Τα Παπούτσια ενός Τρελού
Προσθέστε υπότιτλο εδώ

                                             ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΛΗΣ    

                                                             ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ

Ο ραδιοφωνικός σταθμός έπαιζε το Black Code του Wynton Marsalis, η τρομπέτα, που δέσποζε στην αρχή του κομματιού, έδινε στα βήματα του Βασίλη έναν παράξενο ρυθμό ... ούτε αργό, ούτε γρήγορο. Μάλλον θα μπορούσε κάποιος να τον χαρακτηρίσει ονειρικό, μαγικό, ίσως ακόμα και ονειροπόλο.

Οι φωτεινοί κεντρικοί δρόμοι της Αθήνας έδειχναν να συνοδεύουν τα παράξενα βήματα του που κάθε τόσο κάπου σταματούσαν και έκαναν μια χορευτική κίνηση μεταφράζοντας την μουσική που άκουγε από το mp3 του. Αν και στην πλάτη του κουβαλούσε το 1.80 cm βαθύχορδο του έμοιαζε αέρινος, σαν να περπατούσε σε κάποια λεωφόρο από σύννεφα. Το βλέμμα του παιχνίδιζε σε κάθε νότα αλλά και σε κάθε κενό της μουσικής που δημιουργούνταν στα αυτιά του. Ο Βασίλης με το κοντραμπάσο πίσω στην πλάτη - που έμοιαζε σαν να τον ακολουθεί κάποιος σε μόνιμη βάση - ήταν ένας άνθρωπος ψήλος, σχεδόν ένα ενενήντα, λεπτός, με ήρεμα και λεπτά χαρακτηριστικά, ενώ η περιποιημένη γενειάδα - που τον χαρακτήριζε - στεφάνωνε το πρόσωπο του.

Πιστεύω πως αν ρωτούσες κάποιον περαστικό τυχαία, τι μπορεί να του θύμιζε αυτός ο παράξενος μουσικός, πιστεύω πως δεν θα δίσταζε να σου πει πως μοιάζει με κάποιον από τους αγίους που εικονογραφούνται σε αγιογραφίες.

Σε μια κάποια πιο μοντέρνα του εκδοχή βέβαια αλλά ήταν έτσι η κατατομή του προσώπου του, αλλά και του σώματος του που περισσότερο έμοιαζε με βιβλικό ήρωα παρά με πολίτη μιας μεγαλούπολης.

Βάδισε λίγα μέτρα ακόμα και στάθηκε σε μια γωνία στην αρχή της Ερμού, αφού καλοκοίταξε το μέρος με μια αέρινη και ξαφνική κίνηση έβγαλε από την πλάτη του το ογκώδες φορτίο του, το ακούμπησε σε έναν τοίχο, το άνοιξε με ευλάβεια και έβγαλε μέσα από την βελούδινη θήκη ένα σκούρο ξύλινο και μεγαλοπρεπέστατα βαρύ κοντραμπάσο. Τα φώτα από τις γύρω βιτρίνες σαν να ζήλεψαν την ομορφιά του και έπεσαν πάνω του για να το καλύψουν, μάταια όμως, αυτό - σαν κυρίαρχος του χώρου - μάζεψε πάνω του όλα τα φώτα και τα αντανάκλασε στους περαστικούς ... σαν κάλεσμα αθόρυβο γύρισαν σχεδόν όλοι και το θαύμασαν.

Πιο καλά γυαλισμένο βαθύχορδο δεν πρέπει κανείς τους να είχε ξαναδεί, έμοιαζε σαν να είχε μόλις αγοραστεί ωστόσο μέσα από την σιγουριά που εξέπεμπε στον χώρο και με σύντροφο τον Βασίλη σου έδινε να καταλάβεις πως είχε την απαραίτητη εμπειρία.

Ίσως να μοιάζει παράξενο που αποδίδω χαρακτηριστικά ζώντος οργανισμού σε ένα μουσικό όργανο, όμως ακριβώς την ίδια άποψη - μην σας πω πιο σκληροπυρηνική - είχε, και έχει, ο Βασίλης για το βαθύχορδο του.

Τα εμπορικά καταστήματα πια είχαν κλείσει, ο κόσμος που περπατούσε την Ερμού όλο και λιγόστευε όμως ένα παράξενο συμβάν άρχισε να παίρνει χώρα απέναντι από το γυαλισμένο έγχορδο. Διάφοροι περαστικοί σταματούσαν και στεκόντουσαν όρθιοι ή καθιστοί στα σκαλάκια του πολυκαταστήματος που ήταν ακριβώς απέναντι, κοιτάζοντας - για την ώρα μάλλον μάταια - το έγχορδο με τον μουσικό.

Ο Βασίλης δεν είχε παίξει ούτε μια νότα όμως, η αύρα του; το παρουσιαστικό του; δεν ξέρω πια ακριβώς ήταν η αιτία που τράβαγε την περιέργεια και την προσμονή του κόσμου για να ακούσει τι έχει να παίξει αυτό το βράδυ αυτός ο παράξενος "άγιος" με το κοντραμπάσο του.

Ο Βασίλης είχε αυτήν την λάμψη που έχουν όλοι οι αυθεντικοί καλλιτέχνες, αυτό το ανεξήγητο "κάτι" που χωρίς να νιώθεις δέος καταλαβαίνεις πως είναι διαφορετικοί ... όμορφα και παράξενα διαφορετικοί!

Λίγο πριν βγάλει τα ακουστικά από τα αυτιά του και αγκαλιάσει το έγχορδο του, το ραδιόφωνο έπαιξε ένα κομμάτι του Charles Mingus... το Moanin. Αποφάσισε αστραπιαία πως θα ξεκίναγε με αυτό. Αγκάλιασε - σαν έτοιμος να χορέψει ταγκό - το κοντραμπάσο και ξεκίνησε να παίζει.

Ο βαθύς ήχος του έγχορδου στην αρχή ήχησε παράταιρα στον χώρο ωστόσο λίγα δευτερόλεπτα αργότερα οι νότες αγκάλιασαν τα πάντα, ο αέρας έγινε πιο ζεστός, τα φώτα πιο γλυκά και οι γκρίζοι τοίχοι σαν να γέμισαν από τον ήχο. Με κάποια μαγικά, που δεν καταλάβαμε πως συνέβησαν, άρχισαν να συνοδεύουν μέσα στο μυαλό μας το κοντραμπάσο και άλλα όργανα, μια τρομπέτα, ένα σαξόφωνο, κάποια μακρινά τύμπανα. Αρκετοί από τους περαστικούς άρχισαν δειλά δειλά να λικνίζονται στον ρυθμό ενώ κάποιοι άλλοι χόρευαν ξέφρενα στην μουσική που έπαιζε ο Βασίλης.

Για δυόμιση σχεδόν ώρες η μουσική είχε κατακλύσει την πόλη, για δυόμιση ώρες ένα ξαφνικό πάρτι με παράταιρους όσο και απρόσμενους καλεσμένους μαινόταν στον πεζόδρομο της Ερμού. Όσοι ήταν εκεί από την αρχή έπαιρναν τηλέφωνο άλλους για να έρθουν και όσοι περνούσαν τυχαία στεκόντουσαν μια στιγμή και τουλάχιστον ένα κομμάτι το χόρευαν.

Για το τέλος ο Βασίλης έπαιξε το Blue Train του John Coltrane. Όλα ηρέμησαν, όλοι χόρεψαν πιο χαλαρά και όταν η τελευταία νότα - η Λα αν δεν κάνω λάθος - βγήκε από την χορδή του κοντραμπάσο όλοι όσοι ήμασταν εκεί μείναμε σιωπηλοί για να την ακούσουμε να εισχωρεί στον αέρα, στα σοκάκια, στις στοές, στην κίνηση, μέσα στα κύτταρα της ζωντανής πόλης.

Τον κοιτάξαμε για λίγο και χειροκροτήσαμε γεμάτοι ενθουσιασμό και σεβασμό.

Μας χαμογέλασε ευχαριστώντας μας, έβαλε το βαθύχορδο μέσα στην βελούδινη θήκη και ύστερα χάθηκε μέσα στα σκοτάδια των δρόμων.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ

Ήταν ένα βροχερό βράδυ Τετάρτης - αν θυμάμαι καλά - που περπατούσα χωρίς λόγο και συγκεκριμένο προορισμό στα στενά γύρω από την Μητροπόλεως. Κοίταζα ψηλά, χάζευα τα μπαλκόνια με τον χαμηλό φωτισμό, τα σκισμένα ενοικιάζεται, κάποιες παλιές επιγραφές που είχαν ξεμείνει εκεί από μια άλλη, ίσως, ξεχασμένη εποχή, και νοσταλγούσα, πιστεύω, αυτό που μου θύμιζαν. Περπάτησα λίγο πιο βαθιά μέσα στην Απόλλωνος, όταν στιγμή με την στιγμή, βήμα με το βήμα ξεκίνησα να ακούω μόνο τα δικά μου βήματα. Η κίνηση σαν να είχε χαθεί από τους δρόμους, ενώ οι λίγοι περαστικοί, που συναντούσα λίγα λεπτά πριν, σαν να είχαν εξαφανιστεί ως δια μαγείας. Κοντοστάθηκα πάνω στο βρεγμένο πεζοδρόμιο και αναρωτήθηκα αν αυτό το βράδυ Τετάρτης ήμουν ο μόνος που περιπλανιόταν μέσα στην πόλη. Στην γωνία Απόλλωνος και Αδριανού όλα έμοιαζαν ασπρόμαυρα. Για αυτήν την οφθαλμαπάτη θεώρησα σίγουρους φταίχτες τα φώτα και την βροχή. Έχουν την ικανότητα αυτά τα δύο φαινόμενα όταν συναντιούνται να κλέβουν από την πόλη το ελάχιστο χρώμα που διαθέτει, χαρίζοντας της ωστόσο ένα θεατρικό - λίγο Noir - σκηνικό. Για λίγα δεύτερα μέσα στα αυτιά μου έπαιξε η μουσική του Anton Karas από την ταινία ο Τρίτος Άνθρωπος, δεν πρόλαβα να φανταστώ τον εαυτό μου σαν τον άνεργο συγγραφέα που προσπαθεί να λύσει το μυστήριο και άκουσα πίσω μου έναν διάλογο. Δεν κατάλαβα τι έλεγαν αλλά οι χροιές των τριών ανθρώπων που μίλαγαν μου τράβηξαν αμέσως την προσοχή. Ελάττωσα το βήμα μου και άφησα με τρόπο να περάσουν μπροστά μου, ήταν δυο κοπέλες και ένα αγόρι, σε σχετικά νεαρή ηλικία. Ενστικτωδώς ξεκίνησα να τους ακολουθώ, νομίζω πως μεγάλο ρόλο σε αυτήν μου την απόφαση έπαιξε το θέμα της μουσικής που ακόμα σιγοάκουγα μέσα στα αυτιά μου.

Οι δυο κοπέλες ήταν εκκεντρικά και με πολύχρωμα φορέματα ντυμένες ενώ το αγόρι που όλο κάτι προσπαθούσε να πει αλλά δεν έβρισκε χώρο στην κουβέντα ήταν ντυμένο με ένα τζιν, φούτερ, πάνινα παπούτσια που αναρωτιόμουν πόσο μούσκεμα είχαν γίνει και ένα ανοιξιάτικο μπουφάν που το είχε δέσει στην μέση του.

Κάπου στο ύψος της γωνίας Μητροπόλεως και Καπνικαρέας συναντήθηκαν με ακόμα τρεις κοπέλες. Το μόνο που μπόρεσα να υποκλέψω από την σύντομη συζήτηση, πριν ξεκινήσουν πάλι να περπατάνε βιαστικά, ήταν που ρωτούσαν ο έναν τον άλλον αν όλα ήταν εντάξει. Η μία από τις καινούργιες της παρέας είπε ένα σοβαρότατο όσο και αναμφισβήτητο "ναι" και όλα έληξαν εκεί.

Δεν περπάτησαν για πολύ ακόμα, στην εκκλησία της Παναγίας της Καπνικαρέας σταμάτησαν άρχισαν να κοιτιούνται χωρίς κάποιον εμφανέστατο λόγο και λίγο μετά πήραν ο κάθε ένας από μια θέση στον χώρο. Μια θέση που ήμουν σίγουρος πως την είχαν προμελετήσει πολύ πριν, δεν φαινόταν στις κινήσεις τους να γίνεται τίποτα τυχαία. Στάθηκα λίγα βήματα μακριά και περίμενα να αρχίσει κάτι ... δεν ήξερα τι ωστόσο η στάση του σώματος αυτών των νεαρών με προδιέθετε ότι κάτι θα γινόταν εκεί. Δεν τελείωσα τις σκέψεις μου και αμέσως η μια από της πέντε κοπέλες ξεκίνησε να απαγγέλλει κάτι. Προσπάθησα να προσέξω λίγο παραπάνω τα λόγια αλλά ένα γεγονός με έκανε να χάσω πάλι τον αρχικό μονόλογο της κοπέλας. Παρατήρησα όμως ότι ένα ημικύκλιο από ανθρώπους ξεκίνησε να σχηματίζεται γύρω από τα έξι παιδιά, σαν ένα αρχαίο θέατρο σχηματισμένο από ανθρώπινα σώματα. Η φωνή της κοπέλας δυνάμωνε όταν τελικά άκουσα να λέει: <Εγώ είμαι από εκείνες τις γυναίκες που εκεί κάτω τις λένε κολασμένες. Από καιρό κολασμένη, βλέπετε. Οπότε δεν με ξάφνιασε και πολύ.>

Ένιωσα τον κόσμο γύρω μου να κρατάει την ανάσα του. Εγώ αντίθετα ήμουν ενθουσιασμένος γιατί το ήξερα το έργο. Είπα ψιθυρίζοντας: <Ωστέ...> Αλλά μια δυνατή φωνή με έκανε να χάσω τον ειρμό μου.

<Ώστε αυτό είναι όλο;>

Ο νεαρός με το τζίν που πριν λίγη ώρα δεν μπορούσε να πει ούτε μια λέξη τώρα με μια φωνή που λες και έβγαινε μέσα από ηχείο τράβηξε την προσοχή όλων όσων ήταν εκεί.

"Ο Γκαρσέν αναρωτιέται αν η Ινές είχε μόνο αυτά να του πει." Σκέφτηκα.

<Όχι. Είναι και εκείνη η υπόθεση με την Φλοράνς. Αλλά αυτή είναι μια ιστορία των νεκρών. Τρεις νεκροί. Πρώτα εκείνος, ύστερα εκείνη και εγώ. Δεν έμεινε κανένας εκεί κάτω. Είμαι ήσυχη. Μονάχα το δωμάτιο. Το βλέπω κάπου κάπου. Άδειο, με τα παραθυρόφυλλα κλειστά.>

Έμεινα μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο του πρόχειρα φτιαγμένου θεάτρου να θαυμάζω τους τρεις νέους που έπαιζαν το "Κεκλεισμένων των Θυρών" του Jean Paul Sartre. Οι δυο φίλες τους - που δεν είχαν ρόλο στο έργο - χωρίς να κάνουν αισθητή την παρουσία τους άλλαζαν σε διαστήματα κάποια πρόχειρα σκηνικά που λογικά είχε ετοιμάσει η ίδια ομάδα.

Όταν έπεσε η αυλαία το σκοτάδι της πόλης για λίγο είχε φωτίσει.

"Από μαγεία". Σκέφτηκα και έμεινα με μια απίθανη γεύση στο στόμα.

Ο κόσμος που παρακολούθησε το "αστικό υπαίθριο θέατρο" όπως το ονόμασα πρόχειρα έφυγε σκεφτικός, αμίλητος, αλλά είδα μέσα στα μάτια τους μια μικρή πληρότητα. Την ξέρω καλά αυτήν την αίσθηση, έρχεται όταν κάτι αναπάντεχα όμορφο σου έχει συμβεί και δεν έχεις λόγια να το έκφρασης, ίσως γιατί τα λόγια είναι πολύ δύσκολο να εκφράσουν την ψυχή όταν αυτή είναι πραγματικά γεμάτη από αισθήματα. Πριν γυρίσω και εγώ την πλάτη μου να φύγω είδα στην σκιά του στενού της Καλαμιώτου μια γνώριμη φιγούρα να χαμογελάει κάτω από τα πυκνά μούσια του, από πίσω του μια σκοτεινή μορφή έδειχνε να τον ακολουθεί σε κάθε κίνηση του.

«Γεια σου Μαριάννα». Είπε σιγά, ίσα πως για να ακουστεί η φωνή του ως την κοπέλα που έπαιζε την Ινές.

«Βασίλη, που ήσουν ...; μας είδες;»

Χαμογέλασα, και νομίζω πως το βλέμμα μου πρέπει να πήρε μια πονηρή όψη.

Γεννιέται ένας νέος έρωτας στην πόλη;!!

ΤΡΙΤΗ ΠΡΑΞΗ

«Ήσουνα υπέροχη, θα μπορούσα να σε κοιτάζω για ώρες.»

«Νομίζω πως υπερβάλεις λίγο.»

«Λες;»

«...»

Τους κοίταζα και προσπαθούσα να ακούσω κάθε λέξη τους, δεν ξέρω το γιατί αλλά αυτή η ιστορία μου κέντριζε το ενδιαφέρον. Πιθανόν να συνέβαινε αυτό γιατί έβλεπα τον Βασίλη να τα χάνει μπροστά στην θέα της Μαριάννας ή ακόμα γιατί στο βλέμμα της κοπέλας μπορούσα να διακρίνω την αποδοχή του φλερτ. Την παρατηρούσα και αντιλαμβανόμουν πόσο πολύ ήθελε να μιλάει με τον Βασίλη, πόσο θα ήθελε να έχει περισσότερο θάρρος αυτός ο άντρας και εγώ με την σειρά μου αναρωτιόμουν πως αυτός δεν είχε καταλάβει τίποτα από όλα αυτά!!!

Ωστόσο επειδή μια δυσάρεστη αίσθηση με έχει κυριέψει και πιστεύω ότι γίνομαι φανερά αδιάκριτος ως προς τις ζωές των ανθρώπων λέω να αποχωρήσω από το διήγημα αφήνοντας χώρο στην αφήγηση και στην ιστορία ώστε να πάρει τον δρόμο της και να κάνει την δουλειά της. Εγώ με την σειρά μου θα περιμένω - όπως και εσείς - τις συνέχειες!!

*

«Θες να έρθεις μαζί μας, λέμε να πάμε σε έναν φίλο που έχει ένα μεζεδοπωλείο στου Ψυρρή, για τσίπουρο και μεζεδάκια.» Ο Βασίλης σαν να δίστασε λίγο όμως μια ευκαιρία σαν αυτήν εδώ ήταν που έψαχνε τόσο καιρό που την ακολουθούσε σε κάθε γωνιά της πόλης, όπου έπαιζε με την θεατρική της ομάδα, έτσι πριν προλάβει να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι δεν ήθελε να ακολουθήσει πρόλαβε να πει ένα βεβιασμένο "Nαι".

Η Μαριάννα χαμογέλασε κοιτάζοντας τον στα μάτια, ο κοντραμπασίστας από την πλευρά του έφερε ξανά στα αυτιά του αυτόν τον γελοίο ήχο που είχε το "Ναι" του και κοκκίνισε. Πολύ θα ήθελε να έχει ακόμα μια ευκαιρία για να αλλάξει αυτόν τον κακόγουστο ήχο.

Η παρέα των έξι - πλέον - είχε διασχίσει την Αθηνάς και περπατούσε στα ημισκότεινα στενά του Ψυρρή. Αφού διήνυσαν την Κακουργοδικείου - πόσο παράξενο όνομα για δρόμο - σκέφτηκε το αγόρι που πριν από λίγο έπαιζε τον Γκαρσέν, βγήκαν στην γωνία Αγίας Ελεούσης και Μιαούλη, δεν πρόλαβαν να προχωρήσουν καν ένα βήμα και στα αυτιά τους έφτασε μια μουσική μέσα από το γωνιακό μαγαζί που βρισκόταν ακριβώς στην ένωση των δυο οδών. Κοίταξαν με απορία ο ένας τον άλλον, αφού ο συγκεκριμένος χώρος ήταν κλειστός από χρόνια, σχεδόν από τα χρόνια που το Ψυρρή είχε να αρχίσει να παραδίδει τα σκήπτρα της πρωτοκαθεδρία του στην Αθηναϊκή νύχτα στον Κεραμικό.

Το έντονο φως που ξέφευγε μέσα από μικρά κενά που σχημάτιζαν οι αυτοσχέδιες κουρτίνες, που προφανώς κάποιοι είχαν κρεμάσει εν είδει σκηνικού, τράβαγαν την προσοχή.

«Πάμε να δούμε;»

Ρώτησε με μια παραίνεση στην φωνή η κοπέλα που στο θεατρικό ενσάρκωνε τον ρόλο της Φλοράνς.

Όλοι συμφώνησαν. Πλησίασαν, προσπάθησαν να καταλάβουν τι συμβαίνει μέσα εκεί αλλά χωρίς να μπορούν να δουν καλά αυτό στάθηκε αδύνατο. Ο Βασίλης χωρίς να το σκεφτεί πολύ πλησίασε κοντά στην πόρτα, την έσπρωξε βάζοντας λίγη δύναμη και η πόρτα υποχώρησε σχετικά εύκολα, δίπλα του στεκόταν σαν να ήταν άυλη η Μαριάννα χωρίς όμως να μπορεί να δει ούτε αυτή τι συνέβαινε εκεί μέσα.

«Τι κάνουν;» Ρώτησε τελικά με περιέργεια, ωστόσο είδε στο πρόσωπο του κοντραμπασίστα ένα χαμόγελο σαν εκείνα που σχηματίζονταν στο πρόσωπο του όταν έπαιζε μουσική με το βαθύχορδο του.

«Ζωγραφίζουν!!!» Της απάντησε ψιθυριστά.

«Να δω.» Ακούστηκε η φωνή μιας κοπέλας από την παρέα, ο Βασίλης χωρίς να καταλάβει ποια του μιλούσε έκανε στην άκρη και άφησε να πλησιάσουν οι υπόλοιποι.

«Περάστε, περάστε.» Ακούστηκε μια φωνή και δεν χρειάστηκαν δεύτερη πρόσκληση, αυτή ήταν αρκετή για να μπουν και να δουν έξι καβαλέτα να περικυκλώνουν μια κοπέλα που στεκόταν στην μέση του χώρου καλυμμένη μόνο με ένα μπορντό σεντόνι.

«Δεν υπάρχει πρόβλημα;» Ρώτησε ο Βασίλης - δείχνοντας με τα μάτια την κοπέλα - έναν μέτριου αναστήματος τύπο, με περίεργα χτενισμένα μαλλιά που έδειχνε να είναι ο υπεύθυνος για ότι συνέβαινε εκεί μέσα.

«Όχι, περάστε.» Τους απάντησε και το χαμόγελο του έδειχνε πως ήθελε να μπουν μέσα στο παλιό μαγαζί.

«Γι' αυτό ζωγραφίζουμε εδώ, σε αυτόν εδώ τον χώρο, για να μπορούν οι περαστικοί να μπαίνουν, να βλέπουν, να νιώθουν τι κάνουμε. Και να ξέρετε ότι είναι μόνο για μια μέρα, για μια ολόκληρη μέρα.»

«Δεν καταλαβαίνω, τι εννοείς;» Ρώτησε η Μαριάννα.

«Νοικιάσαμε ... τέλος πάντων, τρόπος του λέγειν είναι το νοικιάσαμε, περισσότερο ταιριάζει εδώ το "μας τον παραχώρησαν τον χώρο", για να κάνουμε μια διαφορετική εικαστική βραδιά.

Και πραγματικά πιστεύω πως είστε τυχεροί, γιατί αυτή είναι η πρώτη μας βραδιά και ήταν τόσο ξαφνική η ιδέα μιας τέτοιας δράσης που δεν της έχω δώσει ακόμα όνομα, ωστόσο το concept είναι το εξής:»

»Από αυτόν τον χώρο θα περνάνε όλη μέρα - για ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο - ζωγράφοι, ερασιτέχνες οι πιο πολλοί, και θα ζωγραφίζουν για μάξιμουμ δυο ώρες ότι υπάρχει εκείνη την στιγμή στο κέντρο που σχηματίζουν τα καβαλέτα. Το θέμα ωστόσο κάθε τρεις ώρες θα αλλάζει ενώ ενδιάμεσα τα έργα που τελειώνουν θα διατίθενται προς πώληση στους επισκέπτες - σαν εσάς - με ένα μικρό ως τυπικό κόστος.» Τους κοίταξε για λίγα δεύτερα και τους ρώτησε.

«Πως σας ακούγεται το σχέδιο;»

«Είναι πολύ καλή ιδέα.»

«Ευχαριστούμε ...! Γιάννης!!» Τους είπε απότομα και άπλωσε το χέρι του.

«Βασίλης.»

«Μαριάννα.»

Στην λίγα λεπτά σιωπής που δημιουργήθηκε η Μαριάννα είχε τον χρόνο να παρατηρήσει τον χώρο, τα χρώματα, τα σχέδια και τα σχήματα που ζωγράφιζαν οι έξι ζωγράφοι που βρισκόντουσαν στον χώρο εκείνη την στιγμή. Το βλέμμα της μετά έπεσε στην κοπέλα με το μπορντό ύφασμα και ένιωσε την ένταση της δημιουργίας. Αποστασιοποιήθηκε και σαν να αιωρούνταν αισθάνθηκε πως αυτοί οι εφτά άνθρωποι μέσα στον χώρο ενώνονται ψυχικά και αποδίδουν αυτό που νιώθουν αλλά και αυτό που χωρίς να το καταλαβαίνουν λαμβάνουν από τον άλλον. Ακόμα και ένα ανεπαίσθητο κούνημα των χειλιών κάποιου μπορεί να επηρεάσει την σκέψη και την οπτική ενός άλλου. Άπλωσε το χέρι της ψάχνοντας στον αέρα να βρει αυτό του Βασίλη, έκανε δυο κινήσεις στον αέρα και μετά σαν να ένιωσε την αύρα του έπεσε πάνω του και το έσφιξε με τα δάχτυλα της. Τότε ήταν που το ελαφρύ σφίξιμο από τα δάχτυλα του κοντραμπασίστα την χαλάρωσαν και χαμογέλασε σαν παιδί.

«Πάμε να φάμε;!» Είπε σχεδόν γελώντας ο "Γκαρσέν" βλέποντας όλη την σκηνή, δεν φάνηκε να θέλει να περιμένει για κάποια απάντηση και πήρε στην αγκαλιά του την "Φλοράνς" και βγήκαν από την πόρτα.

«Καλή συνέχεια.» Ευχήθηκε ο Βασίλης στον Γιάννη ο οποίος με την σειρά του είπε πως σίγουρα κάπου θα ξανασυναντηθούνε.

ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΡΑΞΗ

Ξημέρωνε παραμονή πρωτοχρονιάς, ο ουρανός ήταν κατακόκκινος, φανερό σημάδι ότι ο αναμενόμενος χιονιάς σε λίγο θα άγγιζε την πόλη. Όλα έδειχναν να υπολειτουργούν με δικαιολογία αυτήν την αναμονή όμως αν μπορούσες να δεις από μιαν άλλη οπτική την αίσθηση της πόλης θα μπορούσες να πιστέψεις ότι η μαγεία που έχει η αλλαγή του χρόνου ήταν διάχυτη και έσφυζε μέσα σε κάθε κίνηση και λεπτομέρεια της ζωής της. Όλα έμοιαζαν ήσυχα, ακόμα και τα αυτοκίνητα που κινούνταν στους δρόμους σεβόντουσαν την αίσθηση αυτής της ιερής στιγμής των λίγων ωρών πριν το ρολόι σημάνει δώδεκα. Οι λίγοι, μάλλον ξεχασμένοι, διαβάτες περπατούσαν σκυφτοί, χωμένοι μέσα στα μάλλινα κασκόλ τους και σκεπασμένοι από φαινομενικά ζεστούς σκούφους. Μόνο τα χνότα τους, που σαν ομίχλη σκέπαζαν το πρόσωπο τους, μαρτυρούσαν πως ανέπνεαν το ξηρό κρύο που προσπαθούσε να εισχωρήσει σε κάθε κύτταρο του κορμιού τους. Τα πάντα γύρω τους ήταν παγωμένα, οι δρόμοι, ο αέρας, η ατμόσφαιρα. Ακόμα και το βλέμμα στα μάτια κάποιων ανθρώπων, που ξεχώριζαν από την παράξενη αλλά ζεστή και μάλλινη μασκαράτα, έδειχνε παγερό. Ίσως για αυτήν την περίεργη σκηνοθεσία να έφταιγε το κρύο που έκανε τα σώματα λίγο άκαμπτα, παράξενα βιομηχανοποιημένα!!

Ο Μάριος γλιστρούσε σαν σκιά ανάμεσα στους λίγους περαστικούς και σε κάθε βήμα αποκόμιζε από τον κάθε έναν μια έμπνευση, μια εικόνα που θα τον βοηθούσε για αυτό που είχε βάλει στον νου του.

Κάθε ιδέα που έβαζε με το μυαλό του ότι θα πραγματοποιήσει δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αν δεν αφουγκραζόταν τους ήρωες του, και σαν λογοτέχνης που ακολουθεί βήμα βήμα την πορεία των ηρώων του - γιατί παραδόξως αυτό συμβαίνει με τους λογοτέχνες - έτσι κι αυτός τους ακολουθούσε και τους παρακολουθούσε.

Τα χέρια του ήταν ήδη παγωμένα, τα μάλλινα γάντια έπρεπε να το παραδεχτεί πως δεν ήταν ιδανικά αφού μέσα από την φαρδιά πλέξη περνούσε ο κρύος άνεμος και του πονούσαν οι κλειδώσεις των δαχτύλων. Τα κούνησε λίγο μπας και κατορθώσει να δώσει μια ώθηση στο αίμα του κορμιού του που έδειχνε με την σειρά του να μην έχει την δύναμη να φτάσει μέχρι τα ακροδάχτυλα, για λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου ένιωσε μια ανακούφιση αλλά αμέσως η προηγούμενη παγωμένη αίσθηση γύρισε για να τον κάνει να τα κλείσει σε σχήμα γροθιάς. Από την άλλη τα μακριά μαλλιά του σε συνδυασμό με τον κατά γενική ομολογία παράξενο σκούφο του κατάφερναν και κρατούσαν το κεφάλι του ζεστό, ωστόσο ήταν το μόνο σημείο του κορμιού του που κρατούσε ζεστό αφού οι ατυχείς επιλογές των ρούχων το πρωί τον έκαναν να σπαρταράει σαν ψάρι έξω από το νερό. Ήταν σχεδόν σίγουρος πλέον πως κάποιοι τον κοίταζαν παράξενα όχι για την κατάξανθη γενειάδα του που στις άκρες ήταν βαμμένη σκούρα μαύρη αλλά για το κροτάλισμα των δοντιών του από το κρύο.

Στα πεζοδρόμια λιγόστευε ο κόσμος και στις λεωφόρους τα αυτοκίνητα έδειχναν πως η ώρα περνούσε. Τα φώτα προσπαθούσαν να ζεστάνουν και να φωτίσουν την πόλη όμως το μόνο που κατάφερναν ήταν να την κάνουν πιο παγερή. Ο Μάριος κοίταξε το ρολόι του, ήταν έντεκα παρά δέκα. Κοίταξε ψηλά στον ουρανό, η κόκκινη συννεφιά έμοιαζε παράλογη μέσα στην νύχτα, οι άσπρες μικρές νιφάδες έμοιαζαν να πέφτουν πάνω του σαν να τον σημαδεύουν. Χαμογέλασε, άφησε τους κεντρικούς δρόμους και βάδισε ήρεμα μέσα από τα στενά προς μια κατεύθυνση που είχε χαράξει από την αρχή μες στο μυαλό του.

Λίγα λεπτά αργότερα βρέθηκε απέναντι από έναν τοίχο ο οποίος ήταν "άσπιλος", αγνός, λευκός.

Στάθηκε απέναντι του σαν να στεκόταν απέναντι από ένα άγριο ζώο το οποίο προσπαθούσε να το τιθασεύσει ... ή μάλλον να το ημερεύσει. Δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να ασκήσει βία στον τοίχο, δεν ήθελε να προσβάλει την ελευθερία του, ήθελε απλά ο τοίχος να δεχτεί αυτό που θα έκανε.

"Αν κάποιος ακούσει τις σκέψεις μου θα με περάσει για τρελό ... τρελό;!! Μα τι λέω, ο ηπιότερος χαρακτηρισμός θα είναι το τρελός. Κι όμως για εμένα κάθε αντικείμενο έχει μια οντότητα, μια ελευθερία. Ακόμα και ένας φαινομενικά άψυχος, λευκός, ψυχρός τοίχος έχει κάτι που εμπνέει σεβασμό. Αυτόν τον σεβασμό είναι που θέλω να διατηρώ. Δεν θέλω και δεν επιδιώκω με ότι δημιουργήσω πάνω σε ένα αντικείμενο να χάσει αυτό... αυτό που το χαρακτηρίζει."

Με αυτές τις σκέψεις - κάθε φορά ίδιες - επεδίωκε να έρθει πιο κοντά στο αντικείμενο κάνοντας συγχρόνως και την αυτοκριτική του. Ήταν μια λειτουργία που τον έκανε να σκέφτεται καθαρά για το τι ακριβώς θέλει να δημιουργήσει πάνω στην επιφάνεια που είχε επιλέξει.

Άνοιξε το σακίδιο του έβγαλε τα μάλλινα γάντια, φόρεσε σε κάθε χέρι από δύο χειρουργικά για να μην λερωθεί, έβαλε μια χειρουργική μάσκα και έσκυψε πάνω από το σακίδιο για να επιλέξει πια χρώματα θα χρησιμοποιούσε για αυτό το γκράφιτι.

Καθώς έπιανε τις ψυχρές επιφάνειες των φιαλών έφερνε στο μυαλό του την αίσθηση που είχε αποκομίσει από την πόλη λίγες ώρες πριν την νέα χρονιά αλλά και από τις ματιές ... από τα βλέμματα των ανθρώπων που σε λίγες ώρες θα στήριζαν όλες τις ελπίδες και τα όνειρα τους στο νέο που ερχόταν. Ξεροκατάπιε.

Γύρισε και ξανακοίταξε τον λευκό τοίχο χωρίς να έχει πάρει ούτε μια φιάλη στα χέρια του.

«Το λευκό είναι το χρώμα της πίστης, της διαφάνειας ... της ειλικρίνειας και της αγνότητας ... όλα όσα περιμένει κανείς από μια νέα αρχή. Όμως με τι πρέπει να το συνδυάσεις ώστε το μήνυμα να μην είναι μπερδεμένο ... αλλά από την άλλη να είναι τελείως ξεκάθαρο;» Αναρωτήθηκε ο Μάριος ψιθυρίζοντας.

Ξανακοίταξε μέσα στο σακίδιο του, έπιασε ένα σπρέι και έγραψε στο τοίχο δυο λέξεις.

Καλή Χρονιά!!!

Πέταξε το σπρέι πάλι μέσα στο σακίδιο έβγαλε τα γάντια και την μάσκα, φόρεσε τα μάλλινα γάντια του, που αψηφούσαν την θέληση του Μάριου για ανακούφιση από την παγωνιά και έφυγε βαδίζοντας αργά χωρίς να κοιτάξει καθόλου πίσω.

"Αυτός ο λευκός τοίχος είχε να πει πιο πολλά από εμένα, εγώ απλά πιστεύω πως του έδωσα τον τρόπο να τα πει πιο άμεσα". Είπε στον εαυτό του χωρίς ίχνος στεναχώριας.

"Το κόκκινο είναι το χρώμα που δένει απόλυτα με μια αγνή και αμόλυντη νέα αρχή, γιατί είναι το χρώμα της αγάπης, της ενότητας και της έντασης είναι το ζεστό καυτό χρώμα που θα ποτίσει το κενό του λευκού."

Καθώς περπατούσε κατάλαβε πως είχε ξεχαστεί, κοίταξε βιαστικά το ρολόι του, ήταν δώδεκα και πέντε, μόλις είχε έρθει ο νέος χρόνος. Έπρεπε να το γιορτάσει.

Μπήκε στο πρώτο μαγαζί που βρήκε ανοικτό και πήρε μια μπίρα.

«Καλή χρονιά φίλε!!!!» Του είπε ένα ζευγάρι και τσούγκρισαν μαζί του τα ίδια μπουκάλια μπίρας.

«Ευτυχώς πρόλαβα να ευχηθώ σε όλη την πόλη». Είπε χαρούμενα.

«Τι είπες;»

«Χρόνια πολλά!!!»