Τα Παπούτσια ενός Τρελού
Προσθέστε υπότιτλο εδώ

                                                                           (Χ)


Παίρνω μια βαθιά ανάσα και βλέπω το σύμπαν να ανοίγει μέσα στα κλειστά βλέφαρα μου, τα χρώματα ζωντανεύουν όπως ακριβώς και οι μνήμες. Δρόμοι γειτονιές, αρώματα, στέκια, φίλοι, γυναίκες ή για να το πω με την πραγματική υπόσταση του παρελθόντος, κοπέλες, που παίρνουν ξανά μορφή μπρος στα μάτια μου. 

Διαπιστώνω με τρόμο να κλείνει ένας κύκλος, ένας μεγάλος, σχετικά, κύκλος δεκατριών χρόνων, και πλέον, μπορώ να πω με απόλυτη ειλικρίνεια, να ομολογήσω, πως αυτός ο κύκλος με άλλαξε.

Λέω ότι το διαπιστώνω με τρόμο αυτό το κλείσιμο, γιατί κατά παράδοξο τρόπο, ο κύκλος, παρ' όλο που κλείνει και καταλήγει στην ίδια αφετηρία, έχει εντελώς διαφορετικά πράγματα να με περιμένουν εκεί. Όχι κατ' ανάγκη άσχημα, αλλά ούτε κατ' ανάγκην και καλά. Το μόνο που μπορώ να πω με σιγουριά, είναι πως το αίσθημα της αβεβαιότητας με διακατέχει σε όλα τα κύτταρα μου.

Κλείνω ξανά τα μάτια μου και βλέπω τον προηγούμενο εαυτό μου. Έναν άνθρωπο που μου είναι τόσο οικείος, αλλά παρ' όλα αυτά δεν τον γνωρίζω απόλυτα. Εκεί απέναντι μου, μέσα στις σκιές του κλειστού κλείστρου του εγκεφάλου μου βρίσκεται ένας άνθρωπος που δεν θέλω να τον αποκηρύξω, ωστόσο νιώθω πως σε πολλά σημεία δεν τον αναγνωρίζω.

Πόσα πολλά κοινά σημεία έχω με αυτόν, όμως πόσο πολύ διαφορετικός είναι πια!

Τι συνέβη όμως και μεταλλάχθηκα σε αυτό που είμαι τώρα, τι με άλλαξε;

Οι εμπειρίες, ο έρωτας, η αγάπη, ο χρόνος, η μοναξιά, η συντροφιά, ή όλα αυτά μαζί;

Και ποιος νοιάζεται; Το θέμα είναι ότι αυτή η αλλαγή συνέβη, το σύμπαν της ψυχής εξερράγη, οι τεκτονικές πλάκες του σώματος δημιούργησαν νέες στεριές και νέες θάλασσες, η κοσμογονία του πνεύματος έλαβε χώρα και η γένεση ενός νέου εαυτού αναδύθηκε μέσα από τον μυαλό του Δία.

Η ματιά παραμένει εκεί, καρφωμένη, ποτέ στο άπειρο, πότε πάνω στα παπούτσια, που οδηγούν αυτές τις, συμπυκνωμένου χρόνου, ιστορίες.

Συνεχίζω να κρατάω με πείσμα τα βλέφαρα κλειστά, παρ' όλο που με κάποιο τρόπο βλέπω κανονικά ότι συμβαίνει μέσα στο σπίτι. Βλέπω εσένα, ενώ συγχρόνως κοιτάζω και τον πίνακα που τον έχω ονομάσει "Το Κορίτσι στην Θάλασσα."

Βλέπω τα βιβλία μου, ενώ την ίδια στιγμή παρατηρώ με απόλυτη προσοχή τα γράμματα στο πληκτρολόγιο για μην κάνω κανένα εξόφθαλμο λάθος. Βλέπω εμένα στο τώρα, ενώ ταυτόχρονα βλέπω εμένα στο τότε.

Ο κύκλος όλο και κλείνει, αργά, βασανιστικά αργά, αλλά συνάμα τόσο γρήγορα. Μένουν μόνο λίγες ημέρες για να αλλάξουν πάλι όλα στην ζωή μου, για να γίνει αυτή η διαδρομή παρελθόν, για να συμβούν νέες αρχές, νέα ξεκινήματα.

Μένουν μόνο λίγες ημέρες ώστε το μέλλον να έρθει να συναντήσει την αφετηρία αυτού που τώρα λέμε παρελθόν.

Νιώθω λες και η ζωή μου κάνει ένα συνεχόμενο restart, χωρίς όμως να σβήνονται οι μνήμες μου. Σαν όλα να έχουν αποθηκευτεί και με εφόδιο αυτά να ξεκινάει μια νέα αρχή, από την ίδια αφετηρία, για την δημιουργία ενός νέου κύκλου ή ίσως ακόμα καλύτερα μιας απέραντης ευθείας.

Ακούω τον ήχο της φωνής σου και νιώθω μια σιγουριά, μια δύναμη. Σκέφτομαι πως ίσως τελικά έπρεπε να συμβεί αυτή η αλλαγή τώρα, αυτήν την χρονική στιγμή. Έπρεπε να διδαχτώ από αυτά τα δεκατρία χρόνια ώστε να μπορέσω να καταφέρω την ευθεία, την απέραντη διαδρομή προς τα άστρα, προς την εξύψωση, προς την τρανταχτή γέννηση του νέου.

Το παρελθόν πλέον μένει πίσω, πάντα όμως οδηγός, γιατί αν σβήσεις μια στιγμή από το παρελθόν, αυτόματα σβήνεις και μια στιγμή από το μέλλον.

Εντέλει αφήνομαι να ανοίξω τα μάτια μου, οι εικόνες ξεκίνησαν να χάνονται, όχι αμέσως,  σταδιακά, έγιναν αχνές. Το παρελθόν με τύλιξε λίγο πριν και τώρα που άνοιξα τα βλέφαρα και επανήλθα στο παρόν παρατηρώ με έκπληξη ότι όσα είδα και ένιωσα θα συμβούν στο άμεσο μέλλον.

Ενόραση; Déjà vu; Η απλά ζωή;!


                                                                            (Ψ)


Βαδίζω μέσα στο ασπρόμαυρο τοπίο, τα χρώματα απουσιάζουν, κρύβονται σαν να φοβούνται κάτι, το ίδιο νιώθω και εγώ, φοβάμαι.

Η πόλη συνεχίζει να σκουραίνει, η ατμόσφαιρα βαραίνει και όλα μοιάζουν ασήκωτα. Κοιτάω γύρω και βλέπω αυτοκίνητα, ανθρώπους, κτίρια, φώτα, σκιές. Στα αυτιά μου φτάνει μια βουή από ομιλίες και μηχανικούς θορύβους.

Το μυαλό μου και η φαντασία μου με παρασύρουν μέσα σε μια Καφκική πολιτεία, παίρνω σάρκα και οστά και αρχίζω να πιστεύω πως προσωποποιούμε σε Καρλ Ρόσμαν, σε Γκρέγκορ Σάμσα, σε Μπλούμφελντ ή σε κύριο Κ. Μεταφέρομαι κυριολεκτικά (;) στην αποικία των τιμωρημένων.

Νιώθω πως βρέχει, τα σύννεφα είναι γκρίζα και ο κόσμος γύρω μου κινείται με, παράξενα, αστεία βήματα. Δείχνουν να μην μου δίνουν ιδιαίτερη σημασία αλλά μόλις περνάω από δίπλα τους αντιλαμβάνομαι την άκρη από το βλέμμα τους να με αγγίζει. Είναι πολύ διακριτικοί όλοι τους, και με το παραπάνω μάλιστα, αλλά μάλλον θέλουν να γνωρίσουν καλύτερα ποιος είμαι και αυτό τους εξάπτει την φαντασία και την περιέργεια. Τους κατανοώ για αυτήν την παράξενη συμπεριφορά τους, αλλά από την άλλη όταν προσπαθώ να τους απευθύνω τον λόγο κατεβάζουν το κεφάλι ντροπαλά, ανοίγουν το βήμα τους ή τρέχουν, σαν να θέλουν να προλάβουν ένα αθέατο λεωφορείο και όλα αυτά για να με αποφύγουν, ενώ την ίδια στιγμή κοιτάνε πίσω τους να δουν αν τους ακολουθώ. Όταν αντιληφθούν ότι δεν είμαι πια κοντά τους, επανέρχεται η προηγούμενη, ψύχραιμη αδιαφορία τους και σταματάνε απότομα να τρέχουν, τόσο απότομα όσο και όταν ξεκίνησαν.

Σε μια άλλη πολιτεία αυτό θα μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, αλλά σε αυτήν που βρίσκομαι τώρα έχω την γνώση ότι όλα αυτά είναι απολύτως φυσιολογικά.

Αυτό συμβαίνει γιατί η βροχή, το ασπρόμαυρο φόντο, κάτι από την στάχτη που τυλίγει τα πάντα, με βάζουν να πάρω μέρος σε ένα ψυχολογικό πείραμα. Παίρνω κάτι από τις προσωπικότητες όλων των παραπάνω προσώπων και μεταμορφώνομαι.

Ακούω ξαφνικά δυο μπάλες, που σαν ζωντανές, με ακολουθούν παντού και αναρωτιέμαι αν αξίζει να πολεμάω για έναν στόχο που θα παραμείνει απρόσιτος. Αν αξίζει αυτή η αγωνία για μια προτετελεσμένη απόφαση, αν τελικά θα φτάσω ποτέ στο στόχο που έχω, χωρίς, πάντα μα πάντα, να με αποπροσανατολίζει από αυτόν κάτι.

Στέκομαι στην μέση, της χωρίς χρώμα πολιτείας, και αντικρίζω τα πελώρια όσο και παράξενα δημόσια κτίρια. Γκρίζοι υπάλληλοι μπαινοβγαίνουν από αυτά με παγωμένο βλέμμα και ένα θωρακισμένο μειδίαμα στα χείλη. Κρατάνε τις τσάντες τους άσκοπα - αφού δεν φαίνεται να τις χρησιμοποιούν - ενώ που και που αλλάζουν κάποιες κουβέντες μεταξύ τους. Γι' αυτούς δείχνουν να έχουν κάποιο νόημα, αλλά εγώ δεν τους καταλαβαίνω. Φαίνεται αυτοί οι άνθρωποι να είναι απόλυτα αφοσιωμένοι στην εργασία τους, πράγμα που σε κάνει να τους θαυμάζεις, αλλά σχεδόν αμέσως αντιλαμβάνεσαι ότι αυτή η απόλυτη - σε εκνευριστικό βαθμό - αφοσίωση τους δεν φέρνει τα ανάλογα αποτελέσματα, πράγμα που μπορεί να φέρει εσένα, πολύ εύκολα, σε μια πολύ δυσάρεστη θέση.

Αισθάνομαι την ασπρόμαυρη πολιτεία άδεια, στενή και δυσπρόσιτη, ενώ αντίθετα οι δρόμοι της, επίσης άδειοι και υγροί, φαντάζουν ατελείωτοι, δίχως ίχνος προορισμού. Μέσα σε αυτούς τους άψογους δρόμους μπορεί να χαθείς, μπορεί να βρεθείς κάπου που δεν θα ήθελες να πας, αλλά ποτέ δεν πρόκειται να καταλήξεις εκεί που πραγματικά θέλεις. Τα δυο μικρά μπαλάκια που με ακολουθούν χοροπηδώντας πίσω μου - πάντα πίσω μου, ποτέ μπροστά μου - με τον τρόπο τους με παρασύρουν όλο και πιο βαθιά μέσα σε αυτήν την παράξενη πολιτεία.

Η αλλαγή μου είναι πιθανόν να γίνει και μόνιμη!

Η μόνη έγνοια στο μυαλό μου πλέον είναι στο αν θα καταφέρω να ξαναβρεθώ στην φυσιολογική(;) πραγματικότητα. Όσο σκέφτομαι αυτά που με απασχολούν η ανύπαρκτη κίνηση γύρω μου έχει παγώσει. Όταν το αντιλαμβάνομαι όλα πάλι αρχίζουν να κινούνται. Αγριοκοιτάζω κάποιον που ρίχνει το βλέμμα του πάνω μου από λάθος και του φωνάζω. Αυτός κατεβάζει το κεφάλι δακρύζει και φεύγει τρέχοντας χωρίς να βλέπει και πέφτει πάνω σε μια γυναίκα, η γυναίκα τον κοιτάζει έντρομη και βάζει τις φωνές χωρίς ιδιαίτερο λόγο.

Ξαφνικά όλα αλλάζουν, το σκηνικό μεταμορφώνεται, τα σπίτια ψηλώνουν, τα σύννεφα σπάνε, ο ήλιος φωτίζει, οι άνθρωποι χαμογελάνε, οι ευωδιές από τα λουλούδια με κατακλύζουν, οι δρόμοι δείχνουν προορισμό και μπρος στα μάτια μου στέκεσαι εσύ. Χαμογελάς και ανθίζουν μαργαρίτες, τα μάτια σου χαμογελούν και οι γνώριμες γραμμές του προσώπου σου με γεμίζουν σιγουριά. Βγάζω έναν τεράστιο αναστεναγμό, σαν το πνεύμα μου να απλώθηκε στην γη, τα χρώματα, που πριν λίγη ώρα έλειπαν φοβούμενα κάτι, τώρα γυρνάν θριαμβευτές και τυλίγουν τα πάντα γύρω μου. Νιώθω τον φόβο μου να εξατμίζεται, χαμογελάω και πλησιάζω για να σε αγκαλιάσω. Απλώνω τα χέρια μου και πριν νιώσω την ζέστη του κορμιού σου, νιώθω να με αγγίζει πρώτα η αύρα σου. Κλείνω τα μάτια ώστε να νιώσω καλύτερα την οντότητα σου και ... κενό ... τα χέρια μου αγκάλιασαν, άσκοπα, το δικό μου σώμα.

Ο φόβος με ταχύτητα φωτός επανήλθε μέσα μου, στα πνευμόνια μου ένιωσα την στάχτη του αέρα, άνοιξα τα μάτια και είδα πως όλοι πάλι με κοίταζαν το ίδιο παράξενα, όπως και πριν, με τα γκρίζα βλέμματα τους. Κοίταξα τους άψογους δρόμους, χωρίς προορισμό και άκουσα τον γνώριμο πλέον ήχο από τα δυο μικρά μπαλάκια, που προφανώς όλη αυτήν την ώρα δεν είχαν σταματήσει το άσκοπο, όσο και εκνευριστικό πάνω κάτω που έκαναν.

Ο αναστεναγμός που λίγο πριν είχε εξέλθει από μέσα μου είχε ξαναγυρίσει χωρίς καν να εισπνεύσω.

Έβαλα τα δάχτυλα ανάμεσα στα μαλλιά μου και ήμουν σίγουρος πως δεν υπήρχε διαφυγή από αυτό το όνειρο. Ίσως αργότερα να ξύπναγα, αλλά για την ώρα ήμουν εγκλωβισμένος μέσα σε αυτήν την Καφκική πολιτεία.

Ενδεχομένως θα πρέπει πρώτα να εκτελεστεί η απόφαση του δικαστηρίου, να γίνει η πλήρης μεταμόρφωση μου και μετά θα αφηνόμουν ελεύθερος(;) να ξυπνήσω.


                                                                             (Ω)


Ωμέγα, το τελευταίο γράμμα της αλφάβητου, αλλά και το πιο όμορφο, το πιο μέγα. 

Το μέγα Ο.

Η τελευταία ιστορία ενός ανθρώπου, ενός τρελού. Ωστόσο τρελού με τι, με ποιον;

Όλα ξεκίνησαν βλέποντας από την άκρη του κρεβατιού μου τα παλιά παπούτσια που έχασκαν στη σόλα τους λες και χαμογελούσαν. Προσωποποιήθηκαν στην φαντασία μου, με συνόδεψαν σε όλες τις ιστορίες, πόνεσαν και γέλασαν μαζί μου. Τα κορδόνια λερώθηκαν, η γλώσσα ξηλώθηκε αλλά μέχρι και την τελευταία ιστορία έμειναν - ηρωικά θα μπορούσα να χαρακτηρίσω - στις επάλξεις της περιπέτεια ενός Τζόκερ.

Τα ξανακοίταξα και στεκόντουσαν ακόμα εκεί, σε εκείνη την γωνία. Το ένα πεσμένο στο πλάι, ενώ το άλλο έχασκε αμέριμνο, για την τύχη της υπόλοιπης ημέρας. Χάιδεψα τα σγουρά μελαχρινά μαλλιά που ήταν ελεύθερα αφημένα δίπλα στο λευκό μαξιλάρι. Το άρωμα τους με έκανε να νιώσω ότι ζούσα σε όνειρο. Για μια στιγμή τα μάτια σου άνοιξαν και είδα ένα αυθεντικό χαμόγελο, ζωγραφισμένο σε δυο χείλη, τόσο όμορφα και οικεία.

"Δεν κοιμήθηκες;" Με ρώτησαν. Κούνησα αρνητικά το κεφάλι, μην μπορώντας να εκφράσω με λόγια αυτό που είχε συμβεί αυτήν την νύχτα.

"Τι έχεις, συμβαίνει κάτι;" Με ρώτησαν ξανά και απάντησα χωρίς λόγια. Άλλωστε τι μπορεί να πει κανείς, όταν μέσα σε μια στιγμή, μέσα σε μια νύχτα, έχει ταξιδέψει σε εικοσιτέσσερις ιστορίες. Λες και πέρασαν τα φαντάσματα του Ντίκενς από το δωμάτιο και με παρέσυραν σε όλες τις ιστορίες του κόσμου.

Όμως τώρα ξημέρωσε και χάθηκαν όλα. Το φως της ημέρας έχει την παράξενη ιδιότητα να ξυπνάει την αλήθεια και να διαλύει την μαγεία. Αντίθετα, οι ώρες που πέφτει το σκοτάδι έχουν κάτι από παραίσθηση, κατέχουν μια δύναμη φαντασίας που μπορούν να σε κάνουν να περπατήσεις σε μονοπάτια παραμυθένιων μυστικών. Δεν γνωρίζω αν υπάρχει κάποια επιστημονική εξήγηση για αυτήν την παράξενη ιδιότητα που έχουν αυτές οι ώρες, αλλά αν κάποτε αποδειχθεί ότι η νύχτα έχει κάτι μαγικό από την φύση της δεν θα μου φανεί καθόλου παράξενο. Βέβαια έχω την υποψία ότι αυτήν την μαγεία, την κρύβει μέσα του ο ίδιος ο άνθρωπος. Ο αρχέγονος φόβος που κρύβει στην ψυχή του για το σκοτάδι, ο φόβος που κρύβει στην λογική του και στην φαντασία του για οτιδήποτε δεν είναι χειροπιαστό και λογικό στις αισθήσεις του, να είναι η πραγματική μαγεία.

Ταξιδεύω με τα παπούτσια ενός τρελού και αφήνω το δυσνόητο να γίνει απλό, αφήνω το παράλογο να γίνει λογικό, αφήνω το μαγικό να γίνει πραγματικό, αφήνω την ψυχή μου να αγγίξει το αρχέγονο, χωρίς φόβο.

"Καφέ;" Με ρωτάει μια γνώστη φωνή. Παρατηρώ με έκπληξη ότι μέσα στο σπίτι έχουν συμβεί κάποιες μικρές αλλαγές, που ούτε τις αντιλήφθηκα.

Η Κατερίνα είχε σηκωθεί, είχε ντυθεί, είχε πλυθεί και ετοίμαζε καφέ ενώ εγώ από την άλλη δεν είχα κουνηθεί πόντο από την θέση μου στο κρεβάτι.

Έκανα μια γκριμάτσα, σχεδόν ανησυχίας. Σηκώθηκα, πλύθηκα, πήγα στο τραπέζι της κουζίνας όπου με περίμενε ζεστός καφές και κέικ.

"Πάλι αυτά τα παπούτσια έβαλες, αφού έχουμε πάρει καινούργια, γιατί δεν βάζεις αυτά;"

Της χαμογέλασα με κάποια συγκατάβαση, δεν μπορούσε να ξέρει!

Μου χαμογέλασε με την σειρά της, με ήξερε αρκετά καλά. Γνώριζε πόσο απόλυτα αφιερωμένος ήμουν σε αυτά τα παπούτσια. Με φίλησε στο στόμα και κοίταξε με μια παράξενη αγάπη τα παπούτσια, που την συγκεκριμένη στιγμή φαινόντουσαν ακόμα πιο ταλαιπωρημένα.

"Τελευταία τους βόλτα σήμερα". Της είπα.

Κατάλαβα πως αν πραγματικά αγαπούσα αυτά τα παπούτσια ήταν ώρα να τα ξεκουράσω, να τα αφήσω στην ντουλάπα για να απολαύσουν τις αναμνήσεις τους και με το καινούργιο ζευγάρι να ξεκινήσω για νέες περιπέτειες.

"Ακόμα μια βόλτα λοιπόν, αξίζουν ακόμα μια βόλτα. Την βόλτα του ΩΜΕΓΑ". Είπα στην Κατερίνα, που μάλλον δεν ήθελε να ρωτήσει τι σήμαινε αυτή η βόλτα του ΩΜΕΓΑ.

Ωστόσο κατάλαβε απόλυτα την ανάγκη την δική μου αλλά και των παπουτσιών για μια τελευταία βόλτα.

Την στερνή βόλτα των Παπουτσιών ενός Τρελού.