Αποφάσισα να καλέσω αργότερα.

Έβγαλα, εκνευρισμένος τον δίσκο από το πλατό και άφησα μια ήρεμη ησυχία να απλωθεί στο σπίτι. Η Κυριακή δεν μου άφηνε περιθώρια να ασχοληθώ με κάτι. Μια ηλίθια μέρα, για κάποιον που θέλει να ξεχαστεί. Τα χέρια μου με έτρωγαν, ο εθισμός με ερέθιζε να πλησιάσω στο μπαρ. Ήθελα να βάλω ένα ποτό ωστόσο η λογική μου έλεγε πως δεν έπρεπε. ΄΄Γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου;΄΄ Ήταν η ερώτηση. ΄΄Τι κάνω στον εαυτό μου΄΄. Ήταν η απάντηση. Η επόμενη στιγμή με βρήκε με ένα ποτήρι στο χέρι, γεμάτο μέχρι το χείλος του, με το πικρό σκούρο υγρό που πάγωνε από το μοναδικό παγάκι που υπήρχε στο ποτήρι. Η πρώτη γουλιά με ανάγκασε να σφίξω τα βλέφαρα μου για να την κατεβάσω στο λαρύγγι μου. Μια αίσθηση, σαν να αφύπνισα όλο το θάρρος και την πνευματικότητα μου με κυρίευσε. Τα σπασίματα από την κίνηση στον σβέρκο μου έδειχναν να με ανακουφίζουν και να με ξυπνούν. Η επόμενη γουλιά ήταν που άδειασε το ποτήρι, αφήνοντας σχεδόν ανέπαφο το τεράστιο παγάκι μέσα στο κρυστάλλινο ποτήρι. Έπαιξα λίγο μαζί του, πριν πάρω την απόφαση πως χρειαζόμουν ακόμα ένα. Όλος ο κόσμος μου μέσα σε αυτήν την κίνηση που έκανε το παγωμένο στοιχείο πάνω στο κρύσταλλο. Μαριονέτα, που γλιστράει ανεξέλεγκτα πάνω σε γυαλισμένη επιφάνεια. Στεκόμουν μπροστά στο μπουκάλι ακίνητος, κλεισμένος μέσα στους τέσσερις τοίχους, σε ένα διαμέρισμα στοιχειωμένο από σκιές. Ξεβίδωσα το καπάκι και το άφησα πάνω στο πάσο του μπαρ. Το χτύπημα του τηλεφώνου με έκανε να κρατήσω την αναπνοή μου και την ίδια στιγμή να αφήσω το ποτήρι κάτω.

Πλησίασα διστακτικά προς το τραπέζι που το είχα αφήσει, στην οθόνη έγραφε Άννα. Απάντησα γρήγορα, πριν προλάβει να κλείσει.

«Άννα;»

«Καλημέρα! Είδα την αναπάντητη. Ήμουν στο γυμναστήριο».

Δεν είχα θυμηθεί πως σχεδόν κάθε μέρα πάει γυμναστήριο.

«Θα βρεθούμε σήμερα;» Ρώτησα.

«Και βέβαια, θες έξω ή θα μαγειρέψεις πάλι;»

«Καλύτερα έξω».

«Ωραία, πάω να κάνω ένα ντους και μιλάμε αργότερα».

«Να σε ρωτήσω;»

«Ναι!»

«Είσαι καλεσμένη σε μια ομιλία στο κέντρο της Αθήνας;»

Φάνηκε σαν να το σκέφτηκε λίγο, σαν να κοιτούσε ίσως κάποιο ημερολόγιο που γράφει τα ραντεβού της, αλλά η απάντηση ήταν αρνητική. Κλείσαμε και έμεινα να αναρωτιέμαι πως ήταν σίγουρη, η ουδέτερη φωνή, ότι η Άννα ήταν καλεσμένη στην ομιλία. Γιατί για να κάνουν λάθος, αποκλείεται. Πότε δεν έκαναν.

Ο λαιμός μου είχε ξεραθεί, σε σημείο που κάθε φορά που προσπαθούσα να καταπιώ το σάλιο μου να νιώθω πως υπάρχουν μέσα σε αυτό μικρά κομμάτια γυαλιού που με έγδερναν γλυκά και μια υποψία γεύσης από αίμα. Με μικρά βηξίματα προσπαθούσα να τον επαναφέρω σε μια φυσική κατάσταση, αλλά κάτι τέτοιο έμοιαζε αδύνατο. Δεν μπορούσα να εξακριβώσω αν έφταιγε η έλλειψη ενός ποτού ή οι σκέψεις που με κατέκλυζαν από το παρελθόν, κάθε στιγμή και ποιο πολύ, ως ότου να με κυριεύσουν, για ακόμα μια φορά.

Δάγκωσα τα χείλη μου. Δεν ξέρω αν φοβόμουν ή αν απλός βρισκόμουν σε μια αμήχανη κατάσταση για αυτό που θα συνέβαινε. Ξανά; Αναρωτήθηκα. Αλλά η απάντηση ήταν προφανής. Γιατί όχι!

Ωστόσο θα έπρεπε να υπήρχε κάποιος λόγος, όπως τότε. Βάδισα μέσα στο σπίτι χωρίς άλλες σκέψεις, με τον λαιμό να κομματιάζεται σε κάθε κατάποση και η ψυχή μου να βασανίζεται για αυτό που ερχόταν. Πρώτη φορά είδα τον άλλο κόσμο, που με μεγάλη προσπάθεια, όλα αυτά τα χρόνια, είχα καταφέρει να λησμονήσω, στους δρόμους της Γερμανικής πρωτεύουσας. Ένας αχνός κόσμος, παραγκωνισμένος από τον δικό μας, να ζει στα περιθώρια που του αφήναμε, αθέατος για τους περισσότερους, για τους πολλούς. Είχα προσγειωθεί στο Βερολίνο, με πτήση από την Αθήνα, μόλις πριν τρεις ώρες και αφού είχα τακτοποιηθεί στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, περπατούσα στην Dudenstrase ενθουσιασμένος. Ο ήλιος εγκατέλειπε την πόλη, πλημμυρίζοντας με μουντάδα, το μισό του ουρανού και με ένα ασθενικό πορτοκαλί το άλλο μισό, που όμως χάρη στην ατμόσφαιρα της βόρειας Ευρώπης διασκορπιζόταν και εξανεμιζόταν σε μικρά κομμάτια ανάμεσα στα γκρίζα σύννεφα. Τα κτίρια ορθώνονταν εμπρός μου λευκά ή θα μπορούσα να πω καλύτερα, μπεζ. Ολοκάθαρα. Σε ένα μικρό, δεντρόφυτο στενό, που οδηγούσε στο πάρκο Βικτόρια, είδα μια σιλουέτα να κοιτάζει ήσυχη προς τον κεντρικό δρόμο. Δεν μπορούσα να διακρίνω χαρακτηριστικά, μόνο μια σκιώδη σιλουέτα που έμοιαζε να μην γνωρίζει πως την είχα δει. Στάθηκα για δυο δευτερόλεπτα στην αρχή της σκάλας που οδηγούσε στο πάρκο. Την είδα να κινείτε ελαφρά, πισοπάτησε, με έναν δισταγμό, σαν να μην περίμενε κάποιος να της δώσει προσοχή. Σήκωσα το χέρι μου για να μην την τρομάξω, να δείξω πως είχα σταθεί εκεί φιλικά, ειρηνικά. Χωρίς να προσέξω κάποια κίνηση, χωρίς καν να διακρίνω ότι μου γύρισε την πλάτη, χωρίς να ακούσω βήματα στο τσιμεντένιο δρόμο, η σιλουέτα χάθηκε, ως δια μαγείας, από εμπρός μου. Λίγο πριν χαθεί, σε μια αστραπιαία, μοναδική στιγμή, είδα τα μάτια της σκιώδης μορφής να με κοιτάνε έντονα και ένιωσα σαν κάτι να διαπερνάει την καρδιά μου, να με λογχίζει εκεί που κατοικεί το πνεύμα των ανθρώπων. Ανέβηκα ένα σκαλί από κάποια παρόρμηση και το κατέβηκα αστραπιαία από κάποιο ένστικτο, που ήθελε να με κρατήσει μακριά από το μυστήριο. Χρόνια μετά αναρωτιέμαι τι θα έπρεπε να είχα κάνει εκείνη την ημέρα. Ανέβηκα ξανά τα σκαλοπάτια φτάνοντας στο σημείο που στεκόταν λίγα λεπτά πριν η σιλουέτα. Έριξα μια ματιά στο βάθος του σκοταδιού μήπως και καταφέρω να διακρίνω κάποια κίνηση, τίποτα.

Θα μπορούσα να είχα ξεχάσει εκείνη την συνάντηση, όπως τόσες άλλες. Απλά, σαν κάτι καθημερινό. Μια ανόητη συνάντηση δυο ανθρώπων που ... Όμως κάθε φορά που προσπαθούσα να το αφήσω πίσω μου, η λόγχη της ματιά της με έκαιγε στην καρδία, ανεβάζοντας τους παλμούς και κόβοντας μου την ανάσα, για μισό κλάσμα του δευτερολέπτου, ίσα για να πάρω μια πιο βαθιά ανάσα από το κανονικό και να θυμηθώ εκείνη την στιγμή.

Το τηλέφωνο χτύπαγε επίμονα μέσα στην θολούρα της ανάμνησης. Η οθόνη έγραφε το όνομα της. Το σήκωσα σχεδόν ζαλισμένος.

«Που είσαι; Σε έχω καλέσει τρεις φορές». Μέσα στην καρδιά μου έκαιγε κάτι σαν μαχαιριά, η ανάσα μου έπαιρνε εμπρός ξανά.

«Είσαι καλά;» Ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσα.

Άνοιξα τα μάτια και δεν ήξερα που βρισκόμουν, με κύκλωνε σκοτάδι πυκνό, από αυτά που όση ώρα και να σταθείς, ώστε να συνηθίσει η ματιά, δεν καταφέρνει να ξεκλέψει ούτε εκατοστό. Ένιωσα την ανάγκη να φωνάξω, να ρωτήσω που βρίσκομαι, να νιώσω πως δεν ήμουν μόνος μου. Όμως φοβόμουν δυο πράγματα, πρώτα την σιωπή που θα απλωνόταν στο σκοτεινό άπειρο των αισθήσεων μου και μετά μια απάντηση που δεν θα μπορούσα να ελέγξω και να κατανοήσω. Προσπαθούσα να βρω λύση, μέσα σε ένα μυαλό που ήταν εγκλωβισμένο στον τρόμο. Ακόμα και όταν ανάπνεα, μια αντανακλαστική λειτουργία που δεν μπορούσα να αποφύγω, αισθανόμουν μια κίνηση μέσα στο σκοτάδι, που με πλησίαζε απειλητικά. Σαν να περίμενε τον παραμικρό ήχο, για να βρει την θέση μου στο χάος που με περιέβαλε, πόσο μάλλον όταν άκουγε(;), αισθανόταν(;) τον εκκωφαντικό ήχο, που κάνει μια ανάσα μέσα στην απόλυτη, παράλογη, σιωπή. Για να κινηθώ ούτε λόγος, ούτε που μου είχε περάσει σαν σκέψη από το μυαλό, άλλωστε που θα μπορούσα να πάω, ποια θα ήταν η λογική κατεύθυνση που θα ακολουθούσα. Τυφλός, χωρίς καθοδήγηση, στους γκρεμούς των Άνδεων.

Μια ακόμα ανάσα, πιο βαθιά, να γεμίσω τα πνευμόνια μου μέχρι τέλους, ώστε να κατευνάσω τον γρήγορο ρυθμό που είχε ξεκινήσει να παίρνει η καρδιά.

Η ψυχρή λογική, στην οποία είχα εκπαιδευτεί στην ζωή μου, με είχε μάθει πως όλα εξηγούνται, χωρίς να χρειάζεται να χωρέσεις μεταφυσικά στοιχειά σε μια παράλογη κατάσταση στην οποία έχεις βρεθεί. Ακόμα και τα φουτουριστικά, παράδοξα κτίρια, τα οποία σχεδίαζα, είχαν λογική αριθμών και φυσικής. Τίποτα δεν αφηνόταν στην τύχη, όλες οι γραμμές των σχεδίων ήταν υπολογισμένες στο χιλιοστό, ώστε όταν το σχέδιο στο χαρτί θα μεταφερόταν στην πραγματικότητα όλα θα πήγαιναν όπως ακριβώς ήταν υπολογισμένα. Όμως τώρα που ήμουν; Πως είχα βρεθεί εδώ; Η λογική με παρέσερνε σε ανορθόδοξες εξηγήσεις, που δεν είχαν βάση. Η πρώτη σκέψη μου ήταν κάποιος να με έχει απαγάγει! Ένιωσα να χαμογελάω και μόνο που το σκέφτηκα. Δεν είχα τόσα χρήματα, δεν ήμουν διάσημος, σε γενικές γραμμές δεν ήμουν κάποιος που σχεδιάζεις να απαγάγεις. Όλες οι άλλες υποθέσεις ακολούθησαν την λογική της πρώτης, απλά δεν θα μπορούσαν να συμβούν σε εμένα.

Άρα τι είχε συμβεί; Στην σκέψη μου αυτή ήρθε σαν απάντηση ένα θρόισμα, γύρισα το κεφάλι μου προς την μεριά από την οποία ακούστηκε ο ήχος. Σαν να διέκρινα μια ανεπαίσθητη κίνηση, ένα δέντρο, φύλλα να κινούνται, ωστόσο ίσως ο γνώριμος ήχος να ξύπνησε την φαντασία και όλα αυτά να τα άκουγα, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν. Το θρόισμα μετατράπηκε σε κάτι πιο γνώριμο, σε φωνή, μια λέξη, μια πρόταση, αισθάνθηκα πιο σίγουρος για τις αισθήσεις μου. Έβαλα το μυαλό μου σε παύση για να ακούσω καλύτερα τα λόγια. Ακατάληπτες λέξεις, λες και έψαχναν να βρουν ένα ειρμό που είχαν χάσει μέσα στα χρόνια. Απαίδευτες στο να μπουν σε σειρά, σκόρπιζαν σαν άνεμος. Ξαφνικά, όπως ακριβώς εμφανίσθηκε το θρόισμα, απλώθηκε η απόλυτη ησυχία, στο οικείο, πλέον, σκοτάδι που με τύλιγε. Υπήρχε σίγουρα μια παρουσία μαζί μου σε αυτόν τον άχρονο τόπο. Δεν ξέρω τον λόγο, αλλά ένιωσα πιο ασφαλής, με αυτήν την αόρατη οντότητα που βρισκόταν εκεί, κρυμμένη στο σκοτάδι. Με περισσότερο θάρρος αποφάσισα κάτι να πω, άνοιξα τα χείλη μου, κάτι με τύλιξε και ανατρίχιασα γλυκά, δεν ήταν ούτε κρύο, ούτε ζεστό, έμοιαζε με σώμα, άυλο, που δεν μπορούσα να αισθανθώ ή να αγγίξω. Κάτι πλησίασε τα χείλη μου και τα ακούμπησε απαλά. Θα μπορούσε να ήταν φιλί, αλλά δεν ένιωσα σαν να με φιλούσαν, ωστόσο μια αίσθηση δροσιάς έμεινε για ώρα πάνω στα δικά μου, ακόμα και όταν αυτό το σώμα(;) απομακρύνθηκε. Η καρδία μου χτυπούσε ξέφρενα, βρισκόμουν σε μια ψυχική φρενίτιδα. Ήμουν τόσο ενθουσιασμένος όσο δεν είχα ξανανιώσει ποτέ ... ή όχι; Μα βέβαια, πως είχα ξεχάσει το συναίσθημα της πρώτης ημέρας που είχα δει την Άννα.

«Θα τα πούμε σύντομα». Ήταν τα λόγια που άκουσα πριν βρεθώ αναίσθητος, μέσα στο πάρκο Βικτόρια, κοντά στο μνημείο των απελευθερωτικών πολέμων των Πρώσων.

Μέχρι να συνέλθω και να σηκωθώ από το έδαφος προσπαθούσα να καταλάβω τι είχε συμβεί. Όνειρο; Πως βρέθηκα εδώ; Εγώ είχα σταθεί στα σκαλιά, αυτό θυμόμουν και την πύρινη ματιά της σιλουέτας, που με έκαιγε ακόμα, διαπερνώντας την καρδιά μου. Ένας άντρας με κοίταξε με ανησυχία, τον καθησύχασα με ένα νεύμα του χεριού, με μια κίνηση του κεφαλιού με χαιρέτησε και βάδισε ήρεμα προς την Kreuzberstrase. Τον παρατηρούσα να χάνετε προς το μονοπάτι μέχρι που εξαφανίστηκε.

Άνοιξα τα μάτια μου, χαμένος στην θολούρα των αναμνήσεων, των συγκεχυμένων συναισθημάτων, της παράλογης εναλλαγής σκηνικών. Είδα δυο μελιά μάτια να με κοιτάνε, θα πρέπει να ήμουν διχασμένος ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ανάμνηση. Ένιωθα στην πλάτη, την υγρασία, από το χώμα του πάρκου και συγχρόνως έβλεπα το φωτιστικό του σαλονιού μου στην Αθήνα.

«Είσαι καλά;» Ήταν τα πρώτα λόγια που άκουσα. Θυμήθηκα πως ήταν και τα τελευταία, μέχρι να χαθώ στο σκοτάδι του πάρκου στο Βερολίνο.

«Άννα;» Μου χαμογέλασε κρύβοντας μέσα στο χαμόγελο κάτι από συγκατάβαση και ενδιαφέρον. Ανασηκώθηκα από το πάτωμα, η πλάτη μου ήταν μούσκεμα, η μυρωδιά από την χλόη και τα βρεγμένα πούσια του πάρκου ήταν διάχυτα μέσα στα ρουθούνια μου.

«Τι συνέβη; Πόση ώρα είμαι έτσι;» Το μυαλό μου έκανε μια αστραπιαία όσο και σύντομη ανασκόπηση.

«Εσύ πως βρέθηκες εδώ, ποιος σου άνοιξε;» Ρώτησα την Άννα σχεδόν απειλητικά.

«Είχαμε πει να βρεθούμε, σου είπα πως θα περάσω ...»

«Δεν το θυμάμαι». Η Άννα κόμπιασε λίγο από την απότομη παρέμβαση μου, ωστόσο συνεχίζοντας μου είπε πως με είχε πάρει τέσσερις φορές τηλέφωνο πριν αποφασίσει να ανέβει στο διαμέρισμα και να βρει την πόρτα ανοικτή και εμένα πεσμένο στο πάτωμα.

«Είδα το ποτήρι στο μπαρ, το μπουκάλι είναι σχεδόν άδειο». Μου είπε απελπισμένα.

«Δεν έχω πιει γουλιά. Δεν έχω φτάσει ακόμα στο να είμαι αλκοολικός». Δικαιολογήθηκα με αυστηρό ύφος και έβαλα όλη την δύναμη μου είχα στο σώμα μου για να σηκωθώ από το πάτωμα. Σχεδόν ζαλισμένος ρώτησα την Άννα, αν και φορούσα το ρολόι μου, τι ώρα είναι. Η απάντηση με ξένισε για ακόμα μια φορά. Μια και μισή! Ανασήκωσα τον αριστερό μου καρπό, πράγματι, ήταν ακριβώς μια και μισή, ούτε λεπτό παραπάνω.

«Πάμε για φαγητό;»

«Είσαι σε θέση να βγεις;» Με ρώτησε η Άννα. Απάντησα θετικά μόνο και μόνο για να βγω μέσα από το στοιχειωμένο διαμέρισμα. Παραπάτησα μια δυο φορές, όμως τελικά βρήκα τα πατήματα μου και μέσα σε λίγα λεπτά βρισκόμασταν μέσα στο αμάξι κατευθυνόμενοι προς τα προάστια.

Κυριαρχούσε κάτι σαν σιωπή μέσα στο αυτοκίνητο. Μιλούσαμε, αλλά ήταν τόσο συγκαταβατικά και αμήχανα όλα αυτά που λέγαμε, που έμοιαζε σαν να σιωπούσαμε. Πιθανόν να ήταν μια άμυνα, ώστε με αυτόν τον τρόπο να μην θίξουμε θέματα που θα επηρέαζαν την ήδη αρρωστημένη ατμόσφαιρά. Ωστόσο η κίνηση που βρήκαμε στην Κηφισίας, δεν ήταν σύμμαχος για να κρατηθεί αυτή η άτυπη εκεχειρία. Η Άννα δεν άντεξε. Το είχα δει στην ματιά της. Ήθελε να μάθει. Το ίδιο πίστευα και εγώ. Είχε δικαίωμα να ξέρει. Όλα;

Να μια ερώτηση που δεν έπρεπε να κάνω στον εαυτό μου. Το να τα μαθαίνεις όλα, για μια τέτοια υπόθεση, σε βάζει σε περιπέτειες. Σε εμπλέκει σε καταστάσεις που δεν θα έπρεπε κάνεις άνθρωπος να εμπλακεί. Με λίγα λόγια, το όλα, για την Άννα, την εξέθετε σε κινδύνους που δεν υπήρχε λόγος να εκτεθεί και δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να είμαι εγώ, αυτός, που θα την έβαζε σε αυτήν την θέση.

«Λοιπόν, έχεις κάτι να μου πεις, για όλα αυτά που συμβαίνουν δυο μέρες τώρα;» Η ερώτηση εξαπολύθηκε, βρήκε στόχο και πλέον περίμενε μιαν απάντηση. Της απάντησα ένα σκέτο ναι, μόνο και μόνο για να κλέψω χρόνο, ώστε να βάλω σε μια τάξη όλα αυτά που είχα στο κεφάλι μου και να μπορέσω να τα αφηγηθώ με έναν λογικό ειρμό, αν αυτό ήταν δυνατόν. Η ανυπομονησία της Άννας είχε κυριεύσει τον χώρο του αυτοκινήτου ασφυχτικά, σε σημείο που άνοιξα τέρμα το παράθυρο, παρά το κρύο, για να μπει μέσα λίγος διαφορετικός αέρας. Ξεκίνησα με αυτό που είχε συμβεί στο πάρκο Βικτόρια, με την ανάμνηση, που πριν λίγη ώρα, είχε επανέλθει τόσο ζωντανή.

«Μύριζε πευκοβελόνες μέσα στο σπίτι σου». Γούρλωσα τα μάτια μου, καθώς κοίταζα τον δρόμο εμπρός μου. Έπαιξα τα μάτια μου προς την μεριά της Άννα και από το καθρεφτάκι του παρμπρίζ, είδα στο πίσω κάθισμα, εκείνη την ματιά που διαπερνούσε την καρδιά μου.

«Μα τι!» Φώναξα και χάθηκε τόσο ξαφνικά όσο την είχα δει.

«Τι έγινε πάλι;» Ρώτησε η συνοδηγός μου. Δεν είχα κουράγιο να απαντήσω, όλα ξεκίναγαν ξανά. Ήμουν έτοιμος να ζήσω πάλι τον γλυκό εφιάλτη, αλλά αυτήν την φορά είχα και συνοδοιπόρο, την Άννα.

«Είσαι έτοιμη να μάθεις;» Την ρώτησα, λες και με αυτήν την ερώτηση θα υπήρχε κάποια εξιλέωση.

«Ναι!»

«Πάμε λοιπόν».

     Ε

Στην αναστροφή που έκανα στην Κηφισίας παρατήρησα το φόρεμα της Άννας. Ήταν αναπάντεχα ολόλευκό, σαν να είχε φτιαχτεί από το λευκό που έχουν τα φτερά των Αρχαγγέλων. Ένα κορνάρισμα από την κάθοδο, στην οποία εισχωρούσα, σαφώς παράνομα, μου διέκοψε για μερικά δευτερόλεπτα την εξέταση. Το επικριτικό βλέμμα της Άννα συναντήθηκε με το δικό μου.

«Πρόσεχε!» Άκουσα την προτροπή της και επέστρεψα την προσοχή μου στο φόρεμα. Το μήκος του, υπολόγισα πως θα πρέπει να έφτανε λίγο πιο πάνω από το γόνατο και το μπούστο του, αντί για V, ήταν τετράγωνο, ίσιο, ακριβώς για να τονίζει τις κλείδες και το στέρνο της γυναίκας που θα το φορούσε.

«Τον δρόμο πρόσεχε!» Μου είπε πιο επιτακτικά. Της χαμογέλασα και της αποκάλυψα πως οι κλείδες της ήταν η πιο γοητευτικές που είχα δει ποτέ και πως τα γόνατα της με συναρπάζαν.

Ακριβώς την ίδια στιγμή που τελείωνα την πρόταση, απορούσα με τον εαυτό μου, για τον τόπο που είχα βρει να κάνω την εξομολόγηση μου, αλλά και για την στιγμή. Την ίδια ακριβώς έκφραση είχε και στο βλέμμα της, αλλά, πιθανολογούσα, για διαφορετικούς λόγους από εμένα.

«Που πάμε;» Ρώτησε χωρίς να μπει στον κόπο να σχολιάσει κάτι από αυτά που της είχα πει.

«Ακαδημίας 58a». Της απάντησα και αυτόματα έπεσε μια σιωπηλή αμηχανία στο αυτοκίνητο, λίγο πιο μεγάλη και μεγαλύτερης διάρκειας από την προηγούμενη.

Είχα να περάσω από αυτήν την διεύθυνση χρόνια. Έντεκα χρόνια ακριβώς.

Είκοσι τέσσερις Δεκεμβρίου, αυτή ήταν η ημερομηνία που τελευταία φορά έκλεισα αυτήν την πόρτα πίσω μου. Παραδίνοντας ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού μου μέσα σε αυτούς τους υγρούς τοίχους, να βασανίζεται, να παλεύει, να ουρλιάζει μέσα στο κεφάλι μου ως ότου να σωπάσει. Όχι επειδή λησμόνησε, αλλά επειδή ήταν ανώφελο πλέον να με καλεί πίσω. Ήξερα πως κάπου, μέσα στα σκοτάδια, παραμόνευε. Όλα αυτά τα χρόνια, μου υπενθύμιζε την παρουσία του και περίμενε μια αδύναμη στιγμή για να ξεπηδήσει, να αναδυθεί, για να γυρίσουμε μαζί στον κρυμμένο κόσμο των σκιών. Τώρα αναρωτιόμουν, ποια ήταν αυτή η αδύναμη στιγμή, για να εμφανιστεί ξανά, αυτό το βλέμμα που ξέσκιζε το πνεύμα μου;

Η σιωπή με πονούσε πολύ. Η λογική έλεγε πως έπρεπε να πατήσω φρένο, να κατεβάσω με το ζόρι την Άννα από το αυτοκίνητο, να μην κοιτάξω καθόλου τα μάτια της, να πατήσω γκάζι και να εξαφανιστώ, όπως τότε, αλλά αυτήν την φορά για πάντα! Την παρόρμηση την είχα, τρεις φορές. Ωστόσο λίγο πριν την πραγματοποιήσω, γυρνούσα το κεφάλι μου και έπεφτα πάνω στο βλέμμα της Άννας. Όλα ήταν μάταια, κάθε λογική σκέψη, κάθε άμυνα, κάθε παρόρμηση εξαφανιζόταν μέσα στο μελιά μάτια της.

Ίσως να ήταν και μια μορφή αυτοάμυνας, γιατί ήξερα πως η Άννα ήταν η διέξοδος μου στον πραγματικό κόσμο, ο λόγος που δεν έπρεπε να αφεθώ στην δίνη των σκιών που τύλιγαν την ζωή μου εδώ και έντεκα χρόνια. Γιατί έπρεπε να το παραδεχθώ πως δεν με είχαν ξεχάσει ούτε για μια στιγμή όλα αυτά τα χρόνια, απλά ύφαιναν τον ιστό καλύτερα. Πως το ήξερα αυτό; Ένστικτο.

Πάρκαρα στην Ιπποκράτους στο ύψος της Ναβαρίνου. Έκλεισα την μηχανή του αυτοκινήτου και έμεινα να κοιτάζω έξω από το παρμπρίζ προσπαθώντας να αφήσω την ζυγαριά να γύρει προς μια κατεύθυνση. Ισορροπούσε εκνευριστικά, τόσο που βγήκα από το αυτοκίνητο και πήγα από την πλευρά του πεζοδρομίου και άνοιξα την πόρτα στην Άννα για να κατέβει.

«Είναι η ευκαιρία σου, να τρέξεις και να φύγεις μακριά από εδώ. Να εξαφανιστείς, να χαθείς, να ξεχάσεις πως υπάρχω». Είπα ουδέτερα και έκλεισα την πόρτα. Ένιωσα μια μικρή περηφάνια, γιατί όλα αυτά κατάφερα να τα ξεστομίσω ενώ την κοιτούσα στα μάτια.

«Ξέρεις, θα το έκανα με ευκολία, αν μου το έλεγες μια ημέρα που είχες μαγειρέψει κάτι, που μόνο εσύ έχεις εμπνευστεί και πάντα αποφασίζεις να το δοκιμάσω πρώτη εγώ. Όμως μου το ζητάς την ημέρα που θαύμασες τις κλείδες και τα συναρπαστικά γόνατα μου. Πέρα από αυτά, είμαι και από την φύση μου περίεργη, να δω και να μάθω τι σου συμβαίνει». Χαμογέλασα με μια πίκρα να γεμίζει το στόμα μου. Άπλωσα το χέρι μου για να δείξω στην Άννα την Ακαδημίας, που βρισκόταν ενάμιση τετράγωνο πιο κάτω.

«Και μετά φαγητό, γιατί το στομάχι μου διαμαρτύρεται». Μου τόνισε και συμφώνησα, γιατί και το δικό μου δεν ήταν σε καλύτερη κατάσταση.

Μόλις ενάμιση τετράγωνο μακριά και είχα σταθεί πίσω της, ακολουθώντας την αύρα και το άρωμα της. Το ανάλαφρο περπάτημα με υπνώτιζε, καθώς την κοίταζα να λικνίζεται στους ήχους της πόλης που την περικύκλωνε. Μοναδική οντότητα εξαφανίζοντας τον κάθε παρείσακτο, που τόλμαγε, από άγνοια, να μπει στον δικό της ζωτικό χώρο. Διασχίσαμε την Σόλωνος και είχαμε εμπρός μας την Ακαδημίας. Γύρισε με μια λοξή ματιά και με κοίταξε για να είναι σίγουρη πως ακολουθούσα. Λίγα λεπτά αργότερα στεκόμασταν μπροστά από την πόρτα της εισόδου του κτιρίου. Ακριβώς πάνω από την καστρόπορτα και κάτω από το ημικυκλικό παράθυρο διακρίνονταν ο ανάγλυφος αριθμός, 58a.

Η Άννα στάθηκε άνετη και το περιεργαζόταν, δίχως κάποιον ορατό φόβο στις κινήσεις ή στο πρόσωπο της. Εγώ αντίθετα, όσο και να προσπαθούσα να είμαι σχετικά ψύχραιμός, βρισκόμουν σε μια διαρκεί επιφυλακή, για κάθε τι αναπάντεχο και οι αναπνοές μου ήταν κοφτές και βιαστικές, σαν να προσπαθούσα να αναπνεύσω μετά από έντονη σωματική άσκηση. Κοίταξα με φόβο την πόρτα με τα ατσάλινα διάκοσμα και το κυκλικό χερούλι που είχα πολλές φορές τραβήξει κλείνοντας την. Η ματιά μου ανέβηκε λίγα μέτρα πιο ψηλά, πάνω από το ημικυκλικό παράθυρο, ακριβώς στο μέσο της μετόπης του μπαλκονιού από το οποίο απουσίαζε ο ευμεγέθης δράκος, με τα ανοικτά φτερά, φύλακας αυτού του χώρου. Στο παράθυρο του μπαλκονιού, παρατήρησα με έκπληξη πως οι σκονισμένες γκρι κουρτίνες είχαν αλλάξει με κάποιες άλλες, εξίσου σκονισμένες, αλλά στο χρώμα του σκούρου βύσσινου.

«Εδώ είναι;» Ρώτησε η Άννα σχεδόν αδιάφορα, λες και η όψη του κτιρίου δεν την άγγιζε.

Απάντησα μονολεκτικά με ένα ναι και περίμενα την αντίδραση της.

«Και ποιος το ξέχασε εδώ!» Μου είπε γελώντας και ασυναίσθητα κούνησα το κεφάλι μου, παρακαλώντας την να μην το κάνει αυτό.

«Τι συμβαίνει;» Με ρώτησε εκνευρισμένη. Ένιωσα μια δόνηση να έρχεται μέσα από το κτίριο και την ψυχή μου να κουλουριάζεται τρομαγμένη κάπου στο βάθος του στέρνου μου. Έμεινα σιωπηλός, μέχρι να σταματήσει αυτή η παράδοξη δύναμη που με συμπίεζε και λίγο πριν με εγκαταλείψει άκουσα ένα τρίξιμο και είδα την πόρτα να ανοίγει. Πισωπάτησα και τράβηξα από το ώμο την Άννα μαζί μου. Η πόρτα άνοιξε διάπλατα, αποκαλύπτοντας μόνο ένα βαθύ σκοτάδι και δυο νέες κοπέλες που έβγαιναν έξω από αυτό χαμογελαστές. Η Άννα με μια κίνηση τράβηξε απότομα τον ώμο της από το χέρι μου και αφού μου έριξε μια πολεμική ματιά σταμάτησε της κοπέλες και πλησίασε κοντά τους. Εμένα το βλέμμα μου είχε καρφωθεί στο βάθος του σκοταδιού, που απλωνόταν από το χείλος της πόρτα, στο διάδρομο, που ήξερα πως υπήρχε, πέρα από αυτό. Μια δύναμη με μαγνήτιζε να προχωρήσω προς τα μέσα. Στην μνήμη μου γύρισε, εκείνη η πρώτη φορά, που είδα αυτήν την πόρτα να ανοίγει, λίγες μόνο μέρες αφότου είχα επιστρέψει από το Βερολίνο.

Μετά το συμβάν στο πάρκο Βικτόρια, έγινε σκοπός, της δεκαήμερης επίσκεψης μου εκεί, να ξαναβρώ εκείνη την σκιά, εκείνη την σιλουέτα που με είχε αγγίξει στα χείλη και με είχε διαβεβαιώσει ότι θα τα λέγαμε σύντομα. Το όποιο πρόγραμμα είχα κάνει στην Αθήνα, για τις ημέρες που θα περνούσα στο Βερολίνο είχε πάει περίπατο από την πρώτη ημέρα. Τριγυρνούσα σαν τρελός μέσα στην τεράστια πόλη ενώ στο ξενοδοχείο γυρνούσα μόνο για να φάω κάτι, να ξεκουραστώ λίγο από το ανελέητο περπάτημα, σε κάθε ξεχασμένο πάρκο και στενοσόκακο της πρωτεύουσας της Γερμανίας και για να καταστρώσω το σχέδιο της επόμενης ημέρας. Σε κάθε σκοτεινή γωνιά πίστευα πως ανακάλυπτα κάποιες ενδείξεις για την σιλουέτα του πάρκου Βικτόρια και μέσα στην σκοτεινιά των στενών δρόμων πίστευα πως ξαναέβλεπα τις λόγχες της ματιάς της, που με είχαν διαπεράσει. Ωστόσο πάντα απογοητευόμουν όταν τα βήματα μου με οδηγούσαν στο αδιέξοδο ενός ουτοπικού κυνηγητού.

Μια νύχτα, πριν φύγω από το Βερολίνο για να επιστρέψω στην Ελλάδα και αφού είχα γυρίσει όλη την περιοχή του Marzahn και είχα περπατήσει σπιθαμή προς σπιθαμή όλο το πάρκο Wiesen αποδέχτηκα πως όλα είχα δημιουργηθεί μέσα στο μυαλό μου. Μια αληθοφανή φαντασίωση, που ήθελα με εμμονή να αποδείξω πως ήταν πραγματική. Με αποφασιστικότητα εγκατέλειψα την μάταιη αναζήτηση μου και επιβιβάστηκα σε ένα ταξί με κατεύθυνση ένα Jazz Club κοντά στην πύλη του Βρανδεμβούργου. Είχα ανάγκη να ακούσω την μουσική που μαγεύει της νύχτες και να πιω ένα ή ίσως και παραπάνω από ένα, ποτά. Στον οδηγό είπα το όνομα του μαγαζιού, Quasimodo, το γνώριζε, αλλά παρατήρησα πως με κοιτούσε μέσα από τον καθρέφτη του με καχυποψία.

Μέχρι που φτάσαμε στο Club δεν είχε βγάλει άχνα. Του έδωσα όσα έγραφε για την διαδρομή και τον χαιρέτησα. Jemand ist bei dir. Achtung. Μου είπε σχεδόν ψιθυριστά αλλά δεν κατάλαβα λέξη, αφού η γερμανική γλώσσα δεν είναι από τις αδυναμίες μου. Μόνο το πρόσεχε κατάλαβα, αλλά πίστεψα πως εννοούσε να προσέχω μέσα στο μαγαζί.

Είχα σταθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο κοιτώντας την πόρτα του Quasimodo. Το ταξί εξαφανιζόταν στο βάθος της Kantstrase και εγώ προσπαθούσα, ακόμα, να αποβάλω από την σκέψη μου το συμβάν στο πάρκο Βικτόρια και να διασκεδάσω στην τελευταία μου βραδιά στο Βερολίνο.

Ένα μουσικό σχήμα έπαιζε ένα γνωστό κομμάτι που δεν θυμόμουν ποιος είχε παίξει την αυθεντική εκτέλεση του. Χαμογέλασα και ένιωσα σαν να είχα να το κάνω μέρες, σαν οι μυς του προσώπου μου να είχαν απολέσει αυτήν την μνήμη τους. Δέκα ημέρες αγωνιάς, νευρικότητας και σύγχυσης με είχαν καταδικάσει στο να μην μπορώ να χαμογελάσω.

Πλησίασα το μπαρ και παράγγειλα μια μπίρα, μια ξανθιά, σαν την μπίρα μου, γυναίκα, την έφερε και την ακούμπησε με δύναμη πάνω στο ξύλινο πάσο κοιτώντας με μέσα στα μάτια με δύναμη. Θυμήθηκα το ΄΄πρόσεχε΄΄ του οδηγού και της χαμογέλασα. Το αυθεντικό είδος Γερμανίδας γυναίκας μου ανταπέδωσε το χαμόγελο, ωστόσο αρκετά ψυχρό, όσο και ο καιρός έξω από το Quasimodo.

Το συγκρότημα ήταν αρκετά καλό, έπαιζε με εξαιρετική ποιότητα, μυθικά κομμάτια της Jazz, προσθέτοντας ωστόσο και δικές τους πινελιές, που δεν το μετέτρεπαν σε έκτρωμα, όπως κάνουν συνήθως αρκετοί τζαζίστες, που προσπαθούν να ξεφύγουν από το παίξιμο των παλιών. Είχα μπει για τα καλά μέσα στην μουσική και κάθε νότα έμπαινε από τους πόρους των αυτιών μου μέσα στο σώμα μου, ακολουθώντας μια διαδρομή, μέσα από το κυκλοφορικό σύστημα, ώστε ο ρυθμός να φτάσει σε κάθε όργανο, στην καρδιά, στο μυαλό, στην ψυχή. Τελευταία βραδιά στο Βερολίνο και η μοναδική ημέρα που έκανα κάτι, από όσα είχα στο μυαλό μου να κάνω. Το πάρκο Βικτόρια είχε πέσει στην λήθη και μόνο η μουσική υπήρχε μέσα στις αισθήσεις μου. Η Γερμανίδα, μου έφερε ακόμα μια μπίρα, την έκτη. Το χαμόγελο της είχε γλυκάνει, ο ψυχρός βοριάς το είχε εγκαταλείψει και ένας άνεμος, αρχής άνοιξης, το είχε στεφανώσει. Ένα διάλειμμα, για να ξεκουραστεί το συγκρότημα, με ελευθέρωσε και κοίταξα γύρω, για να δω το μαγαζί καλύτερα. Δίπλα μου καθόταν ένα ζευγάρι φοιτητών, δεν έμοιαζαν με Γερμανοί και δεν πρέπει να ήταν. Δεν μιλούσαν πολύ, μόνο γελούσαν, φιλιόντουσαν και που και που κοιτάζονταν ένοχα, μάλλον για τα όσα είχαν στο μυαλό τους για αργότερα. Κοίταξα την ψηλή Γερμανίδα, πίσω από το μπαρ και μου χαμογέλασε συνωμοτικά. Από τα ηχεία υπήρξε μια μικρή παύση και αμέσως μετά ακούστηκαν οι πρώτες νότες της τρομπέτας από το Flamenco sketches, του Miles Davis.

Η ματιά μου, ενστικτωδώς, γύρισε προς την άλλη άκρη του μπαρ. Δυο μάτια, στο βάθος του σκοταδιού του μαγαζιού είχαν καρφωθεί πάνω μου. Γλυκό λόγχισμα με διαπέρασε και έσφιξα τα δόντια, για να μην φωνάξω από τον πόνο, που σχεδόν έκαιγε την καρδιά μου και τα πνευμόνια μου. Σηκώθηκα από την καρέκλα μου και βάδισα με το βλέμμα μου καρφωμένο στα δυο μάτια που με κοιτούσαν. Δεν ανοιγόκλεισα καν τα βλέφαρα, από τον φόβο μην χαθεί η μορφή αυτή μέσα στο σκοτάδι ξανά. Όταν έφτασα κοντά δεν κατάφερα να ξεχωρίσω κάποια χαρακτηριστικά, μόνο μια μορφή που ήταν αρχέγονα ελκυστική. Σαν σκιά, που λικνίζεται, σε αρχαίους ρυθμούς. Εκστασιασμένη, σαν ιέρεια του Διονύσου. Το συγκρότημα είχε ξεκινήσει να παίζει, ένα σαξόφωνο, μόνο του στην σκηνή άφηνε τον γλυκό του ήχο να συνεπαίρνει το πνεύμα των ανθρώπων και να το ανεβάζει σε άλλους κόσμους, πιο ονειρικούς, πιο μυστηριώδεις. Εκεί που η λογική δεν έχει θέση και μόνο το πανάρχαιο συναίσθημα του έρωτα μπορεί να υπάρχει και να επιβιώνει. Χορεύαμε απαλά, ανάλαφρα, η σκιώδης μορφή με πλησίασε, για πρώτη φορά ξεχώρισα, έστω και αχνά, κάποια χαρακτηριστικά. Μισάνοιξα τα χείλη μου και ένιωσα τα δικά της χείλη να με αγγίζουν, στην αρχή δροσερά και μετά καυτά. Τα μάτια μου ήταν κλειστά, αλλά μπορούσα να δω με τα μάτια της ψυχής μου.

«Πως κατάφερες να με δεις;» Ήταν τα λόγια της.

Προσπαθούσα να πολεμήσω την δύναμη που με τραβούσε μέσα, είχα δέσει με δύναμη τα δάχτυλα μου στα κιγκλιδώματα που είχε στο πεζοδρόμιο, πρέπει να είχα ιδρώσει, αφού ένιωθα το πουκάμισο μου να κολλάει πάνω στο κορμί μου. Μια μορφή μέσα από το βάθος του διαδρόμου μου χαμογελούσε οικεία, συγκρατήθηκα για να μην ανταποδώσω αφού ήξερα την συνέχεια.

«Είσαι καλά;» Για ακόμα μια φορά η Άννα με ρωτούσε το ίδιο πράγμα και δεν ήξερα αν τελικά είμαι σε θέση να της απαντήσω πως ήμουν. Όταν με έπιασε από το μπράτσο, τα χαμόγελα χάθηκαν από το βάθος του διαδρόμου, σαν να πειράχτηκαν από αυτήν την κίνηση της Άννας.

Ήμουν δικός τους; Πότε έγινα δικός τους;

«Πάμε να φύγουμε». Της είπα απότομα και προσπάθησα να αποκολλήσω τα δάχτυλα μου από τα σιδερένια κιγκλιδώματα. Η κίνηση δεν ελεγχόταν από το μυαλό. Τα χέρια μου, σαν να είχαν γίνει ένα με το μέταλλο, ίδια ύλη, σκληρή, παγερή, άκαμπτη. Η Άννα προσπάθησε να με τραβήξει από εκεί αλλά της ήταν αδύνατο, έβλεπα τις απεγνωσμένες κινήσεις της, την αγωνία της, για το ότι δεν μπορούσε να ανοίξει τις γροθιές μου πάνω από το σίδερο. Πότε κοιτούσε εμένα και πότε τα δάχτυλα μου. Τα χαμόγελα, μέσα από το κτίριο άρχιζαν να αχνοφαίνονται ξανά. Η φωνή της, από το βάθος του διαδρόμου, μου σιγομουρμούριζε τον ρυθμό του Flamenco sketches. Τα δάχτυλα μου χαλάρωσαν. Άκουσα, σαν μέσα από όνειρο την φωνή της Άννας να λέει με ανακουφίσει ένα επιτέλους, αλλά εγώ ήμουν έτοιμος να προχωρήσω προς το κτίριο. Η Άννα διαγραφόταν δίπλα μου σαν μια οπτασία, όπως και ο δρόμος, τα αυτοκίνητα, οι περαστικοί. Η πραγματικότητα ήταν εμπρός μου, η μορφή της σκιάς, πιο αληθινή από ποτέ. Είδα το απλωμένο χέρι της, βελούδινο, όπως τότε, να με καλεί μέσα, εκεί που για κάποιες ημέρες, ίσως και για χρόνια, είχα περάσει τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου. Νομίζω πως με ευκολία παραμέρισα την Άννα και έκανα ένα βήμα προς το κτίριο της Ακαδημίας 58a. Το χαμόγελο έγινε πιο γλυκό. Η Βερόνικα άνοιξε τα χέρια της, προσφέροντας μου μια αγκαλιά. Μια αγκαλιά που την θυμόμουν ακόμα ζεστή και μεθυστική.

«Αλέξη!!!» Κάποιος φώναζε το όνομα μου. Αδιαφορούσα. Την Βερόνικα την τύλιξαν κάποιες άλλες σκιές, που γύριζαν δίπλα της σαν αερικά. Ονειρικά, νεράιδες ενός άλλου, διαφορετικού κόσμου.

«Έλα, δεν έπρεπε να έχεις φύγει ποτέ. Εδώ είναι ο κόσμος σου». Ακούστηκαν σαν ουράνια χορωδία, οι σιλουέτες που χόρευαν μαζί με την Βερόνικα, μέσα στο σκοτεινό διάδρομο. Μια άλλη φωνή, από κάπου πολύ μακριά, με παρακαλούσε να σταματήσω. Αναρωτιόμουν τι; Την άνοδο μου σε έναν κόσμο άγνωστο σε όλους τους άλλους;

Μια δύναμη κράτησε με βία το δεξί μου χέρι, το τίναξα με ευκολία και έκανα ακόμα ένα βήμα. Ο χορός των σκιών σταμάτησε απότομα, χαμογελούσαν, με υποδεχόντουσαν, όπως τότε. Θυμάμαι τον τρόμο μου. Η καρδία μου πάλι χτυπούσε δυνατά, όμως η δύναμη ήταν ακαταμάχητη, ο πόθος να νιώσω ξανά την δροσιά των φιλιών της Βερόνικας, ήταν ότι είναι το φως για τις πεταλούδες της νύχτας. Γλυκό, μαγνητικό ζεστό, μαγευτικό, θανάσιμο.

«ΑΛΕΞΗΗΗ!!» Ξεφώνησε η Άννα με όση δύναμη είχε και με μια επιδέξια κίνηση, την τελευταία στιγμή, έκλεισε την ξύλινη πόρτα με τα ατσάλινα διάκοσμα. Η αναπάντεχη κίνηση, το κλείσιμο του διαδρόμου, που οδηγούσε στον κόσμο των σκιών, έκανε την Βερόνικα να ουρλιάξει δυνατά. Η φωνή ήταν διαπεραστική, σπαρακτική, σε βαθμό που με ανάγκασε να γονατίσω στο μαρμάρινο σκαλί της εισόδου, λες και προσκυνούσα τον δράκο και να κλείσω τα αυτιά μου δακρύζοντας, από τον οδυρμό, που άκουγα να χάνεται στους διαδρόμους. Οι υπόλοιπες σκιές κάτι μουρμούριζαν, σαν κατάρες, για την γυναίκα με τα καστανά μαλλιά ακολουθώντας την Βερόνικα στο βάθος, μέχρι που όλα ησύχασαν και η βοή του δρόμου, η ανάσα της Άννας, οι χτύποι της καρδιάς μου ξαναγύρισαν στα αυτιά μου και στις αισθήσεις μου. Ήμουν ακόμα γονατισμένος μπροστά στην πόρτα, κάποιοι περίεργοι περαστικοί με κοιτούσαν καχύποπτα, με μια γκάμα αισθημάτων, που κυμαινόταν από την λύπη ως την οργή. Η Άννα είχε γονατίσει και αυτή μαζί μου, δίπλα μου, με την ανάσα της να είναι γρήγορη και βαριά, σημάδι πως ήταν ακόμα τρομοκρατημένη. Την κοίταξα με ευγνωμοσύνη, ανακατεμένη με αστείρευτη ανακούφιση. Μου έδειξε με το δάχτυλο της, ξέπνοη την πόρτα. Της κούνησα απλά το κεφάλι μου. Ακόμα δεν είχε δει τίποτα.

 Ζ

Περπατούσα από τοίχο σε τοίχο, νευρικά, προσπαθώντας να συγκεντρωθώ στο σχέδιο ενός έργου, που ήταν στο σχεδιαστήριο μην έχοντας κάνει, ούτε μια γραμμή, εδώ και μια εβδομάδα. Από το παράθυρο, ο ουρανός, ο ήλιος, δεν παρέπεμπαν σε καμιά εποχή του χρόνου. Τυπική ημέρα, με ελάχιστα σύννεφα, που έτρεχαν στον ουρανό, κρύβοντας τον ήλιο και ελευθερώνοντας τον, κατά περιόδους. Μια ημέρα, που μέσα από το γραφείο, φάνταζε σαν μπαλαντέρ, που μπορούσε να κολλήσει εύκολα, σε οποιαδήποτε ώρα και ημέρα του χρόνου. Στάθηκα για αρκετά λεπτά πάνω από το σχεδιαστήριο μου. Ήθελα με αυτόν τον τρόπο, να πείσω τον εαυτό μου, πως ήταν απόλυτη ανάγκη να αφοσιωθώ σε κάτι άλλο πέρα από τις σκιές. Ωστόσο ήταν αδύνατο. Το βράδυ, αυτό το βράδυ, θα πραγματοποιούνταν η ομιλία.

Γέλασα και μόνο στην σκέψη ότι θα μπορούσα να την παρακολουθήσω. Γιατί πράγματι, μια ομιλία, ήταν προγραμματισμένη για σήμερα το βράδυ στον χώρο αυτό. Έτσι είχε μάθει η Άννα από τις δυο κοπέλες που είχαν βγει από το κτίριο και το επιβεβαιώσαμε από πληροφορίες που βρήκαμε στο διαδίκτυο. Η ομιλία είχε σαν θέμα, την αρχιτεκτονική των κτιρίων της σύγχρονης Αθήνας, ανά χρονικές περιόδους. Ποια κτίρια έχουν επιζήσει από την αστική επανάσταση και παραμένουν πρεσβευτές των αρχιτεκτονικών εποχών που κατασκευάστηκαν. Όταν διάβασα, στην σελίδα της εταιρία που πραγματοποιούσε την εκδήλωση, το θέμα μου τράβηξε την προσοχή. Ήμουν έτοιμος να δεχθώ να παρευρεθώ, να πάρω θέση ομιλητή, αν αυτό ήταν δυνατό και τότε είδα ξανά το χάος που με περίμενε πίσω από την πόρτα. Κάθισα στο σκαμπό του σχεδιαστηρίου, η πολυκατοικία που σχεδίαζα, ήταν πολύ πιθανό, να μην τελείωνε ποτέ, αν το άφηνα για αύριο. Το τελευταίο μου έργο. Το τελευταίο μου ίχνος, σε έναν κόσμο που εγκατέλειπα παρά την θέληση μου.

Δυο μέρες είχαν περάσει από το συμβάν, έξω από την Ακαδημίας 58a. Η Άννα παρέμενε συγκλονισμένη, αν και δεν είχε δει τις σκιές, που παραδόξως δεν είχαν επιστρέψει.

Για κάποιο λόγο, που δεν είμαι σε θέση να εξηγήσω, μας είχαν αφήσει στην ησυχία μας. Σαν ενός είδους άτυπης ανακωχής, ώστε ο κάθε ένας να συμμαζέψει τα κομμάτια του, τις σκέψεις του και να επανασχεδιάσει τις στρατηγικές του. Η Άννα, που δυο μέρες τώρα έμενε στο διαμέρισμα μου, είχε να λέει για το βλέμμα μου εκείνη την ημέρα. Βλέμμα σκοτεινό, θολό, πέραν αυτού του κόσμου.

Ο δυσδιάκριτος ήχος, από το μηχανικό μολύβι, πάνω στο χαρτί, είχε καταφέρει να ενσωματωθεί με την μουσική και το τραγούδι του Andrea Bocelli, Melodramma. Χάραζε γραμμές, χωρίζοντας χώρους σε ένα ιδεατό κτίριο, εγκλωβίζοντας νότες, σε κάθε δωμάτιο και σε κάθε διαμέρισμα. Η φωνή του Bocelli τράνταζε το κορμί μου. Κάθε γραμμή στο χαρτί, μου θύμιζε εκείνες τις δέκα ημέρες στο κτίριο της Ακαδημίας.

Στο αποκορύφωμα του τραγουδιού ένιωσα τα μάτια μου να καίνε. Ένα δάκρυ ξέφυγε, παρά την τεράστια δύναμη που είχα βάλει για να μην πέσει. Άκουσα τον απαλό ήχο που κάνει το δάκρυ όταν πέφτει πάνω στο χαρτί, μια γραμμή ξέφυγε προς τον ουρανό, φάνηκε λογικός προορισμός. Τα δάκρυα κένταγαν όλον τον κόσμο μου. Η μουσική είχε τελειώσει, εγώ έτρεμα, σύγκορμος, ωστόσο το δεξί μου χέρι, ατάραχο, λες και δεν οριζόταν από το υπόλοιπο σώμα, συνέχιζε να σχεδιάζει το πιο όμορφο κτίριο που είχα φανταστεί ποτέ. Μέσα στην απόλυτη ησυχία, άκουγα μόνο το χάραγμα του μολυβιού και αφηνόμουν στο πλαίσιο των γραμμών ενός ονείρου, εκεί που δεν υπάρχουν όρια και οι γραμμές ανεμίζουν ελεύθερες σαν χαρταετοί, που δεν τους κρατάει κάποιος σπάγκος ενωμένους με την γη.

Το χαρτί ξεκίνησε να κυματίζει εμπρός στα μάτια μου και το μυαλό μου ξεκίνησε ένα ύπουλο παιχνίδι με αληθοφανείς εικόνες και πραγματικές αισθήσεις από την Βερόνικα.

Μαύρα σώματα μας περικύκλωναν, εμείς κρατιόμασταν από το χέρι σφιχτά. Φοβόμουν μην φύγει, μην χαθώ. Η παλάμη μου είχε ιδρώσει, με ευκολία θα μπορούσε να ξεγλιστρήσει, όμως την ένιωθα να με αγκαλιάζει με δύναμη. Θυμόμουν τα λόγια της. ΄΄Πως κατάφερες να με δεις;΄΄ Δεν είχα απάντηση, την φίλησα σαν να ήταν τελευταία φορά και πράγματι ήταν. Αποκολλήθηκε από πάνω μου, γλίστρησε το χέρι της από την παλάμη μου και έφυγε προς την έξοδο. Λίγο πριν βγει στον δρόμο, γύρισε το κεφάλι της και κάτι ψιθύρισε. Την άκουσα σαν να βρισκόταν δίπλα στο αυτί μου.

΄΄Θα σε δω σύντομα. Είσαι δικός μου΄΄. ΄Χάθηκε και άξαφνα ένιωσα μοναξιά. Για ακόμα μια φορά, αυτή, είχε επιστρέψει.

Έξω ξημέρωνε. Το κρύο πολύ, τόσο που νόμιζες πως ήθελε λίγο ακόμα για να παγώσει το αίμα. Η αϋπνία πολλαπλασίαζε την αίσθηση και στο αεροδρόμιο υπήρχε ένα αεροσκάφος που με περίμενε, για να επιστρέψω στην χώρα μου.

΄΄Τι άφηνα πίσω;΄΄ Αναρωτήθηκα λίγο πριν περάσω την φυσούνα.

΄΄Μια οπτασία, μια μαγεία, ένα όνειρο! Και τι έπαιρνα μαζί μου; Έναν εφιάλτη, που θα με κυνηγούσε μια ζωή΄΄.

Ένιωσα μια ρίγη στην ραχοκοκαλιά. Οι δέκα ημέρες του Βερολίνου είχαν τελειώσει, ωστόσο οι μνήμες είχαν επανέλθει, ακόμα και οι πιο ασήμαντες. Ο λαιμός μου είχε στεγνώσει. Κατάπινα και αισθανόμουν κάτι να με γδέρνει, λες και είχε σταθεί μια μάζα από σπασμένα γυαλιά στο λαρύγγι μου. Παράτησα το μολύβι στο σχεδιαστήριο, ψηλά, εκεί που είχε σταθεί, όταν σχεδίαζε την τελευταία γραμμή προς τον ουρανό. Το άκουσα να κυλάει πάνω στο χαρτί, σε λίγα δευτερόλεπτα θα άκουγα την πτώση του στο μαρμάρινο πάτωμα. Δεν έκανα καμιά προσπάθεια για να την σταματήσω, δεν έμοιαζε να έχει νόημα μια τέτοια κίνηση. Τα γυαλιά στον λαιμό μου γίνονταν ανυπόφορα. Ένιωσα γεύση αίματος να πλημμυρίζει το στόμα μου και σε κάθε κατάποση ακόμα ένα σκίσιμο στον λαιμό.

Κοίταξα το ρολόι. Έξι και δέκα οχτώ μετά μεσημβρίας. Απέμεναν τρεις ώρες και δώδεκα λεπτά, αυτό ήταν το χρονικό περιθώριο που είχα για να αποφασίσω αν θα έπρεπε να βρίσκομαι στην Ακαδημίας 58a ή όχι. Στάθηκα απέναντι από το μικρό μπαρ του γραφείου, την στιγμή που πίσω μου ολοκληρωνόταν η πτώση του μηχανικού μολυβιού. Στο μπαρ υπήρχαν τέσσερα μπουκάλια σχεδόν άδεια. Η ποσότητα του καθενός δεν επαρκούσε για να γεμίσει ούτε ένα ποτήρι. Πήρα στα χέρια μου ένα. Το κρύο κρύσταλλο με ανατρίχιασε και μου διέγειρε την αφή. Ένιωσα ελάχιστα καλύτερα, χωρίς να υπάρχει κάποιος ορατός λόγος, ενώ την γλυφή γεύση, από το αίμα, την αισθανόμουν ακόμα κολλημένη πάνω στα δόντια. Έπαιξα με τα δάχτυλα μου το χοντρό γυαλί και χαμογέλασα με δυσκολία. Άδειασα το περιεχόμενο των μπουκαλιών στο κρυστάλλινο ποτήρι και χωρίς να το σκεφτώ καθόλου το κατέβασα στον λάρυγγα μου με μια μόνο γουλιά. Γεύτηκα ένα άθλιο συνονθύλευμα ποτών, που όμως περιείχε μια αρκετά μεγάλη δόση οινοπνεύματος, που ξέπλυνε το αίμα από τα δόντια και έδιωξε τα κοφτερά γυαλιά από τον φάρυγγα μου. Μια ζάλη με τύλιξε και ο σβέρκος μου με πίεζε λες και κάποιος είχε στρογγυλοκαθίσει πάνω του. Έβαλα πλάτη το μπαρ, άλλωστε δεν είχε τίποτε άλλο να μου προσφέρει και το βλέμμα μου έπεσε στο μολύβι, που κείτονταν στο πάτωμα παράταιρο, σε σχέση με το σχολαστικά, τακτοποιημένο γραφείο. Με το άδειο ποτήρι στο ένα χέρι, πλησίασα και στάθηκα από πάνω του, έσκυψα και το επανέφερα στην φυσική του θέση, που ήταν πάνω στο σχεδιαστήριο. Βάθια μέσα μου πίστεψα, πως με αυτή την κίνηση επανέφερα σε ισορροπία έναν ολόκληρο κόσμο. Πως τακτοποιούσα ολόκληρη την πλάση, αφού με υπαιτιότητα μου, με εκείνη την αδέξια κίνηση μου στο πάρκο, είχε απορυθμιστεί.

Έξω, το σκοτάδι, ήδη κέρδιζε το φως και το γκρίζο απλωνόταν παντού, σαν μια παράξενη ομίχλη. Παρατηρούσα το φως πάνω στους τοίχους, που υποχωρούσε βιαστικά προς έναν άλλο κόσμο, παίρνοντας κάθε τι που συνδεόταν μαζί του. Μια αχτίδα, αρνιόταν πεισματικά, να αφήσει την διασταύρωση του δρόμου, που έβλεπα από το παράθυρο του γραφείου. Λίγο πριν την εγκαταλείψει, ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν το γκρίζο πάρει την θέση του και σε αυτήν την γωνιά του κόσμου, είδα ένα περαστικό να περνάει από την φωτεινή πλευρά στην απέναντι και την ίδια στιγμή, σε κάποιο σημείο αυτής της μικρής διαδρομής, να χάνει την σκιά του. Κοίταξε ασυναίσθητα γύρω του, σαν να έψαχνε κάτι αλλά αμέσως συνέχισε τον δρόμο του. Εγώ γύρισα το βλέμμα μου στο σύνορο, εκεί που το φως άγγιζε το γκρι και είδα μια άμορφη σιλουέτα να ξεμακραίνει και να χάνεται μέσα σε ένα σκοτεινό, μικρό, δρομάκι. Έμεινα να κοιτάζω για ώρα το στενό, μήπως και ξαναφανεί η σιλουέτα, μήπως και διακρίνω κάτι, μήπως και βρω την απάντηση. Ήμουν τόσο απορροφημένος, που ο ήχος του τηλεφώνου με ξάφνιασε τόσο, που λίγο έλειψε να μου φύγει το ποτήρι από τα χέρια. Πήρα μια βαθιά ανάσα και χωρίς να κοιτάξω ποιος με καλούσε απάντησα στην κλήση.

«Την κυρία Ελισάβετ παρακαλώ». Η φωνή μια ηλικιωμένης κυρίας, ακουγόταν από την άλλη μεριά της γραμμής, έκπληκτη, που είχα απαντήσει εγώ. Την διαβεβαίωσα πως είχε κάνει λάθος και αφού της συλλάβισα αρκετά αργά το νούμερο του κινητού μου, πείστηκε πως δεν ήμουν κάποιος συγγενής που της έκρυβε την φίλη της. Έκλεισε με ένα μελιστάλαχτο συγνώμη και μου ευχήθηκε καλό βράδυ. Πριν γυρίσω στην παρατήρηση του σκοτεινού στενού, το τηλέφωνο χτύπησε ξανά. Ήμουν σίγουρος πως η φίλη της κυρίας Ελισάβετ δεν είχε καταφέρει να πάρει σωστά το νούμερο.

«Πάλι εμένα πήρατε». Πρόλαβα να πω.

«Σε δυο ώρες σας περιμένει η Βερόνικα. Εσάς και την κυρία Ανασταστοπούλου. Καλό θα ήταν να μην αργήσετε». Το βουητό του ακουστικού με πληροφορούσε, πως η φωνή που με είχε καλέσει δεν περίμενε απάντηση μου. Θεωρούσε δεδομένο πως εγώ με την Άννα θα βρισκόμασταν εκεί.

Πήρα μια βαθιά ανάσα, περισσότερο για να φύγει το βάρος που είχε σταθεί στο στήθος μου, παρά γιατί ένιωθα έλλειψη οξυγόνου. Η παράξενη γεύση, του αυτοσχέδιου κοκτέιλ που είχα δημιουργήσει, δεν έλεγε να αφήσει το στόμα μου. Προσπαθούσα, μάταια, να την εξαφανίσω, αλλά αυτή επέμενε να βρίσκεται κάπου μεταξύ γλώσσας και φάρυγγα, έχοντας την ιδιότητα να κολλάει στον λαιμό, μην αφήνοντας με να καταπιώ και παράλληλα να με ανακατεύει. Χρειαζόμουν απελπισμένα νερό. Κοίταξα νευρικά μέσα στο γραφείο. Γυρνούσα το βλέμμα μου πότε δεξιά και πότε αριστερά, λες και έψαχνα για κάποια πηγή που ανέβλυζε σε κάποιο κρυμμένο σημείο. Μια πόρτα στα δεξιά μου, με έκανε να τρέξω προς τα εκεί. Μπήκα στην τουαλέτα, έβαλα το στόμα μου κάτω από την βρύση του νιπτήρα, πίνοντας αχόρταγα νερό, που το είχα τόσο μεγάλη ανάγκη. Δεν σταματούσα, θα μπορούσα να βρίσκομαι σε αυτήν την άβολη στάση μια αιωνιότητα και να συνεχίζω να πίνω νερό.

Χωρίς να καταλάβω κάποια κίνηση, ο γυάλινος δοσομετρητής σαπουνιού, που βρισκόταν στην άκρη του νιπτήρα, εκτοξεύθηκε βίαια προς την απέναντι μεριά του γραφείου, σπάζοντας σε πολλά, μικρά κομμάτια και αφήνοντας πάνω στον τοίχο ένα τεράστιο ίχνος, από ροζ κρεμοσάπουνο που έρεε αργά προς το πάτωμα. Παρατηρούσα, έκπληκτος, το κρεμοσάπουνο να ρέει πάνω στο τοίχο και αναρωτήθηκα τι είχε συμβεί. Το μυαλό μου πήγε στις σκιές, αλλά μόλις κοίταξα τον καθρέφτη, που βρισκόταν, ακριβώς πάνω από τον νιπτήρα, είδα και τον ένοχο. Το πρόσωπο μου δεν θύμιζε σε τίποτα τον ήρεμο εαυτό μου. Γραμμές έκφρασης, που δεν είχα δει ξανά. είχαν χαραχτεί πάνω του, κάνοντας το αγνώριστο, ακόμα και για εμένα. Μέσα στα μάτια μου, έβλεπα μια οργή, κρυμμένη πολύ καλά, αλλά τόσο δυνατή, που είχε καταφέρει να ξεσπάσει χωρίς να μπορώ να τιθασεύω τις κινήσεις μου, αλλά και χωρίς να έχω συναίσθηση του τι έκανα. Προσπάθησα να θυμηθώ, αν μου είχε συμβεί κάτι παρόμοιο στο παρελθόν. Όσο και αν έψαξα μέσα στις μνήμες μου δεν υπήρχε τίποτα παρόμοιο. Κοίταξα την παλάμη μου, που έσταζε αίμα από κάποιο κόψιμο, που δεν είχα καταλάβει πως έγινε. Η βρύση ακόμα έτρεχε ανεξέλεγκτα. Έβαλα την παλάμη μου κάτω από το νερό και η λευκή πορσελάνη γέμισε με νερωμένο αίμα. Πήρα την πετσέτα των χεριών και τύλιξα την πληγή μέχρι να σταματήσει η αιμορραγία. Κάθισα ήρεμος στην ψηλή καρέκλα του σχεδιαστηρίου. Απέναντι μου βρισκόταν το σχέδιο της πολυκατοικίας που σχεδίαζα και σχεδόν δίπλα, πάνω στον τοίχο, υπήρχε ένας υγρός, ροζ, πανέμορφος λεκές. Έμεινα να τον κοιτάζω και έπιασα τον εαυτό μου να μετράει δευτερόλεπτα, μέχρι η ροή του να ακουμπήσει το γκρίζο μάρμαρο του πατώματος. Μέσα σε αυτήν την συμπαγή, ροζ σταγόνα, είχα επενδύσει όλες τις ελπίδες μου για να ξεχαστώ, και να μην πατήσω το πόδι μου σε αυτό το παράταιρο, πέτρινο σπίτι, στο κέντρο της Αθήνας.

Δεν το είχα παρατηρήσει πότε μου πριν ή και να το είχα δει δεν το είχα προσέξει. Μόνο τότε, εκείνη την βραδιά, της επιστροφής μου από το Βερολίνο, ο οδηγός του ταξί, που με γυρνούσε από το αεροδρόμιο στο σπίτι, είχε λοξοδρομήσει, χωρίς κάποιο εμφανή λόγο και είχε ανέβει την Ακαδημίας προς Βασιλίσσης Σοφίας. Δεν διαμαρτυρήθηκα, δεν είπα τίποτα στον οδηγό που έκανε έναν καταπληκτικό κύκλο για να φτάσουμε στο Κουκάκι, αφού μετά από δέκα ημέρες στην Γερμανική πρωτεύουσα είχα την ανάγκη να ξαναδώ την Αθήνα. Στα φανάρια της Ιπποκράτους ήταν που παρατήρησα για πρώτη φορά το μακρόστενο, πέτρινο οίκημα. Πριν το φανάρι γίνει πράσινο, παρακάλεσα τον οδηγό να με αφήσει δεξιά, όπου μπορεί. Με κοίταξε από τον καθρέφτη με ένα ανεξιχνίαστο βλέμμα, σαν να περίμενε ότι θα έλεγα κάτι τέτοιο. Αν και παρατήρησα ένα μειδίαμα στα χείλη του δεν έδωσα σημασία. Πλήρωσα και κατέβηκα βιαστικά. Ο οδηγός άνοιξε το πορτμπαγκάζ και άφησε την μια και μοναδική βαλίτσα μου πάνω στο πεζοδρόμιο. Κοίταξε με περιέργεια το χαρτί του αεροδρομίου, που βρισκόταν στο χερούλι της και μου είπε σχεδόν γελαστά. Καλός ήλθατε πίσω κύριε. Πριν πατήσει γκάζι και απομακρυνθεί, νομίζω πως άκουσα μια ουδέτερη φωνή να μου λέει, καλός ήλθες Αλέξη.

Ένα αμυδρό φως, που έφεγγε στο τελευταίο παράθυρο του κτιρίου, έσβησε την στιγμή ακριβώς που στάθηκα στο απέναντι πεζοδρόμιο και το παρατηρούσα. Το κτίριο μου είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον. Σφηνωμένο, ανάμεσα σε δυο σύγχρονα κτίρια, έμοιαζε λες και ο χρόνος ή κάτι άλλο, το προστάτευε από την ανάπτυξη της πόλης για εκατοντάδες χρόνια. Στο μυαλό μου συγχωνεύονταν, το μνημείο των Πρώσων πεσόντων στον πάρκο Βικτόρια με αυτό το κτίριο στο κέντρο της Αθήνας, ήταν από την ίδια ουσία. Ήμουν διστακτικός στα να πάρω την απόφαση να πλησιάσω πιο κοντά. Ο μεγάλος δράκος, πάνω από την πόρτα με τρόμαζε. Άλλωστε αυτός ήταν και ο σκοπός της ύπαρξης του, να εκφοβίζει και να απωθεί τους ανεπιθύμητους. Πήρα μια βαθιά ανάσα και έβγαλα από το σακίδιο μου μια φωτογραφική μηχανή. Εστίασα σε τρία σημεία, στον δράκοντα, στο παράθυρο που λίγο πριν έφεγγε ένα αχνό φως και στην πόρτα, που από πάνω είχε τον αριθμό του κτιρίου, 58a. Το αγγλικό a, μου δημιούργησε ερωτήματα, που είχα σκοπό να απαντήσω στο σπίτι.

Κοίταξα το κτίριο σαν να ήταν ζωντανό και με έντονο βλέμμα, απαίτησα κάποιες εξηγήσεις που ήταν αδύνατο να μου δώσει. Λίγες στιγμές αργότερα, φορούσα το σακίδιο μου στην πλάτη και έσερνα την τροχήλατη βαλίτσα μου στην κάθοδο της Ιπποκράτους προς Πανεπιστημίου. Το κρύο ήταν και εδώ, όπως και στο Βερολίνο, τσουχτερό. Τύλιξα το κασκόλ μου καλά γύρω από τον λαιμό και αποφάσισα να περπατήσω, μέχρι το διαμέρισμα μου στο Κουκάκι.

Ένας παγωμένος αέρας έκοβε το δέρμα σαν ξυράφι, κάνοντας σε να πιστεύεις πως αιμορραγούσες σε κάθε σημείο που σε πετύχαινε. Οι κόκκινες στάλες έσταζαν στο πεζοδρόμιο, αφήνοντας ορατά ίχνη για όποιον ήθελε να με ακολουθήσει και να με βρει.

Πέρασα ασυναίσθητα την παλάμη μου πάνω από το πρόσωπο μου και την κοίταξα, βέβαιος πως θα είχε πάνω του λεκέδες αίματος. Η παλάμη μου υγράνθηκε, όχι όμως από αίμα, αλλά από δάκρυα που κυλούσαν πάνω στα μαγουλά μου.

«Μήπως σου βρίσκεται ένα τσιγάρο;» Ξαφνιάστηκα από την φωνή που ακούστηκε δίπλα μου. Είδα με έκπληξη ένα άντρα να με κοιτάζει ήρεμος, κρατώντας ανάμεσα στα δάχτυλα του έναν μπλε αναπτήρα, χαμογελώντας φιλικά. Έκανα πως έψαξα τις τσέπες μου και του απάντησα πως δεν είχα.

«Μάλιστα». Μου απάντησε χαριτωμένα και έκανε ένα βήμα για να φύγει, ωστόσο κοντοστάθηκε και με κοίταξε στα μάτια. Σήκωσε τον δείχτη του, σαν να ήθελε να μου πει κάτι, ίσως να με ρωτήσει για ποιο λόγο είχα δακρύσει, αλλά την ίδια στιγμή χαμογέλασε και έφυγε σφυρίζοντας. Αισθάνθηκα αμηχανία. Τον παρατήρησα να απομακρύνεται και να χάνεται, μέσα σε μια ιδιότυπη ομίχλη, στην γωνία Ιπποκράτους και Ακαδημίας.

Ο κρύος αέρας με είχε κάνει να δακρύζω και να βλέπω με δυσκολία. Γύρισα το κορμί μου και συνέχισα να σέρνω την βαλίτσα μου προς την Πανεπιστημίου, συγχωνεύοντας μέσα στο μυαλό μου, την εικόνα από το κτίριο και την εικόνα της γυναικείας μορφής που χόρεψε μαζί μου στο Quasimodo. Για δεύτερη φορά, μέσα σε λίγα λεπτά, το πέτρινο κτίριο της Ακαδημίας, συσχετιζόταν με ότι είχε συμβεί στο Βερολίνο. Ίσως βέβαια το μυαλό μου να έπαιζε παιχνίδια, αλλά για μια ανεπαίσθητη στιγμή, αισθάνθηκα κάτι να με τραβάει μέσα σε αυτό. Στάθηκα μετέωρος στα μισά της διαδρομής, αισθάνθηκα κάτι σαν ρίγος να διαπερνά το κορμί μου και μια διαύγεια να ξυπνάει το μυαλό μου. Από ένστικτο κοίταξα στην αρχή της Ιπποκράτους, όλα έμοιαζαν φυσιολογικά, εκτός από εκείνο το φως που έφεγγε στο παράθυρο του κτιρίου. Δεν έβλεπα, από εκεί που βρισκόμουν, το παράθυρο, αλλά ήμουν σίγουρος πως το φως είχε ανάψει πάλι. Αμφιταλαντεύτηκα για το αν έπρεπε να γυρίσω εκεί, ώστε να διαπιστώσω αν το ένστικτο μου ήταν αληθινό. Μισόκλεισα τα μάτια μου αναποφάσιστος, και σαν όνειρο που αναδύεται, είδα το χαμόγελο της γυναίκας του Βερολίνου. Αισθάνθηκα μια μυρωδιά σαν μέλι στην ατμόσφαιρα και παρατήρησα πως ο δρόμος ήταν βρεγμένος, μάλλον από κάποια απογευματινή βροχή. Για μια στιγμή σήκωσε έναν αέρα, που δεν υπήρχε πουθενά αλλού και μαραμένα φύλλα ξεκίνησαν να χορεύουν γύρω από εμένα, κυκλικά, σαν να ήθελαν να με τυλίξουν στην αγκαλιά τους. Για πρώτη φορά δεν τρόμαζα από το παραφυσικό, παρά περίμενα την σκιά να εμφανιστεί, ώστε να της δώσω την απάντηση που της χρωστούσα. Το πως κατάφερα να την δω.

Όλα ηρέμησαν όπως ακριβώς είχαν ξεκινήσει, ο αέρας έφυγε για κάπου άλλου, τα φύλλα έπεσαν γύρω μου, χωρίς να με αγγίξουν και η λόγχη στην καρδιά πόνεσε γλυκά καθώς με διαπερνούσε για ακόμα μια φορά. Ήταν εκεί, ήμουν σίγουρος, αλλά είχε επιλέξει να μην εμφανιστεί, όχι σήμερα τουλάχιστον.

Η

Η Άννα καθόταν στην θέση του οδηγού αμίλητη. Το βλέμμα της ήταν συγκεντρωμένο στον δρόμο και στα παρακείμενα οχήματα που την περικύκλωναν. Κάτι είχα χάσει, κάτι μου είχε ξεφύγει, αλλά είπα να μην δώσω σημασία. Έριξα μια ματιά στα ρούχα μου, ήταν ακριβώς τα ίδια που φορούσα και το μεσημέρι, που έφυγα από το διαμέρισμα. Ξανακοίταξα την Άννα και τελικά αποφάσισα πως διψούσα για εξηγήσεις. Τι γύρευα στο αυτοκίνητο μου και γιατί οδηγούσε η Άννα; Γιατί δεν βρισκόμουν στο γραφείο μου, να κοιτάζω τον τοίχο με το κρεμοσάπουνο και να ταξιδεύω στις αναμνήσεις μου;

Το ηλεκτρονικό ρολόι του αυτοκινήτου έγραφε οκτώ και πενήντα τρία. Μπροστά μας ανοιγόταν η πλατεία Ομόνοιας, κακοφωτισμένη, αχρείαστη υπερβολή στο τσιμέντο και παρακμή. Στα γύρω στενά, μορφές που δεν ήθελαν να βλέπουν τον ήλιο, ξεμυτούσαν, τώρα που το σκοτάδι έπεφτε στην πόλη και κινούνταν σαν φαντάσματα, γλιστρώντας την ύπαρξη τους πάνω στους αιώνιους τοίχους της. Μια διαρκής απόδειξη, μιας άλλης ζωής, μιας άλλης διάστασης.

Ένιωσα μια ανατριχίλα και μια σταγόνα ιδρώτα να κυλάει στην ραχοκοκαλιά μου. Οι παλάμες μου ήταν ιδρωμένες και αισθανόμουν απαίσια. Ένιωσα πως ήθελα να κάνω εμετό, ανακατευόμουν και σε κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε, έχανα την επαφή μου με την πραγματικότητα.

«Είσαι καλά;» Με ρώτησε, ρίχνοντας μου μια κλεφτή ματιά.

«Τώρα τελευταία έχει γίνει το μότο σου αυτή η φράση!» Δεν απάντησε, είδα όμως τις άκρες των χειλιών της να τεντώνονται, σχηματίζοντας μια υποψία χαμόγελου. Ωστόσο η προηγούμενη φράση της με συνέφερε από την ζάλη.

«Πρέπει να βρούμε και να παρκάρουμε». Μου είπε με ανησυχία, λες και το μοναδικό που μας απασχολούσε ήταν αυτό.

«Πότε με πήρες από το γραφείο;» Δεν άντεξα και ρώτησα, όσο και αν καταδίκαζα τον εαυτό μου σε μια αναμενόμενη και άνευ προηγούμενου μουρμούρα. Δεν έπεσα έξω.

Με βρήκε πεσμένο στο πάτωμα, την καρέκλα σωριασμένη, υγρό σαπούνι κολλημένο στον τοίχο σαν τεράστια τσιχλόφουσκα και παντού, σε όλο το πάτωμα, σκορπισμένα γυαλιά. Πήγα να ψελλίσω κάτι, αλλά αποδείχθηκε πως η Άννα τώρα άρχιζε.

Τέσσερα άδεια μπουκάλι στο μπαρ και ένα ποτήρι, που βρομοκοπούσε αλκοόλ, ήταν το πιο δυνατό της εύρημα για να με κάνει κουρελόχαρτο. Έπιασα τον εαυτό μου να παρακαλάει να βρει μια θέση πάρκινγκ, καθώς άκουγα στωικά και ανέκφραστα όσα κοσμητικά επίθετα εφεύρισκε για το άτομο μου. Η ώρα είχε φτάσει εννέα και δεκατέσσερα και μόλις είχε ξεκινήσει να μου περιγράφει, με κάθε λεπτομέρεια, τον άθλο της, για τον τρόπο που με μετέφερε στο αυτοκίνητο. Ευτυχώς, για καλή της τύχη, την βοήθησε ο θυρωρός του κτιρίου, όμως η ντροπή που αισθάνθηκε, δεν λέγεται.

Της απάντησα χαμογελώντας, πως ο κύριος Αναστάσης με έχει δει και σε χειρότερες καταστάσεις και την ίδια στιγμή συνειδητοποιούσα, πως είχα απολέσει κάθε αίσθημα και έννοια κινδύνου.

«Φτάσαμε». Είπε με ουδέτερο τόνο στην φωνή και κοίταξε μέσα από το παράθυρο του αυτοκινήτου το κτίριο της οδού Ακαδημίας, στον αριθμό 58a. Δεν είχα λόγια, το θέαμα με είχε αφήσει βουβό. Ήταν η πρώτη φορά που το έβλεπα ανοικτό, φιλικό, φωταγωγημένο και με αρκετό κόσμο έξω από την είσοδο του. Κοίταξα καλύτερα, στο βάθος της εισόδου, για να δω τις σκιές. Τίποτα! Μόνο κάποιοι άνθρωποι, ως επί των πλείστων χαμογελαστοί, με ένα ποτήρι στο χέρι, να κουβεντιάζουν χωρίς κάτι να τους τρομοκρατεί.

«Θες να κατέβεις και να με περιμένεις να παρκάρω;» Με ρώτησε και την ίδια ακριβώς στιγμή, έβαλε πρώτη και πάτησε γκάζι. Συμφωνήσαμε, μέσα από την σιωπή μας, πως θα ήταν καλύτερο να πηγαίναμε μαζί.

Λίγα λεπτά αργότερα, με το ρολόι μου να δείχνει εννέα και είκοσι εννέα, κατηφορίζαμε από το ύψος της Σίνα, την Ακαδημίας. Ανάμεσα στους περαστικούς, αναγνώρισα και κάποιους παλιούς συμφοιτητές μου από την αρχιτεκτονική σχολή. Βλέποντας τους να περπατάνε παράλληλα με εμάς και προς την ίδια κατεύθυνση, σκέφτηκα ότι η ομιλία για τα σωζόμενα αρχιτεκτονικά κτίσματα της Αθήνας και τις εποχές που αντιπροσωπεύουν, ήταν μια πραγματικότητα και όχι ένα τέχνασμα ώστε να οδηγηθώ ξανά στα χέρια της Βερόνικα. Αναθάρρησα, νομίζω πως ίσως και να χαμογέλασα λίγο, αφού ένιωσα μια ανακούφιση. Είδα κάποιους από τους συμφοιτητές μου να με αναγνωρίζουν και με ένα βλέμμα τους να με χαιρετάνε. Ανταπέδωσα και άνοιξα το βήμα μου με περισσότερο θάρρος. Δεν ένιωθα φόβο, σαν να είχε εξαφανιστεί ως δια μαγείας.

Η Άννα περπατούσε δίπλα μου. Άπλωσα το χέρι μου και τύλιξα με τα δάχτυλα μου την παλάμη της. Ένιωσα και τα δικά της να αποδέχονται την κίνηση μου αυτή και για πρώτη φορά την αισθανόμουν δική μου. Έπρεπε να περάσουν δεκαετίες για να καταφέρω να βρω το θάρρος, και να δείξω με μια απλή χειρονομία πόσο πολύ την ήθελα. Δεν χρειαζόντουσαν ούτε λόγια, ούτε τίποτε άλλο, μόνο να σφίξω την παλάμη της μέσα στην δική μου.

Πολύ πιο δυνατός, με σύμμαχο την Άννα στο πλευρό μου, στάθηκα μπροστά από την πόρτα, η οποία με στοίχειωνε για πάνω από δέκα χρόνια. Βέβαια το φωταγωγημένο κτίριο, δεν είχε καμία σχέση, με το ερειπωμένο και σκοτεινό μπουντρούμι το οποίο επισκεπτόμουν για να συναντήσω την σκιά που με είχε γητέψει. Πριν περάσω το κατώφλι, κοίταξα την Άννα που έδειχνε αποφασισμένη να αντιμετωπίσει οτιδήποτε και πιο πολύ τον εαυτό μου.

«Ένα βήμα είναι». Μου είπε και χαμογέλασε συγκρατημένα. Κούνησα το κεφάλι μου, προσποιούμενος ότι συμφωνούσα, αλλά το σώμα μου κρατούσε άμυνα. Αυτό το πάγωμα, ονομάζεται ένστικτο αυτοσυντήρησης. Θα ήθελα πολύ να το εξηγήσω στην φίλη μου, που με κοίταζε με απορία, αλλά δεν ήταν ούτε η κατάλληλη στιγμή, ούτε βέβαια ο κατάλληλος χώρος.

Την στιγμή που αποφάσισα να κάνω αυτό το ένα βήμα, θα πρέπει να της έσφιξα πολύ την παλάμη, γιατί άκουσα ένα πνιγηρό επιφώνημα πόνου και αισθάνθηκα ένα αρκετά δυνατό χτύπημα στο μπράτσο, όμως δεν έδωσα σημασία γιατί βρισκόμουν μέσα. Χαλάρωσα την λαβή μου και πήρα μια βαθιά ανάσα. Γύρω υπήρχε αρκετός κόσμος και μια βοή από φωνές που σε αποπροσανατόλιζε. Είδα σε μια αίθουσα αρκετούς να κάθονται σε καρέκλες και υπέθεσα πως σε λίγα λεπτά θα ξεκινούσε η ομιλία. Ένας από τους παλιούς συμφοιτητές μου με γνώρισε και μου έκανε νόημα να πλησιάσω. Τον αγνόησα και τράβηξα την Άννα προς το βάθος. Αυτό που αντίκρισα με έκανε να παγώσω. Ο τοίχος. Ο τοίχος με το μυστικό πέρασμα είχε γκρεμιστεί και όπως υπέθετα, όχι από τον χρόνο, αλλά από ανθρώπινα χέρια, που είχαν κατασκευάσει και μια σιδερένια σκάλα που οδηγούσε στο άνω όροφο του κτιρίου, εκεί που θυμόμουν να μαζεύονται οι σκιές. Άφησα το χέρι της Άννας και έφτασα μέχρι το πρώτο σκαλί. Κάτι με συγκρατούσε να βάλω το πόδι μου πάνω του. Κοίταξα, παίρνοντας μια παράξενη στάση σώματος, προς τον όροφο, που ήταν βυθισμένος μέσα στο σκοτάδι.

«Τι συμβαίνει;» Η φωνή της Άννας δεν κατάφερε να τραβήξει το βλέμμα μου από το έρεβος που είχε κυριεύσει εκείνον τον κόσμο. Ήμουν βέβαιος πως η Βερόνικα ήταν εκεί και με παρακολουθούσε, περίμενε να κάνω την επόμενη κίνηση, να ανεβάσω το πόδι μου στο πρώτο σκαλί για να εμφανιστεί. Το εισιτήριο μου για τον κόσμο της Βερόνικα. Ένιωσα τον λαιμό μου στεγνό, σαν να είχα να πιω οτιδήποτε υγρό για δεκάδες χρόνια. Θα εκτιμούσα πολύ, ακόμα και εκείνο το συνονθύλευμα αλκοόλ, με το οποίο είχα ποτίσει τον λαιμό μου πριν λίγες ώρες. Από μια μικροφωνική ακούστηκε που καλωσόριζαν όσους είχαν έρθει για την ομιλία. Γύρισα το κεφάλι μου προς τα εκεί από που είχε έρθει η φωνή.

«Σας καλωσορίζουμε στην οικία του Ερνέστου Τσίλερ, ή καλύτερα, ότι έχει απομείνει από αυτήν, αφού το κτίριο έχει υποστεί καταστροφές, αλλαγές και έχει αποκοπεί από το υπόλοιπο οίκημα, του οποίου η είσοδος βρίσκετε στην Μαυρομιχάλη ...»

«Είναι αυτή!» Είπα στην Άννα. Με ρώτησε με το βλέμμα ποια; Αλλά δεν έδωσα περαιτέρω εξηγήσεις. Έφυγα από την σκάλα και πήγα στην αίθουσα, όπου είχε ξεκινήσει η ομιλία. Στο πόντιουμ μιλούσε μια κοπέλα, γύρω στα τριάντα, με όμορφο, γλυκό πρόσωπο και ουδέτερη φωνή. Προλόγιζε το θέμα της σημερινής ομιλίας, με ενδιαφέροντα στοιχεία που αφορούσαν την αρχιτεκτονική στην Αθήνα, το κτίριο, την ιστορία του, αλλά και ποιοι καθηγητές είχαν αποδεχθεί την πρόσκληση, προκειμένου να πραγματοποιηθεί αυτή η εκδήλωση.

Είχα σταθεί στην είσοδο, δίπλα στην πόρτα και κοιτούσα μαγνητισμένος προς το πόντιουμ.

«Ποια είναι αυτή, την ξέρεις;» Με ρώτησε χαμηλόφωνα η Άννα. Κούνησα το κεφάλι μου. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα της απάντησα πως την αναγνώρισα από την φωνή. Ήταν η κοπέλα που με είχε προσκαλέσει να παρακολουθήσω την ομιλία.

«Μα αυτή...»

«Ακριβώς». Απάντησα στην Άννα. Αυτή η κοπέλα που τώρα καλούσε τον πρώτο ομιλητή για να ξεκινήσει, ήταν αυτή που λίγες ώρες πριν μας είχε, εμμέσως, απειλήσει.

Ακούστηκε μια μονότονη, κουραστική αντρική φωνή, που ξεκίνησε να εξηγεί τον λόγο για τον οποίον βρισκόταν εκεί. Δεν τράβηξα ούτε στο ελάχιστο, το βλέμμα μου από την κοπέλα, που πλησίαζε προς το μέρος μας. Με κοίταξε για μια μόνο στιγμή, κοντοστάθηκε για κλάσματα του δευτερολέπτου και μου χαμογέλασε εγκάρδια, σαν να με γνώριζε από χρόνια. Ήμουν, προβληματισμένος και σκεπτικός. Είχα ήδη ξεκινήσει την διαδικασία να αναθεωρώ, για όλα όσα είχα σκεφτεί. Άλλωστε ήμουν ένας καλός αρχιτέκτονας, κάλλιστα θα μπορούσε να με αναζητήσει στο διαδίκτυο και να με καλέσει.

Έπαιζα με τα δάχτυλα μου νευρικά, μέχρι να φτάσει σε απόσταση αναπνοής, να μας κοιτάξει στα μάτια και με ένα φιλικό, όσο και αθώο χαμόγελο, να μας καλωσορίσει. Κούνησα το κεφάλι μου, αντί για απάντηση και έμεινα να την κοιτάω, προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσω τις σκέψεις της.

«Δεν μου πέρασε από το μυαλό, ούτε για μια στιγμή, ότι θα μπορούσατε να απουσιάζετε από την εκδήλωση μας. Άλλωστε η δική σας μελέτη, ήταν που μας ώθησε να την διοργανώσουμε».

«Η ποια;» Την ρώτησα, ενώ ταυτόχρονα ήμουν απόλυτα μπερδεμένος. Η γυναίκα που είχα απέναντι μου, με κοίταξε με απορία, προσπαθώντας να καταλάβει αν είχε απέναντι της τον άνθρωπο για τον οποίον μιλούσε. Η αντρική φωνή, από το πόντιουμ, συνέχιζε την βαρετή αγόρευση της, χωρίς να καταφέρνει σε κανένα σημείο να κερδίζει την προσοχή των ακροατών.

«Δεν είστε ο Αλέξης Μενδρινός;» Βεβαίωσα ότι ήμουν πράγματι ο άνθρωπός αυτός, αλλά της εξήγησα ότι δεν είχα στείλει ποτέ και σε κανέναν κάποια μελέτη.

«Αυτό είναι αδύνατον!» Με ενημέρωσε με τον πιο αποφασιστικό τρόπο και έμεινε να με κοιτάζει εκνευρισμένη. Ο τρόπος μου με κοιτούσε, η σιγουριά που είχε η φωνή της, με έφερε σε μια δύσκολη θέση, σε σημείο να αμφισβητώ τον εαυτό μου.

«Μας πήρε τρία χρόνια για να καταφέρουμε να συλλέξουμε τα στοιχεία που χρειάζονταν, ώστε να παρουσιάσουμε μια άρτια εκδήλωση και να μπορέσουμε, μέσω αυτής, να αναδείξουμε τα κτίρια εκείνα της Αθήνας, που έχουν ένα μυστηριώδες παρελθόν που τα ακολουθεί μέχρι και σήμερα. Όπως λέει και η κεφαλίδα της μελέτης σας, ''Μέρη όπου ζουν οι σκιές των παρελθόντων χρόνων''».

Ένιωσα μια πίκρα μέσα στο στόμα μου. Κάτι σαν δηλητήριο, που έσταζε από τους σιελογόνους αδένες μου. Στάλα στάλα γέμιζε η στοματική μου κοιλότητα και εγώ προσπαθούσα να αποφύγω την κατάποση, αυτού του εξαιρετικά απαίσιου υγρού. Όσο βρισκόμουν σε αυτήν την δυσάρεστη θέση, η γυναίκα, που είχε το γενικό πρόσταγμα για την εκδήλωση, με ενημέρωνε για δικές μου κινήσεις, που ώθησαν την εταιρία της να την πραγματοποιήσει. Εγώ έκπληκτος, μάθαινα για πρώτη φορά, για ενέργειες, στις οποίες δεν είχα προβεί ποτέ.

«Έχω όλα τα email σας». Μου είπε αφοπλιστικά, όταν είδε πως δεν επιβεβαίωνα τίποτα. Κοίταξα πρώτα την Άννα, μου με κοιτούσε και αυτή με απορία και μετά έριξα μια ματιά στο επόμενο ομιλητή, που μου θύμιζε κάτι από το παρελθόν. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία και προσπάθησα με κάποιο τρόπο να καταπιώ το σάλιο μου. Μου ήταν αδύνατο. Ζήτησα συγνώμη και πήγα στον πιο κοντινό μπουφέ, που ήταν στημένος έξω από την αίθουσα των ομιλιών και πήρα ένα ποτήρι νερό και δυο ποτήρια κρασί. Το νερό το κατέβασα μονορούφι, ένιωσα ανακούφιση και μια δροσιά να κυλάει μέσα στον φάρυγγα μου. Κοίταξα με ευγνωμοσύνη τον άνθρωπο που μου έδωσε το νερό και πήρα τα δυο ποτήρια με το κρασί στα χέρια μου. Μόλις τέσσερα βήματα πιο μακριά στεκόταν η Άννα με την κοπέλα και κάτι έλεγαν. Έχω την αίσθηση πως χαμογελούσαν η μια στην άλλη και αυτό μου προξένησε εντύπωση. Στο βάθος του κτιρίου, εκεί όπου βρισκόμασταν λίγο πριν, στην άκρη της μεταλλικής σκάλας είδα μια σιλουέτα να στέκετε και να κοιτάει προς το μέρος μου. Είδα μια σπασμωδική κίνηση για να κρυφτεί στο σκοτάδι, αλλά την ίδια στιγμή σαν να το μετάνιωσε και έμεινε εκεί να με παρακολουθεί. Περπάτησα προς το σημείο που στέκονταν οι δυο γυναίκες, κοιτώντας όμως προς την σκάλα. Η σιλουέτα παρέμενε ακίνητη. Πρόσφερα τα δυο ποτήρια και ζητώντας συγνώμη περπάτησα αποφασισμένος προς την σκάλα, αδιαφορώντας για το τι θα συναντούσα εκεί. Η σκιά παρέμενε ακίνητη, είχα καρφώσει το βλέμμα μου πάνω της για να μην χάσω ούτε μια λεπτομέρεια από τις κινήσεις της. Στο τελευταίο μου βήμα, πριν βρεθώ δίπλα της, κατάλαβα πως κάποιο φως δημιουργούσε μια οφθαλμαπάτη. Κοίταξα την πηγή του φωτός και στράβωσα τα χείλη μου. Άφησα μια βαθιά ανάσα να φύγει από μέσα μου και ήμουν έτοιμος να γυρίσω, πίσω όταν μια οικεία αίσθηση διαπέρασε την καρδιά μου. Ξαναπήρα μια βαθιά ανάσα για να αντέξω την λόγχη που με διαπερνούσε και ένιωσα δυο μάτια να με κοιτάνε από την κορυφή της σκάλας.

Το μονότονο μάντρα, του ομιλητή, υπνώτιζε τον χώρο και άφηνε ένα σκοτεινό πέπλο, σαν σκουρόχρωμη ομίχλη, να πέφτει ανάμεσα στα δωμάτια. Ίσα που αχνοφαίνονταν η Άννα με την κοπέλα και εγώ αισθανόμουν πως βρισκόμουν σε κάποιο άλλο μέρος, μακριά από τις δυο γυναίκες. Το μοναδικό που κατάφερνε και έσπαζε αυτήν την ομίχλη, ήταν ο ήχος, από τα λόγια του άντρα. Σαν αναλαμπή, θυμήθηκα το ηχόχρωμα του άντρα, που μου είχε ζητήσει τσιγάρο και ύστερα είχε εξαφανιστεί μέσα σε μια ομίχλη, έμοιαζαν. Δεν θα μου προξενούσε καμιά εντύπωση, αν μέσα στην τσέπη του ομιλητή, βρισκόταν ένας μπλε αναπτήρας.

Μόλις είχε πέσει ο ήλιος και τα χρώματα στον ουρανό ενέπνεαν για μυστηριώδης καταστάσεις. Η ιστορία του Βερολίνου είχε εξωραϊστεί. Είχα σκεφτεί ορθολογικά. Βρισκόμουν μόνος σε έναν ξένο τόπο. Ήταν επόμενο πως κάποιες καταστάσεις να μεγεθύνθηκαν στο μυαλό μου. Ένας άνθρωπος που κρυβόταν στις σκιές στην πλατεία Βικτόρια, μια λιποθυμία, ένας χορός, με μια άγνωστη σε ένα μπαρ, μια κουβέντα, παρεξήγηση. Το μυαλό μου τα σύνδεσε όλα, ώστε να μπορέσει να δημιουργήσει μια μοναδική ιστορία. Μια ιστορία που θα δικαιολογούσε την μοναξιά που ένιωθα στο Βερολίνο, την νοσταλγία για την Άννα, που υπήρχε βαθιά μέσα μου. Τις άσκοπες διαδρομές μου, σε μια τεράστια πόλη, με μια παράδοξη, περιρρέουσα ατμόσφαιρα, παρέα με τα φαντάσματα που την συνοδεύουν όλα τα χρόνια.

Είχαν περάσει δυο εβδομάδες από την επιστροφή μου στην Αθήνα και μου είχε πάρει ακριβώς τόσο, ώστε να συνθέσω τα κομμάτια και να σκεφθώ με λογική ότι μου είχε συμβεί εκεί. Ήταν η πρώτη μου βόλτα στους δρόμους της πρωτεύουσας, μετά την επιστροφή μου και την απολάμβανα. Είχα ξεχάσει ακόμα και το κτίριο της οδού Ακαδημίας, μέχρι την στιγμή που τα βήματα μου με έφεραν απέναντι του. Στο μυαλό μου επέστρεψαν εικόνες από εκείνη την βροχερή μέρα στην οδό Ιπποκράτους. Θυμήθηκα το αχνό φως που έφεγγε στην μεγάλη τζαμαρία, πάνω από τον φεγγίτη της πόρτας. Έπιασα τον εαυτό μου να διολισθαίνει ξανά σε μεταφυσικές σκέψεις και να προσπαθεί να ανακαλύψει την σχέση που υπήρχε, μεταξύ αυτού εδώ του κτιρίου και της κοπέλας στο μπαρ. Χαμογέλασα με τον παραλογισμό μου και κοίταξα το οικοδόμημα σαν να αποχαιρετούσα μια σχέση, με την οποία είχαμε περάσει πολλά, είχαμε βαθιά αισθήματα ο ένας για τον άλλον, αλλά πλέον δε μπορούσαμε να συνεχίσουμε να είμαστε μαζί. Εκείνη ακριβώς την στιγμή ήταν που τα πάντα είχαν ξεκαθαρίσει. Αποφάσισα πως όλα ήταν ένα παιχνίδι του μυαλού, μια υπέροχη φανταστική ιστορία που είχα σκαρφιστεί για να συνδέσω όσα συνέβησαν. Ένα όμορφο, μυστηριακό, ρομαντικό διήγημα, που ίσως είχα διαβάσει κάποτε στην ζωή μου ή θα ήθελα να μου είχε συμβεί. Αφορμή πάντα η Άννα. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας που με βασάνιζε για χρόνια, που με ισορροπούσε από την δειλία στο θάρρος και από την ελπίδα στην απελπισία. Αν και είχαμε τραβήξει διαφορετικούς δρόμους μετά το λύκειο, είχαμε κρατήσει επαφές και υπήρχαν χρονικές περίοδοι που κάναμε αρκετή παρέα. Συνήθως όταν δεν είχε κάποια σχέση. Εγώ μόνος, περιστασιακές γνωριμίες, πάντα με την σιγουριά πως θα ήταν το επόμενο βήμα και ύστερα πισωγύρισμα στην εικόνα της Άννας, να με κοιτάζει που καθόμουν στα σκαλιά του προαυλίου και να μου χαμογελάει. Η λόγχη να διαπερνάει την καρδιά και να βγαίνει από το στέρνο μου, στάζοντας ζεστό αίμα.

Η επόμενη ημέρα με έβρισκε με κλεισμένα ρολά, με ένα ποτήρι στο χέρι, να τριγυρνάω άσκοπα μέσα στο διαμέρισμα μου, ακούγοντας το, As time goes by, του Frank Sinatra, σε άπειρες επαναλήψεις, μέχρι να έρθει η στιγμή που όλα θα έμοιαζαν να βρίσκονται πίσω από ένα αμμοβολημένο γυαλί. Εγώ, μια γκροτέσκα ύπαρξη, που προσπαθεί απεγνωσμένα και μάταια, να ξεφύγει από την μοίρα της μέσα από το κενό του αλκοόλ, ακολουθώντας μια μονότονη διαδικασία χρόνων, που ποτέ δεν απέδειξε, έστω και για μια φορά, ότι ήταν η ενδεδειγμένη. Σκιές και είδωλα συγκεχυμένα, σε ένα άπειρο, που παραδόξως χωρούσε μέσα στο σαλόνι και αναδυόταν μέσα από την φαντασία μου. Μια άμορφη οπτασία, σαν καπνός από τσιγάρο, η Άννα, στεκόταν εμπρός μου και μου χαμογελούσε με τον τρόπο που χαμογελούν τα κορίτσια που ξέρουν ότι είσαι δειλός για να κάνεις την πρώτη κίνηση. Το ξημέρωμα βάρβαρο, έπεφτε πάνω στα μάτια μου σαν αλάτι σε πληγή και εγώ, διαπίστωνα δίχως έκπληξη, πως για ακόμα μια φορά, η Άννα, είχε επιστρέψει εκεί όπου άνηκε, στην καρδιά μου.

Είχα ξεμείνει να κοιτάω το μεγάλο παράθυρο από το απέναντι πεζοδρόμιο και να προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου για την λογική της σκέψη μου, ενώ την ίδια στιγμή έπιασα μια μικρή ελπίδα να ξεπηδάει και μια ευχή, να δω ξανά το αμυδρό φως στην τζαμαρία. Έμεινα για λίγα λεπτά κοιτώντας μέσα στο κρύο. Τίποτα, ούτε καν μια αχτίδα φωτός, κάτι ανεπαίσθητο, που θα έκανε εκείνη την αίσθηση να θεριέψει. Χαμογέλασα απογοητευμένος, αλλά με εκείνο το αίσθημα που έχει ένας άνθρωπος που πίστευε σε ένα παραμύθι. Έσκυψα το κεφάλι, κοιτώντας τα πλακάκια του πεζοδρομίου, πριν αφήσω πίσω μου, ότι ήταν αυτό που με κρατούσε εκεί.

Έκανα το βήμα για να απομακρυνθώ και ... την είδα να στέκεται μπροστά μου!

Θ

Ανέβηκα επιφυλακτικά, σχεδόν την μισή διαδρομή, προς το τέλος της σιδερένιας σκάλας, πλησιάζοντας την σιλουέτα. Ο ομιλητής εδώ πάνω ίσα που ακουγόταν, χωρίς να μπορείς να ξεχωρίσεις τι έλεγε, κι όμως τώρα ήταν που η φωνή του, μου θύμιζε τον άντρα που είχε ζητήσει τσιγάρο πριν έντεκα χρόνια. Προσευχήθηκα, παρακαλώντας όλα όσα ζούσα να ήταν ένα παιχνίδι της φαντασίας μου, μια θύμηση που επανέφερε ότι έζησα εκείνες τις δέκα ημέρες σε αυτήν εδώ την διεύθυνση. Προσπάθησα ένα ακόμα βήμα προς την κορυφή και είδα την Βερόνικα να στέκεται εμπρός μου. Χαμογελούσε τόσο γλυκά που την ίδια στιγμή ξέχασα την προσευχή και άφησα τον εαυτό μου να θυμηθεί την γλύκα των φιλιών της. Εκείνη την πρώτη ημέρα, στο Βερολίνο, που τα χείλη μου άγγιξαν τα δικά της. Η παγωνιά διαπέρασε το σακάκι μου και άγγιξε το όλο το κορμί μου. Σε μια προσπάθεια να αμυνθεί στο κρύο, το σώμα μου, άρχισε να τρέμει, προσπαθώντας, μάταια, να ανεβάσει την θερμοκρασία του.

Δεν ξέρω πόση ώρα βρισκόμασταν ακίνητοι, ο ένας απέναντι από τον άλλον. Προσπάθησα να πω κάτι, αλλά την ίδια στιγμή το μετάνιωσα και έμεινα σιωπηλός. Αισθάνθηκα δίπλα μου να με κυκλώνουν άλλες μορφές, χορεύοντας απαλά σε ένα ρυθμό που δεν μπορούσα να ακούσω, ωστόσο ήμουν σίγουρος πως λικνιζόντουσαν στους ήχους του Flamenco sketches. Όλα μου δημιούργησαν την αίσθηση μιας κυκλικής διαδρομής, πραγμάτων και γεγονότων που επαναλαμβάνονται. Η Βερόνικα, ο χορός, το τραγούδι του Milles Davis. Όλα θύμιζαν εκείνη την βραδιά, πριν έντεκα χρόνια στο Βερολίνο. Ένιωσα μια σταγόνα να κατεβαίνει αργά την ραχοκοκαλιά μου. Η αγωνιά, με σύμμαχο την αδρεναλίνη, είχαν ανεβάσει τους παλμούς μου και την θερμοκρασία του σώματος μου και τα πάντα πάνω μου βρίσκονταν σε εγρήγορση. Ο χρόνος είχε μείνει στάσιμος, όπως και οι σκιές που ήταν παραταγμένες γύρω από εμένα και την Βερόνικα. Υπέθεσα ότι η μουσική είχε σταματήσει.

Μια ολόκληρη αιωνιότητα περνούσε μέσα σε εκείνα τα δευτερόλεπτα, ένας κβαντικός χρόνος που τρελαίνει την λογική. Σαν ένα παιχνίδι, που ήμουν σίγουρος πως δεν γινόταν να κερδίσω, χωρίς να υποχωρήσω.

Η Βερόνικα πλησίασε σε απόσταση, μιας μόλις αναπνοής. Ένιωθα την ανάσα της βαριά να αγγίζει το πρόσωπο μου και αναμνήσεις πλημμύρισαν όλο το κορμί μου. Ανατρίχιασα και δυνατά ρίγη τράνταζαν το σώμα μου.

«Τι θέλεις πάλι από εμένα;» Ρώτησα και το μοναδικό που εισέπραξα σαν απάντηση, ήταν το γνωστό χαμόγελο, που αφόπλιζε μια ολόκληρη μεραρχία.

«Έχουν περάσει έντεκα χρόνια». Της είπα, μην προσδοκώντας ωστόσο κάποια λογική.

«Δέκα ημέρες!» Μου απάντησε και τα μάτια της με κοίταξαν με όλη την αγάπη του κόσμου. Με κάποιο τρόπο πλησίασε ακόμα πιο κοντά, σχεδόν τα σώματα μας ακουμπούσαν μεταξύ τους. Κάτι σαν θερμότητα με διαπέρασε και θυμήθηκα όλες τις βραδιές που είχαμε περάσει μαζί. Μέσα στο στέρνο μου κάτι μετακινήθηκε, κάτι τρεμόπαιξε. Δεν γνωρίζω αν η επιστήμη έχει ανακαλύψει ποιο είναι αυτό το όργανο που μετακινείται, όταν νιώθεις τέτοιου είδους συγκίνηση, θα ήθελα να το γνωρίζω, θα ήθελα να το αφαιρέσω από μέσα μου. Η Βερόνικα έκλεισε τα μάτια και ακούμπησε το κεφάλι της πάνω στον δεξί μου ώμο. ένιωσα τα χέρια της να αγκαλιάζουν τον αυχένα μου και τα δάχτυλα της να χαϊδεύουν απαλά την βάση του κρανίου μου. Από το μυαλό μου πέρασε να την σπρώξω πίσω, να κατέβω τρέχοντας τις σκάλες, να πάρω την Άννα και να φύγω μακριά από εδώ. Τα χέρια της Βερόνικα σκλήρυναν, οι παλάμες ακούμπησαν στους ώμους μου και έσπρωξαν το σώμα της μακριά από το δικό μου. Τα μάτια της ήταν δακρυσμένα και γεμάτα οργή. Την κοίταξα έκπληκτος, αλλά ήξερα. Είχε δει την σκέψη μου. Έκανε να απομακρυνθεί, άπλωσα το χέρι μου για να την κρατήσω κοντά μου αλλά έπιασα τον αέρα. Δεν ήθελε να την αγγίζω. Έσκυψε το κεφάλι και έδειξε να αποδέχεται τα πράγματα όπως ήταν. Λάθος! Οι σκιές εξαφανίστηκαν από δίπλα μας και αυτή χάθηκε στο σκοτάδι χωρίς να με ελευθερώσει. Κοίταξα έντρομος στην αρχή της σιδερένιας σκάλας. Τα φώτα ήταν ακόμα εκεί. κατέβηκα βιαστικά τα σκαλιά, ώσπου έφτασα στο ισόγειο. Η Άννα με την κοπέλα μιλούσαν ακόμα, δεν είχαν πιει ούτε μια γουλιά από το κρασί τους και ο ομιλητής μιλούσε ακόμα για το σπίτι με τις Καρυάτιδες, στην οδό Αγίων Ασωμάτων. Έμοιαζε να μην είχε περάσει ούτε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, από την στιγμή που ανέβηκα την σκάλα. Ωστόσο η αίσθηση πως κάτι είχε διαπεράσει την καρδιά μου ήταν ακόμα εκεί και με πονούσε. Βάδισα αργά, προς στο κατώφλι της πόρτας που στεκόταν η Άννα. Η κοπέλα, που δεν είχα μπει στον κόπο να ρωτήσω το όνομα της, με κοίταξε, ζύγισε με το βλέμμα της την διάθεση μου και μου χαμογέλασε επαγγελματικά.

«Που ήσουν;»

«Είχα ανέβει στον δεύτερο όροφο, από τις σκάλες που είδαμε λίγο πριν». Απάντησα στην Άννα και κοιτούσα στα μάτια την άλλη γυναίκα μήπως και δω κάποια αντίδραση. Αν εξαιρέσω ένα ανεπαίσθητο παίξιμο στα βλέφαρα δεν φάνηκε να ενοχλείτε.

«Ακούσατε καθόλου τον ομιλητή μας;»

«Δεν θα μου έκανε καμιά εντύπωση, αν μέσα από την τσέπη του έβγαζε έναν μπλε αναπτήρα και μου ζητούσε τσιγάρο». Οι δυο γυναίκες με κοίταξαν με απορία, μένοντας αμίλητες, προσπαθώντας να επεξεργαστούν την φράση που μόλις είχα ξεστομίσει. Μόνο λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, η Άννα πλησίασε στο αυτί μου και με ρώτησε ψιθυρίζοντας, τι σαχλαμάρες είναι αυτές που λέω. Της έκανα ένα νεύμα, ότι ήταν ώρα να φύγουμε από εκεί μέσα. Φάνηκε να διστάζει.

«Αν θέλετε, μπορώ να βρω χρόνο να μιλήσετε και εσείς». Η κοπέλα, που μου διέφευγε το όνομα της, μου μιλούσε, σαν να αγνοούσε ότι έλεγα, ή όποιο ολοφάνερο νόημα έκανα στην Άννα για να φύγουμε. Της απάντησα απότομα και βεβιασμένα, πως δεν ήμουν καθόλου προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο και πως θα έπρεπε να με έχουν ειδοποιήσει πολλές μέρες πριν.

«Μα κύριε Μενδρινέ, στα mail σας ήσασταν ξεκάθαρος. Δεν θέλατε να μιλήσετε, αλλά ούτε και να αναφερθεί το όνομα σας. Νομίζω πως ήσασταν σαφής και αυτό πράξαμε. Το ότι σας καλέσαμε πριν τέσσερις ημέρες, ήταν μια πρωτοβουλία δική μου και η αλήθεια ήταν πως μιλήσατε τόσο απότομα που δεν περίμενα πως θα ερχόσασταν». Κούνησα το κεφάλι μου, πήρα την Άννα από το χέρι και έκανα να απομακρυνθώ. Ωστόσο κάτι με έτρωγε, κάτι δεν ταίριαζε με όσα είχαν ειπωθεί. Χωρίς να γυρίσω να την κοιτάξω, την ρώτησα αν με είχε ξανακαλέσει, πέρα από εκείνο το τηλεφώνημα. Η απάντηση της ήταν όχι. Μόνο ένα τηλεφώνημα είχε πραγματοποιηθεί.

Μέσα στην ζάλη μου, ένιωθα την παλάμη μου να ιδρώνει, χρειαζόμουν επειγόντως λίγο φρέσκο αέρα. Άφησα το χέρι της Άννας και έτρεξα γρήγορα προς την έξοδο. Ο κρύος αέρας με χαστούκισε στο πρόσωπο και η βοή των αυτοκινήτων με επανέφερε σε φυσιολογικές σκέψεις. Μπροστά μου στεκόταν ο ομιλητής που είχε αναφερθεί στο σπίτι με τις Καρυάτιδες. Με κοίταξε σαν να έβλεπε έναν γνωστό του από τα παλιά και έφερε στο στόμα του ένα τσιγάρο. Δεν το σκέφτηκα, τον πλησίασα και στάθηκα απέναντι από το πρόσωπο του. Μου χαμογέλασε παγωμένα.

«Μήπως έχετε ένα τσιγάρο;» Τον ρώτησα με συγκρατημένη οργή. Μου έγνεψε καταφατικά και έβγαλε το πακέτο του, προσφέροντας μου ένα.

«Αναπτήρα;» Κούνησε το κεφάλι του, έβαλε το χέρι στην τσέπη, βγάζοντας ένα μπλε αναπτήρα. Στην επόμενη σκηνή, θυμάμαι το χέρι μου να σηκώνεται, να προσγειώνετε στο πρόσωπο του και την φωνή της Άννας να φωνάζει έντρομη το όνομα μου. Μετά θυμάμαι να παρατηρώ ένα φύλο που αιωρούνταν στον ουρανό. Γύρω δεν υπήρχαν δέντρα, το φύλλο έμοιαζε παράταιρο, βαλμένο σε αυτήν την εικόνα επίτηδες, απλά για να προκαλέσει. Ο αέρας το έκανε να χορεύει στις ορέξεις του και αυτό προσπαθούσε να φτάσει, να ακουμπήσει στην γη. Η αόρατη δύναμη το κρατούσε ψηλά, το βολόδερνε πότε δεξιά, πότε αριστερά και ύστερα ξανά στα ψηλά, για να ξαναρχίσει την κατάβαση του, μάταια, αλλά με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα ακουμπήσει στην γη και εκεί θα σταθεί για να ξαποστάσει.

Την κοιτούσα γεμάτος από ανάμεικτα συναισθήματα χαράς, έκπληξης, πόθου και τρόμου. Αυτή αγέρωχη, με το χαμόγελο, που είχε χαραχτεί στην μνήμη, από εκείνο το βράδυ στο Quasimodo, λίγο πριν φύγει από δίπλα μου.

«Είσαι δικός μου». Μου είπε με μια φωνή, που με δυσκολία κατάφερνα να την ακούσω, από τους ήχους των αυτοκινήτων που περνούσαν με ταχύτητα δίπλα μας. Είχα παγώσει στην θέα της, ήθελα να την αγκαλιάσω με ορμή, ενώ ταυτόχρονα άκουγα μια φωνή μέσα μου να με προειδοποιεί και να μου φωνάζει, φύγε! Έκανα ακόμα ένα βήμα και έπεσα στην αγκαλιά της φιλώντας την με όσο πάθος είχα. Μέσα σε μια στιγμή, όσα σκεφτόμουν τις προηγούμενες δυο εβδομάδες, είχαν ξεχαστεί. Ήμουν μόνος με αυτήν, ένιωθα τα χείλη της και απορούσα, πως είχα καταφέρει να επιζήσω χωρίς το άγγιγμα τους, όλες αυτές τις ημέρες. Η ανάμνηση της Άννας είχε θολώσει, δεν με πλήγωνε και αυτό με έκανε να αισθάνομαι απελευθερωμένος, ξαλαφρωμένος από τις δικές μου ατολμίες και τους δικούς μου φόβους. Το κορμί που αγκάλιαζα, ήταν το διαβατήριο μου για την διαφυγή μου, από το αδιέξοδο στο οποίο είχα βρεθεί με τον εφηβικό μου έρωτα. Όλα καλά λοιπόν. Και τι με νοιάζει πως βρέθηκε εδώ; Και τι με νοιάζει ποια είναι; Και τι με νοιάζει που θα με οδηγήσει;

Ενστικτωδώς σε αυτήν την ερώτηση έκανα ένα βήμα πίσω, τα μάτια της με μαγνήτισαν, με τράβηξαν πίσω. Μου αγκάλιασε το χέρι και περάσαμε απέναντι. Βρεθήκαμε έξω από την πόρτα του παράξενου κτιρίου, έντρομος της έσφιξα την παλάμη. Με καθησύχασε με ένα βλέμμα και με τράβηξε μέσα.

Παρά την ομίχλη, που επικρατούσε μέσα στο μυαλό μου, ερχόταν στα αυτιά μου μια πολύ γνώριμη μουσική, από ένα κλασικό έργο του Antonin Dvorak, cello concerto in B minor. Μια μουσική νοσταλγική και ταυτόχρονα δυναμική. Μια μουσική, που αν έκλεινες τα μάτια, άγγιζε ότι βαθύτερο υπήρχε μέσα σου, ταξιδεύοντας σε, στους δρόμους ενός μοναδικού έρωτα, και καθώς το έγχορδο έφτανε στις πιο υψηλές νότες του σου χάριζε μια ρίγη στην ψυχή, που μόνο η μουσική μπορεί να σου δώσει.

Ένιωσα να ξυπνάω από έναν υπέροχο λήθαργο. Με είχαν κυκλώσει οι αναμνήσεις, από την εποχή που επισκεπτόμουν συχνά την Ακαδημίας 58a, έπιασα τον εαυτό μου να έχει απλώσει ένα χαμόγελο στο πρόσωπο του μέχρι την στιγμή που θυμήθηκα τι είχε συμβεί. Πετάχτηκα έντρομος κοιτάζοντας γύρω μου. Βρισκόμουν μέσα στο αυτοκίνητο μου, η Άννα καθόταν στην θέση του οδηγού, όλα έδειχναν φυσιολογικά, εκτός από το ύφος της. Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στον δρόμο και φαινόταν ξεκάθαρα ότι τίποτα δεν μπορούσε να την αποσπάσει από εκεί. Παρατήρησα πως με κοίταξε με την άκρη των ματιών της και τίποτα παραπάνω. Ούτε ένας μορφασμός, ούτε μια ανεπαίσθητη σύσπαση του προσώπου. Σκληρό. Τα φώτα έπεφταν πάνω του δημιουργώντας την αίσθηση πως ήταν φτιαγμένο από κάποιο σκληρό μέταλλο. Μόνο τα βλέφαρα της ανοιγόκλειναν, θυμίζοντας πως δεν ήταν κάποιο ρομπότ, αλλά κανονικός άνθρωπος με σάρκα και οστά.

«Τι έχει συμβεί;» Την ρώτησα χαμηλόφωνα, γιατί οι εικόνες που είχα στο μυαλό μου ήταν από μπερδεμένες ως αρκετά θολές.

«Αυτό περιμένω και εγώ να μου πεις, τι σου έχει συμβεί; Σε βρίσκω λιπόθυμο χωρίς κάποιο λόγο, μιλάς για κάποιες σκιές που μας κυκλώνουν, παρατηρείς στα σκοτάδια, σαν να βλέπεις κάτι εκεί, ενώ δεν υπάρχει τίποτα και κάνεις απόπειρες να γρονθοκοπήσεις ανθρώπους που ούτε καν γνωρίζεις;»

«Τον χτύπησα;» Ρώτησα με πραγματικό ενδιαφέρον. Είχε προλάβει να τραβήξει το πρόσωπο του και μόλις που ένιωσε τον αέρα της γροθιάς μου να του ακουμπάει το πρόσωπο. Μου απάντησε η Άννα, εξηγώντας μου παράλληλα, πως ο άνθρωπος προσφέρθηκε, μετά την λιποθυμία μου, να με κουβαλήσει μέχρι το αυτοκίνητο.

«Σήμερα όλο με κουβαλάνε!!» Της είπα αστειευόμενος, αλλά από την αντίδραση της κατάλαβα πως δεν είχε όρεξη για αστεία και η αλήθεια ήταν πως δεν υπήρχε χρόνος για αστεία. Τα πράγματα είχαν γίνει σοβαρά. Η Βερόνικα είχε επιστρέψει, όπως το είχε υποσχεθεί. Αυτό που αναρωτιόμουν, ήταν αν θα έκανε πραγματικότητα όσα μου είχε πει, όταν έκλεινα για τελευταία φορά πίσω μου την σιδερένια πόρτα και αφήνοντας τις σκιές να ουρλιάζουν από οργή.

Φτάσαμε έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας που έμενα. Μείναμε αμίλητοι και ακίνητοι για μερικά δευτερόλεπτα, αφού ο κινητήρας του αυτοκινήτου σταμάτησε να ακούγεται. Νομίζω πως πρέπει να βγήκαν από το στόμα μου οι λέξεις που καλούσαν την Άννα να ανέβει μαζί μου στο διαμέρισμα και ολοκλήρωσα με ένα, δεν είναι πολύ αργά. Η ώρα ήταν έντεκα και σαράντα τέσσερα, σύμφωνα με το ηλεκτρονικό ρολόι του αυτοκινήτου, που είχε σβήσει δευτερόλεπτα πριν.

Έσυρα απαλά το κλειδί στην κλειδαριά, προσπαθώντας να ακούσω κάθε ήχο που δημιουργούνταν από την επαφή των δυο μετάλλων. Γύρισα το χέρι μου προς τα αριστερά και άκουσα την πρώτη φάση του ξεκλειδώματος. Λίγο αργότερα άνοιγα την πόρτα και έμπαινα στο διαμέρισμα, που μύριζε ακόμα το άρωμα μου, ανακατεμένο με το Dolce Cabana, το άρωμα της Άννας. Άνοιξα τα φώτα και όλα έδειχναν φυσιολογικά. Το φυσιολογικό για εμένα ήταν μια λέξη άγνωστη. Θυμάμαι πως σε όλη μου την ζωή, τα πάντα, κυλούσαν μεταξύ φανταστικού, παράταιρου, και κάπου ενδιάμεσα σε αυτά, στίγματα, μιας, κατά τα άλλα, φυσιολογικής ζωής.

«Ξέρω πως θα το μετανιώσω, αλλά χρειάζομαι ένα ποτό». Γύρισα και την κοίταξα μέσα στα μάτια, σαν μην υπήρχε επόμενο λεπτό για εμάς. Την πλησίασα, την αγκάλιασα και ακούμπησα τα χείλη μου πάνω στα δικά της. Αισθάνθηκα να παραδίνονται, παρά το αρχικό ξάφνιασμα και έπεσα με μεγαλύτερη ορμή πάνω της. Τα νύχια της χωνόντουσαν μέσα στην πλάτη μου με βια και εγώ ανάσαινα όλο και πιο βαριά από τον πόθο που στρίμωχνα ατελείωτα χρόνια μέσα μου. Τα ρούχα δεν υπήρχαν πια, τίποτα δεν μας χώριζε από το να γίνουμε ένα. Ένα σώμα, ένα πνεύμα, μια οντότητα που θα επικοινωνούσε με ότι πιο αρχέγονο και με ότι πιο μακρινό στο σύμπαν. Είναι οι στιγμές που δεν υπάρχουν όρια, δεν υπάρχει χρόνος. Μόνο μια ουσία να πλανάται γύρω μας και να μας γεμίζει από δύναμη, έξαψη και πόθο. Την κοιτούσα στο πρόσωπο, καθώς είχαμε ενωθεί και έβλεπα μια θεά να με κοιτάει με μισόκλειστα μάτια, πλημμυρισμένη από συναισθήματα που δεν είχα καταλάβει πως έχει για εμένα. Την τύλιγα με τα χέρια μου τόσο σφιχτά, φοβούμενος μην είναι όνειρο και φύγει από την αγκαλιά μου. Αλλά ήταν αλήθεια. Την στιγμή που φτάναμε στο άπειρο την φίλησα με όλη την μανία της στιγμής και μου ανταπέδωσε με όλη την δύναμη της. Τα επόμενα δευτερόλεπτα, μας βρήκε σφιχταγκαλιασμένους, να βαριανασαίνουμε και να προσπαθούμε με σιωπές και αγγίγματα, να αναπληρώσουμε, όσα είχαμε στερηθεί, όλα αυτά τα χρόνια. Η αγκαλιά της ήταν ότι πιο γαλήνιο έχω αισθανθεί στην ζωή μου. Μέσα εκεί ένιωθα πως μπορούσα να προστατευτώ από οτιδήποτε και έπαιρνα δύναμη για να αντιμετωπίσω οτιδήποτε. Σαν κουκούλι, που κάθε φορά, θα με μεταμόρφωνε σε αυτό που έπρεπε. Δεν ένιωσα την ανάγκη να μιλήσω, άλλωστε ότι και να σκέφτηκα το αισθάνθηκα τόσο κλισέ. Την κοίταξα στα μάτια, καθώς μου χάιδευε τα μαλλιά και κουλουριάστηκα, σαν έμβρυο, μέσα της. Ένας γλυκός ύπνος μας περικύκλωνε, καταλάβαινα το χέρι της, να μειώνει την κίνηση του πάνω στο κεφάλι μου ενώ τα βλέφαρα μου είχαν βαρύνει σε βαθμό που αδυνατούσα να τα κρατήσω ανοικτά. Ούτε θυμάμαι πια ακριβώς στιγμή με πήρε ο ύπνος, ωστόσο θυμάμαι πολύ καλά, πως την στιγμή που χανόμουν στον κόσμο του Μορφέα, άκουγα την καρδιά της Άννας να χτυπάει ρυθμικά και σε πλήρη ταύτιση με την αναπνοή της, που γινόταν κοφτή και απαλή.

Όταν άνοιξα τα μάτια μου, δεν θυμόμουν ούτε ένα όνειρο. Όμως αισθανόμουν, για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια, ξεκούραστος. Είχα ξυπνήσει με μια καταπληκτική διάθεση, αισθανόμουν έτοιμος για τα πάντα. Ακόμα και να τελειώσω εκείνο το στοιχειωμένο σχέδιο, που παρέμενε ημιτελές, πάνω στο σχεδιαστήριο του γραφείου μου. Από το μπάνιο ακουγόταν το νερό που έτρεχε πάνω στην πορσελάνινη ντουζιέρα και η Άννα που σιγοτραγούδαγε κάποιον, άγνωστο σε εμένα, στίχο. Έμεινα ξαπλωμένος, κοιτώντας το ταβάνι και κάνοντας τον απολογισμό της χθεσινής ημέρας. Ήταν η πρώτη φορά στην ζωή μου, που έκανα έναν απολογισμό ... Όχι, δεν ήταν. Είχα ξανακάνει έναν απολογισμό, την ημέρα που γύρισα από το Βερολίνο και η αλήθεια ήταν πως δεν είχε πάει και πολύ καλά. Ανακάθισα στο κρεβάτι και κοίταξα την πόρτα του μπάνιου. Είχε, από κατασκευής, ένα κενό μεταξύ δαπέδου και πόρτα, τόσο ώστε να φαίνεται η σκιά κάποιου που κινούνταν μέσα. Το νερό είχε σταματήσει να τρέχει και η Άννα, σύμφωνα με την σκιά της, θα πρέπει να βρισκόταν μπροστά στον καθρέφτη του νιπτήρα. Την φανταζόμουν να κοιτάζεται και να σκέφτεται αν αυτό που συνέβη εχτές ήταν σωστό. Δυο φίλοι, μετά τόσα χρόνια, ώριμοι ωστόσο, αρκετά μεγάλοι ώστε να ελέγχουν τις πράξεις τους και με μια αμοιβαία έλξη, που ποτέ, μέχρι και την προηγούμενη βραδιά, να μην έχει καταφέρει να τους φέρει μαζί. Αυτά θα σκεφτόταν, ήμουν τόσο σίγουρος, που την έβλεπα να δαγκώνει αμήχανα το κάτω χείλος της και να χαμογελάει πονηρά στον εαυτό της σαν να είχε κάνει μια ζαβολιά. Ένιωσα σαν ένα είδους ηδονοβλεψία, που κρυφοκοιτάει την σκιά, να κυματίζει αισθησιακά πάνω στο λευκό μάρμαρο. Ξαφνικά ένας κρύος φόβος τύλιξε όλη μου την ύπαρξη. Ήταν αλήθεια; Πράγματι πίσω από την πόρτα του μπάνιου βρισκόταν η Άννα ή η φαντασία μου είχε γεννήσει μια πλαστή πραγματικότητα. Το μυαλό δεν είναι καθόλου αξιόπιστο όργανο. Μπορεί πάρα πολύ εύκολα να ξεγελαστεί. Με ένα απλό τρικ, με μια παραπλάνηση, που θα μπορούσε να το κάνει να πιστέψει κάτι που δεν υπάρχει στα αλήθεια. Το στόμα μου στέγνωσε απότομα, σε βαθμό που δεν μπορούσα να καταπιώ, γιατί είχα στερέψει από σάλιο. Έκανα να σηκωθώ από το κρεβάτι, ενώ είχα καρφώσει το βλέμμα μου στο κενό, μεταξύ πόρτας και δαπέδου. Μόλις έκανα το πρώτο βήμα για να πλησιάσω, είδα ακόμα μια σκιά να κινείτε μέσα στο μπάνιο. Προσπάθησα να φωνάξω, αλλά η φωνή είχε εγκλωβιστεί κάπου μέσα στους πνεύμονες. Δεν υπήρχαν περιθώρια, μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου έπρεπε να ανακτήσω την ψυχραιμία μου. Δεν πιστεύω πως τα κατάφερα, αλλά με κάποιο τρόπο, η φωνή μου κατάφερε να περάσει από τις οδούς που έπρεπε και βγήκε από το λαρύγγι μου.

«ΆΝΝΑ!!»

Ι

Μέχρι να συνηθίσουν τα μάτια μου στο σκοτάδι, συνέχιζα να κρατάω σφιχτά το χέρι της. Άκουσα πίσω μου έναν τριγμό και την πόρτα να κλείνει. Για δύο δευτερόλεπτα ένιωσα την ανάσα μου να σταματάει και να επανέρχεται αυτόματα με μια βαθιά εισπνοή. Μπροστά μου ήταν η κοπέλα από το Βερολίνο ή τουλάχιστον έτσι υπέθετα, αφού δεν μπορούσα να ξεχωρίσω καθόλου την σιλουέτα που προηγούνταν. Μόνο η σιγουριά, ότι κρατούσα το χέρι της, με έκανε να αισθάνομαι πως με οδηγούσε αυτή, μέσα στο ξεχασμένο, από τον χρόνο, κτίριο. Κατάλαβα πως ανεβαίναμε κάτι σκαλιά, θα πρέπει να κοντοστάθηκα, γιατί ένιωσα να αυξάνεται η δύναμη του χεριού που με κρατούσε, ώστε να με προτρέψει να το ακολουθήσω. Δεν αντιστάθηκα, συνέχισα να ακολουθώ πειθήνια, μέχρι που βρεθήκαμε στον όροφο με την μεγάλη τζαμαρία. Παρατήρησα ένα τραπέζι και μια παμπάλαιη λάμπα, που φώτιζε με σπαρματσέτο. Από αυτήν την λάμπα, υπέθεσα, πως προερχόταν η αχτίδα που είχα δει την ημέρα που γύρισα από το Βερολίνο. Τα φώτα από τον δρόμο ίσα που εισχωρούσαν μέσα στην αίθουσα, φωτίζοντας αμυδρά τον χώρο. Το χέρι ξέσφιξε το δικό μου και η σιλουέτα άρχισε να γίνεται ασαφής. Με δυσκολία ξεχώριζα που βρισκόταν στον χώρο, καθώς μπερδευόμουν από κάποιες τυχαίες αντανακλάσεις που έκαναν την εμφάνιση τους, τραβώντας μου την προσοχή. Αν και αισθανόμουν μια ψυχική ευφορία, είχε ξεκινήσει να γεννιέται μέσα μου μια αμηχανία που με κυρίευε. Η ηρεμία είχε ξεκινήσει να με εγκαταλείπει και ένας εκνευρισμός υπήρχε, πλέον, διάχυτος σε όλο μου το κορμί.

«Είσαι εδώ;» Η φωνή μου ακούστηκε σε δυο, τρία ακόμα σημεία, εκεί όπου έκανε αντανάκλαση, στους άδειους τοίχους. Άκουσα κάποια πνιχτά γέλια, δεν ήμουν μόνος. Το σκοτάδι είχε οξύνει τις αισθήσεις μου και μπόρεσα να ξεχωρίσω περισσότερα από ένα ηχοχρώματα. Το βλέμμα μου έπεσα πάνω στην λάμπα που βρισκόταν στο τραπέζι. Έκανα ένα βήμα για να πλησιάσω, έσυρα τα πόδια μου, από φόβο μην σκοντάψω σε κάποιο έπιπλο που δεν έβλεπα. Πήρα στα χέρια μου την λάμπα, την περιεργάστηκα, είδα, από το ελάχιστο φως που έμπαινε από το παράθυρο, πως είχε ένα σχεδόν αχρησιμοποίητο σπαρματσέτο. Έβγαλα από την τσέπη μου έναν αναπτήρα και το άναψα. Ο χώρος φωτίστηκε. Πήρα το βλέμμα μου βιαστικά από πάνω της και κοίταξα στο βάθος του δωματίου. Στην αρχή της σκάλας, δίπλα στην κουπαστή, στεκόταν εκείνη η ίδια φιγούρα που είχα αντικρίσει στο πάρκο Βικτόρια.

«Τι θες εδώ, πως ήρθες; Ποια είσαι;» Οι ερωτήσεις έμοιαζαν ασήμαντες. Η νευρικότητα μου είχε χαθεί και μια γαλήνη είχε απλωθεί σε όλο μου το σώμα. Ένιωσα τα χείλη μου τεντωμένα, να σχηματίζουν ένα χαμόγελο και τον νου μου απελευθερωμένο από κάθε σκέψη.

«Πως με είδες;» Η ερώτηση που ακόμα δεν είχα απαντήσει. Ωστόσο δεν νομίζω πως υπήρχε κάποια απάντηση. Γιατί της φαινόταν παράξενο που την είχα δει εκείνη την ημέρα.

«Δεν ξέρω, απλά στεκόσουν εκεί όπου έπεσε το βλέμμα μου. Ποια είσαι;»

Ένιωσα ένα κάψιμο στην καρδιά και έγειρα λίγο το σώμα μου για να περάσει ο πόνος.

«Τώρα πια είσαι δικός μου».

«Ποια είσαι;» Επανέλαβα και τα συναισθήματα εναλλάσσονταν μέσα μου σαν σκηνές από ταινία δράσης. Τώρα ήταν ένας απόκοσμος φόβος, ο οποίος με είχε κυκλώσει και με είχε κάνει να ελέγχω τον χώρο για διεξόδους διαφυγής. Δεν απάντησε. Βρισκόμουν ακόμα κοντά στο τραπέζι, διπλά στην τζαμαρία. Την είδα να με πλησιάζει. Η κίνηση της ήταν αέρινη, σαν να μην βάδιζε στο πάτωμα. Είδα το χαμόγελο της, καθησυχαστικό, γλυκό, πλημμυρισμένο από μια δύναμη που σε έκανε να το εμπιστεύεσαι. Στάθηκε μόλις μια αναπνοή μακριά μου, ένιωσα την ανάσα της, ζεστή, ζωντανή, ερωτική. Η καρδιά μου είχε παλμούς, τους αισθανόμουν όλους, όλο το σώμα μου σειόταν από αυτήν την δύναμη ενώ αντίκριζα τα μελιά μάτια της Άννας!!! Έντρομος έκανα ένα βήμα πίσω και χτύπησα πάνω στο τραπέζι, ανατρέποντας την λάμπα που έσβησε απότομα. Το σκοτάδι τύλιξε πάλι όλο το δωμάτιο. Το χαμόγελο, που βρισκόταν πριν λίγο μια ανάσα από εμένα είχε χαθεί, ενώ τα πνιχτά γέλια ακούγονταν στα αυτιά μου σαν να με κορόιδευαν.

«Ποια είσαι;» Φώναξα οργισμένος, περισσότερο από φόβο παρά επειδή είχα νευριάσει. Τα γέλια σιώπησαν, κάθε θόρυβος είχε χαθεί. Μόνο μια απόμακρη, όσο και μυστηριώδης σιωπή είχε σταθεί μέσα στον χώρο και τον είχε καταλάβει από άκρη σε άκρη. Πρέπει να πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα αγωνιάς μέχρι να αισθανθώ ένα ζεστό χέρι στο μάγουλο να με χαδεύει και μια ζεστή ανάσα στο αυτί να μου λέει.

«Είμαι η Βερόνικα».

«Μα τα μάτια σου». Ψιθύρισα και το στόμα μου το έκλεισαν τα χείλη της πριν προλάβω να πω κάτι άλλο.

Άνοιξα την πόρτα χωρίς σκέψεις, ο πολύβουος δρόμος αυτήν την ώρα δεν είχε κίνηση. Μόλις που χάραζε ο ουρανός και το πρώτο φως ακόμα αργούσε να απλωθεί στην πόλη. Κοίταξα πίσω μου, στο βάθος υπήρχε ακόμα σκοτάδι, όμως ήξερα καλά, σχεδόν διέκρινα την Βερόνικα, που με κοιτούσε να βγαίνω στο φως. Με αποχαιρετούσε με ένα χαμόγελο και με μια πρόσκληση. Θα σε περιμένω, είσαι δικός μου.

Ήμουν! Δεν μπορούσα να το αρνηθώ πια. Είχα μείνει όλη την νύχτα μαζί της, μέσα στο σκοτάδι, μέσα στον κόσμο της που με είχε μαγέψει. Πρώτη φορά στην ζωή μου έβλεπα κάτι τόσο μαγικό και ταυτόχρονα ανεξήγητο. Ένα μυστήριο που δεν μπορούσα να κατανοήσω αλλά το έζησα και ήταν αληθινό.

Έκλεισα την πόρτα και κοίταξα τον δράκο που καραδοκούσε στο μέτωπο του μπαλκονιού, φύλακας, με ανοιγμένα τα φτερά έτοιμος να εφόρμηση στον ανεπιθύμητο επισκέπτη. Αναρωτήθηκα την αμέσως επόμενη στιγμή αν ότι είχα δει, αν ότι είχα ζήσει, ήταν ένα όνειρο, μια αυταπάτη που για κάποιο λόγο φάνταζε αληθινή. Η Βερόνικα, τα χείλη της, η αγκαλιά της, η παράξενη ζεστασιά της, τα μάτια της ... Τα μάτια της!

Ολόιδια, μελιά, σπάνια. Θύμιζαν τρομακτικά τα μάτια της Άννας, ή μήπως με ξεγελούσε το σκοτάδι;

Όταν βρέθηκα μπροστά από την πόρτα του διαμερίσματος μου, συνειδητοποίησα πως δεν είχα ιδέα πως είχα φτάσει μέχρι εκεί. Οι σκέψεις με είχαν κυριεύσει και κάθε βήμα γινόταν εντελώς μηχανικά. Ωστόσο μέσα στην καρδιά μου επικρατούσε μια χαοτική ευτυχία, που δεν ήξερα από που πήγαζε. Όρεξη για να πάω στην δουλεία, ούτε για αστείο! Το μόνο που ήθελα ήταν να περιπλανηθώ στους δρόμους, να ξαναζήσω την κάθε στιγμή μου μέσα στο κτίριο της Ακαδημίας 58a και να προσπαθήσω να καταλάβω τι ήταν αυτό που με έκανε να έχω ακριβώς τα ίδια συναισθήματα με την πρώτη ημέρα που αντίκρισα την Άννα στο προαύλιο του σχολείου, με την πρώτη φορά που είδα την σιλουέτα της Βερόνικα στο Βερολίνο και με την συνάντηση μου μαζί της στην Αθήνα.

Οι σκιές πίσω από την πόρτα του μπάνιου έμοιαζαν να χορεύουν μεθυστικά, σε ένα τρελό ρυθμό που έμοιαζε υπερφυσικός, ενώ συνέχιζα να ακούω, την ήχο της κραυγής μου ανάμεσα στους τοίχους, να διατρέχει όλο το δωμάτιο αλλά να μην καταφέρνει να αγγίξει τα αυτιά της Άννας. Η καρδιά μου ένιωθα ότι θα εκτοξευθεί έξω από το σώμα μου. Έβαλα την παλάμη μου πάνω στο αριστερό μου στήθος και προσπάθησα να την συγκρατήσω στην θέση της. Είχα φτάσει ακριβώς έξω από την πόρτα που χώριζε το υπνοδωμάτιο από το μπάνιο.

«Άννα, είσαι καλά;» ψιθύρισα, από κάποιο φόβο που δεν ήξερα από που προερχόταν. Η απόλυτη σιωπή αντάμειψε την ερώτηση μου και στάθηκα μετέωρος ανάμεσα στην δειλία και το θάρρος. Ήταν μια πάλη που έπρεπε να κάνω με τον εαυτό μου. Άγγιξα το πόμολο και το γύρισα απότομα, σπρώχνοντας ταυτόχρονα την πόρτα. Αντιστάθηκε σθεναρά και δεν υποχώρησε.

«ΆΝΝΑ». Φώναξα. Η φωνή μου βγήκε με τόση δύναμη που ακόμα και εγώ δεν την ανέχθηκα στα αυτιά μου. Δεν άκουσα τίποτα, ούτε ένα ίχνος ήχου που θα με έκανε να επιμείνω να φωνάζω, μάταια, έξω από μια πόρτα. Λίγο πριν πάρω την απόφαση να την ρίξω κάτω και να μπω, άκουσα το κλειδί να γυρνάει και αμέσως μετά την είδα να ανοίγει.

Δυο μελιά μάτια με κοιτούσαν με απορία και με ένα ζωγραφισμένο χαμόγελο στα χείλη. Έκανα στην άκρη να περάσει και κοίταξα καλά μέσα στο μπάνιο, για να δω αν υπήρχε κανείς άλλος μέσα εκεί. Υδρατμοί, που δημιουργούσαν μια μικρή ομίχλη και θαλπωρή, τίποτε άλλο. Η Dolce Cabbana έδινε ένα στίγμα στο χώρο και στο πρόσωπο που βρισκόταν μέσα, όμως κάτι έλειπε. Σε εμένα κάτι έλειπε. Κάτι απροσδιόριστο, που δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Ωστόσο το αντιλήφθηκα από την πρώτη στιγμή που άνοιξε η πόρτα.

«Δεν με άκουσες που σε φώναζα;» Δεν μου απάντησε, ξάπλωσε στο κρεβάτι και έμοιαζε αρκετά κουρασμένη. Την πλησίασα και την ρώτησα, αν ήταν κάποιος άλλος μαζί της μέσα στο μπάνιο. Η ερώτηση μπορεί να έμοιαζε εντελώς παράλογη αλλά ... Η Άννα είχε κλείσει τα μάτια και ίσα που ανέπνεε. Το χρώμα της είχε χάσει την ζωντάνια του και έμοιαζε ελάχιστα χλωμή. Της έπιασα το χέρι, ήταν ζεστό, οι παλμοί της έδειχναν κανονικοί.

«Με σκεπάζεις σε παρακαλώ». Σκέπασα το κορμί της με το πάπλωμα και έκατσα δίπλα της.

«Ακουγόσουν από κάπου πολύ μακριά ... δεν μπορούσα να πλησιάσω ... δεν με άφηναν να πλησιάσω. Μόνο ... τώρα, σαν να τρόμαξαν». Αδύναμη να συνεχίσει, άφησε το κορμί της να γύρει και την πήρε ο ύπνος. Την κοιτούσα σαν φυλακισμένος, ανήμπορος να κάνω κάτι, δειλός για να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου. Θολός, αόρατος σαν άνθρωπος. Σαν κάτι, κάποιος, να μου ρούφηξε την ύπαρξη μου. Κοίταξα μέσα μου και είδα με τρόμο πως περίμενα, για ακόμα μια φορά, την κατάλληλη στιγμή για να κάνω αυτό που πρέπει και για πρώτη φορά στην ζωή μου αισθάνθηκα τόσο απαίσια για τον εαυτό μου.

Άφησα την Άννα στο δωμάτιο και πήγα στο σαλόνι, η ματιά μου έπεσε πρώτα στο πικάπ και στους δίσκους και μετά στο μπαρ. Ακολούθησα ακριβώς αυτήν την διαδρομή. Η επιλογή του House of the rising sun των Animals ήταν μονόδρομος, όπως και το ποτήρι, που το ξεχείλησα με βότκα. Βημάτιζα στον ρυθμό των Animals, πίνοντας την μια γουλιά μετά την άλλη, έχοντας εικόνα στο μυαλό μου την Άννα, που κοιμόταν εξαντλημένη στο δωμάτιο και τα λόγια της, που ίσως για κάποιον άλλον να μην έβγαζαν κάποιο νόημα, για εμένα όμως ήταν ξεκάθαρα.

Περπατούσα από δωμάτιο σε δωμάτιο, με το ποτήρι στο χέρι. Έριξα μια ματιά στην Άννα που κοιμόταν ήρεμη στο κρεβάτι. Σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή της ζωής μου, αντικρίζοντας αυτήν την εικόνα, θα με έκανε τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο, όμως αυτήν την ώρα κάτι δεν πήγαινε καλά. Κοιτούσα την Άννα και προσπαθούσα να καταλάβω τι με έκανε να προβληματίζομαι. Μέσα από το σαλόνι ακουγόταν το It's my life, και εγώ παρέμενα μπερδεμένος με την εικόνα, με τις σκιές, με την ζωή μου. Μια ζωή που είχα παραδώσει στην τύχη, σε έναν άνεμο, που την έσερνε σαν χαρτόνι πάνω σε μια άσφαλτο, μέχρι να καταλήξει στην άκρη του δρόμου, μουσκεμένη από τα νερά μιας βροχής, να σαπίζει και να αποσυντίθεται αργά. Τόσο αργά που αργείς να το καταλάβεις. Καθόμουν πάλι στο σαλόνι, στην πολυθρόνα που έβλεπε στον δρόμο, με ένα άδειο ποτήρι στο χέρι και κοιτούσα τον ήλιο που έμπαινε από το παράθυρο και με άγγιζε στο μέτωπο. Όλα έμοιαζαν ειρηνικά, ακόμα και οι σκέψεις μου είχαν πέσει σε έναν λήθαργο και για ακόμα μια φορά, όλα όσα είχαν συμβεί, έμοιαζαν τόσο μακρινά και ξένα που πίστευα ότι αφορούσαν κάποιον άλλον.

Άπλωσα το χέρι βάζοντας το κόντρα στον ήλιο. Έπαιζα με τα δάχτυλα, δημιουργώντας παράξενα μοτίβα με τις σκιές τους. Όσο απασχολούσα το μυαλό μου με αυτό το παιχνίδι, θυμήθηκα την γυναίκα που είχε οργανώσει την χθεσινή εκδήλωση. Με ποιον τρόπο η εργασία μου είχε φτάσει στα χέρια της; Ποιος την έστειλε;

Δεν είχα απαντήσεις και δεν είχα τον χρόνο να πεταχτώ στο γραφείο μου, για να διαπιστώσω, αν πράγματι της έχω στείλει την εργασία μου εγώ. Το ποτήρι ήταν άδειο, σηκώθηκα για να το γεμίσω, η μουσική είχε σταματήσει. Το δίλημμα ήταν μεγάλο, να βάλω πρώτα έναν δίσκο ή να βάλω πρώτα μια βότκα. Τι είχα περισσότερο ανάγκη;

Λίγα λεπτά αργότερα άκουγα το Harlem Nocturne και γέμιζα, για ακόμα μια φορά, το ποτήρι μου. Η μουσική με ανάγκαζε να πιστεύω πως έξω σκοτείνιαζε, όμως ήταν μόλις έντεκα και σαράντα τρία. Τι ήταν αυτό που με τραβούσε στο σκοτάδι; γιατί από ένα σημείο και μετά στην ζωή μου συναντάω πάντα το έρεβος και γιατί αυτό με θεωρεί δικό του κομμάτι; Πάντα αναρωτιέμαι αν υπάρχουν κάπου οι απαντήσεις, για όλες τις ερωτήσεις που κάνω στον εαυτό μου. Κοίταξα το είδωλο μου στον καθρέφτη του μπαρ, είδα όλες τις ρυτίδες που είχαν καταγράψει τις εκφράσεις μου όλα αυτά τα χρόνια. Δικές μου, αποτυπώματα καθημερινών στιγμών της ζωής μου. Ένα γέλιο, μια στεναχώρια, μια πονηρή σκέψη, ένα συνοφρύωμα. Στα δεξιά μου στεκόταν η σκιά μου, αγέρωχος σύντροφος μια ολόκληρης ζωής ή μήπως όχι. Για σχεδόν τρία δευτερόλεπτα ένιωσα την καρδιά μου να σταματάει. Το ίδιο και η αναπνοή μου. Τα βλέφαρα μου δεν κινούνταν και ολόκληρο το είναι μου είχε παγώσει σε μια στάση, σε μια εικόνα που κατανόησα και σε μια τρομακτική σκέψη που με είχε καθηλώσει. Έτρεξα μέσα στο δωμάτιο που κοιμόταν η Άννα, η αναπνοή μου είχε κοπεί, δεν ήξερα καν αν ανέπνεα. Ένας κόμπος σκληρός, απροσπέλαστος είχε καθίσει στον λαιμό μου, μέσα στα πνευμόνια μου, στην καρδιά μου. Η απάντηση, σε ότι με προβλημάτιζε, ήταν εκεί εμπρός μου και δεν είχα το καθαρό μυαλό για να την έχω δει μια ώρα αρχύτερα. Δεν ήξερα βέβαια αν είχε και καμιά σημασία, αλλά ... Αναρωτήθηκα αν ήταν αργά.

10/1/2021

Πλησίασα την Άννα, άγγιξα το κορμί της και ένιωσα σαν να αγγίζω κάτι σπάνιο, μοναδικό, σαν έργο τέχνης. Ένα αριστούργημα, κάποιας διάνοιας, που γνώριζε, με μοναδικό τρόπο, να σμιλεύει την ομορφιά. Πήρα στα δάχτυλά μου μια τούφα από τα μαλλιά της, ήταν απαλά σαν σύννεφο, που μόνο με την αφή διέγειραν κάθε μου αίσθηση. Ωστόσο το βλέμμα μου, όλη αυτήν την ώρα, είχε καρφωθεί στα σεντόνια που την τύλιγαν.

Ο ήλιος έλουζε απλόχερα με φως το κορμί της, όμως πουθενά δεν υπήρχε η σκιά του. Κοίταξα το πρόσωπο της, δεν υπήρχε ούτε ένα σημάδι ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, μόνο αυτή η αναθεματισμένη ελλείψει της σκιάς. Πλησίασα στο αυτί της και ψιθύρισα το όνομα της. Άνοιξε ανεπαίσθητα τα μάτια της και μου χαμογέλασε.

«Συγνώμη, νιώθω πολύ κουρασμένη». Μου είπε και την ίδια στιγμή έκλεινε τα βλέφαρα της, εγκλωβίζοντας μέσα στις κόγχες, το φως, από τα μαγικά, μελιά μάτια της.

Η υπέρμετρη ευτυχία των προηγούμενων ωρών, ήταν που έφερε τα βήματα μου έξω από την πόρτα του, παράλογα, τοποθετημένου κτιρίου, στο κέντρο της Αθήνας. Λίγες στιγμές πριν σπρώξω την πόρτα για να μπω μέσα αναρωτήθηκα. Γιατί κάνεις δεν γκρέμισε αυτό το υπόλειμμα, από κάποιο μεγαλοπρεπές οίκημα, που βρισκόταν κάποτε εδώ; Γιατί οι περαστικοί δεν του δίνουν καμιά σημασία, λες και είναι αόρατο; Γιατί κανείς δεν αναρωτιέται, πως διατηρήθηκε αυτό το μακρόστενο πράγμα, μπηγμένο, στην κυριολεξία ανάμεσα σε δυο μεγαθήρια, τα οποία κατασκευάστηκαν με οδηγό αυτό το αρχιτεκτονικό απολίθωμα; Ήξερα πως όλες οι απαντήσεις βρίσκονταν μέσα, πίσω από την πόρτα, που ήμουν έτοιμος να σπρώξω για να αντικρίσω την Βερόνικα.

Μέτραγα τις ώρες λεπτό προς λεπτό, περιμένοντας υπομονετικά να σουρουπώσει, να ξεκινήσει να δύει ο ήλιος, ώστε να είμαι εκεί, την ώρα, που για μόνο λίγα λεπτά, είναι ανοικτή η πόρτα, που σου επιτρέπει να περάσεις σε έναν παράλληλο κόσμο, ακριβώς δίπλα από τον δικό μας.

Ο ουρανός γκρίζαρε στο μισό του και στον υπόλοιπο, το λιγοστό φως, εγκατέλειπε την πόλη. Πλησίασα την σιδερένια πόρτα, αγκάλιασα με την παλάμη μου την ημικυκλική λαβή και την έσπρωξα προς τα μέσα. Δεν αντιστάθηκε καθόλου στην δύναμη μου και υποχώρησε. Ο διάδρομος ήταν σκοτεινός, στο βάθος διέκρινα κάτι σαν λάμψή από κερί να τρεμοπαίζει. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και άκουσα ομιλίες από κάπου δεξιά μου. Δεν τους έδωσα σημασία, ακολούθησα το γνώριμο, που διέκρινα να λικνίζετε, με την βοήθεια του κεριού, στο τέλος του διαδρόμου. Από μια αίθουσα, στα αριστερά μου, άκουσα μουσική. Ήταν αρκετά οικεία για τα αυτιά μου, αν και δεν ήξερα καθόλου ποιο κομμάτι ήταν, ούτε αναγνώριζα τον σκοπό. Μόνο ο ρυθμός με έκανε να την αισθάνομαι πολύ δική μου. Ίσως κάποτε να είχα ακούσει το κομμάτι, σε κάποια από τις συλλογές της δισκοθήκης μου, αλλά δεν μπορούσα να προσδιορίσω από ποια. Έπιασα τον εαυτό μου, να αισθάνεται πολύ πιο άνετα μέσα σε αυτό το κτίριο, από ότι την προηγούμενη μέρα. Λες και είχαν περάσει μήνες που περπατούσα στους διαδρόμους του, που είχα ζήσει στα δωμάτια του, που τριγυρνούσα στους χώρους του. Την στιγμή που το σαξόφωνο έμπαινε δυναμικά, είδα τα μάτια της Βερόνικα να με κοιτάνε με πάθος.

«Θυμάσαι;» Με ρώτησε και μου χαμογέλασε συνωμοτικά. Η ερώτηση της με έβαλε στην διαδικασία να θυμηθώ τον ήχο, τις νότες, τον χώρο που είχα ακούσει αυτόν τον ρυθμό. Η ατμόσφαιρα θύμιζε τρομακτικά το Quasimodo. Το σαξόφωνο έπαιζε ακριβώς με τον ίδιο λυγμό και τον ίδιο βαθύ ήχο. Ασυναίσθητα έψαξα για εκείνο το υπέροχο σχήμα, που έπαιζε εκείνη την βραδιά στο Jazz bar του Βερολίνου. Η Βερόνικα με πλησίασε και με αγκάλιασε από τον λαιμό.

«Night and day, του Frank Sinatra, σε μια καταπληκτική εκτέλεση από το συγκρότημα του Quasimodo». Της είπα στο αυτί και φίλησα απαλά τον λοβό της. Γέλασε και τυλίχτηκε πάνω μου όλο νάζι και πάθος.

«Ακόμα δεν έχεις απαντήσει στην ερώτηση μου». Μου είπε και έμεινε στην αγκαλιά μου, με το κεφάλι της κρεμασμένο στον ώμο μου, να αναπνέει αργά. Το σαξόφωνο άπλωνε τις νότες του στον χώρο και αυτές, χωρίς να σταματάνε τον ήχο τους πετούσαν νωχελικά δίπλα μας, σαν αερικά.

«Ποια είσαι;» Την ρώτησα με την σειρά μου και αισθάνθηκα να χαμογελάει. Κατάλαβα ότι δεν θα απαντούσε αν δεν έβρισκα μια πειστική απάντηση στο δικό της ερώτημα, που ωστόσο ήταν και δικό μου.

Θυμάμαι πως δεν είχα νιώσει κάτι το ιδιαίτερο εκείνο το απόγευμα. Απλά γύρισα το βλέμμα μου και στεκόταν εκεί, κρυμμένη, σχεδόν, από τα κλαριά ενός δέντρου, να παρατηρεί τον κόσμο που περπατούσε στην Dudenstrase. Μόνο ένα ανεπαίσθητο παίξιμο της καρδιάς, λίγο πριν γυρίσω το κεφάλι μου προς την μεριά της, σαν να ήξερα πως κάτι με παρακολουθούσε. Αυτό μόνο.

Της αποκάλυψα τις σκέψεις μου, υπό τον ήχο μια εντελώς άγνωστης μουσικής. Αποσιώπησα μόνο μια μικρή λεπτομέρεια. Στο ανεπαίσθητο παίξιμο της καρδιάς, λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου πριν κοιτάξω στα σκαλοπάτια, πέρασε σαν εικόνα από το μυαλό μου η αγαπημένη Άννα.

Η εξήγηση φάνηκε να την ικανοποιεί, με κοίταξε στα μάτια και με φίλησε με πάθος.

«Είμαι αυτό που έψαχνες χρόνια, γι' αυτό με είδες. Είμαι αυτή που θες και πλέον με έχεις και δεν μπορείς να ξεφύγεις, γιατί είσαι δικός μου, για πάντα! Είμαι η σκιά των ονείρων σου, η σκιά της γυναίκας που θες, η σκιά των επιθυμιών σου, των πόθων σου, είμαι η ίδια σου η σκιά».

Ξαφνικά ένιωσα να βυθίζομαι στον χρόνο, στους τοίχους του κτιρίου, μέσα στην ατμόσφαιρα που είχε δημιουργήσει η μουσική. Οι εικόνες συγχέονταν και ξαφνικά ήθελα να βγω από εκεί μέσα και να μιλήσω με την Άννα. Ωστόσο τα πόδια μου έμεναν καρφωμένα στο πάτωμα και τα χέρια μου συνέχιζαν να χαϊδεύουν το κορμί της Βερόνικα. Τα λόγια της με είχαν παγώσει και αυτή χαμογελούσε, χαμογελούσε με μια σιγουριά που με έκανε να αισθάνομαι αμήχανα.

«Πρέπει να ...» Πριν προλάβω να τελειώσω την φράση μου με φίλησε και σαν να εξαφάνισε όλες τις σκέψεις μου. Λήθη και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν η Βερόνικα.

«Είμαι δικός σου». Της είπα και την ίδια στιγμή κατάλαβα, ότι είχα δώσει μια υπόσχεση, σε κάτι που δεν γνώριζα.

Συνέχεια ...